Παρασκευή, 05 Ιουνίου 2020 15:35

Νέα θερινή σκηνή εγκαινιάζει το Εθνικό Θέατρο

Γράφτηκε από την
Νέα θερινή σκηνή εγκαινιάζει το Εθνικό Θέατρο

Το Εθνικό Θέατρο αποκτά τη δίκη του θερινή σκηνή στο Σχολείο της Ειρήνης Παππά, που εδώ και δύο χρόνια στεγάζει τη Δραματική Σχολή της πρώτης κρατικής σκηνής, όπως ανακοίνωσε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του, Δημήτρης Λιγνάδης, σε χθεσινή συνάντηση που είχε με εκπροσώπους του Τύπου.

Το ανοιχτό θέατρο που βρίσκεται υπό κατασκευή, έχει χωρητικότητα 1.200 θέσεων και θ’ ανοίξει για το κοινό στα τέλη του Ιουλίου. Η «Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου θα εγκαινιάσει την λειτουργία του, ενώ παραγωγοί της ελεύθερης σκηνής θα μπορούν να το νοικιάσουν μελλοντικά για να παρουσιάσουν την δουλειά τους. Με την χορηγία του ιδρύματος Λάτση και σε αναμονή της οικοδομικής άδειας για την κατασκευή βοηθητικών χώρων, αποκαθίστανται προς το παρόν οι κερκίδες που, υπό τις παρούσες συνθήκες που επιβάλλει η πανδημία, θα μπορούν να φιλοξενήσουν έως και 500 άτομα.

Ο Δημήτρης Λιγνάδης, αναφέρθηκε στην επόμενη μέρα του Εθνικού μετά την πανδημία και ευχαρίστησε τους εργαζόμενους του οργανισμού για την πολύτιμη συνεισφορά τους την περίοδο της καραντίνας τονίζοντας πως όλοι προσπάθησαν προκειμένου το Εθνικό Θέατρο να παραμείνει λειτουργικό και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.

«Το Εθνικό Θέατρο δεν αγάπησε ποτέ την αδράνεια και προσπάθησε ν’ ανθήσει έστω και λίγο μέσα σε αυτή τη δύσκολη συνθήκη. Δεν είμαστε θαυματουργοί που τα κάνουμε όλα σωστά, αλλά μία επίμονη ομάδα που με ζήλο προσπαθούμε να παραμείνουμε ζωντανοί και μετά την πανδημία. Και θα είμαστε αρκούντως εφευρετικοί για ν’ αρχίσουμε να ξαναχτίζουμε όσα γκρεμίστηκαν. Δεν πρέπει κανείς να κινείται φοβικά ή χωρίς ελπίδα για το μέλλον» δήλωσε.

Όπως είπε, το Εθνικό Θέατρο από την πρώτη στιγμή αυτής της πρωτόγνωρης συνθήκης, με πλήρη συνείδηση της αποστολής του, στάθηκε στην πρώτη γραμμή, οργανώνοντας έως και πρόσφατα πολλές διαδικτυακές προβολές από το ηλεκτρονικό του αρχείο αλλά και από παραστάσεις της τελευταίας δεκαετίας, πρωτοβουλίες που ενίσχυσαν την παιδεία αλλά και την κοινωνική και ατομική μας ευθύνη σε αυτή την τόσο δύσκολη περίοδο (κατασκευή ιατρικών μασκών, εθελοντικές αιμοδοσίες, εκπαιδευτικά εργαστήρια κ.α.), ενώ ταυτόχρονα από τους εργαζόμενους και συνεργάτες επιταχύνθηκαν εργασίες συντήρησης υπαρχουσών υποδομών και δημιουργία νέων, έτσι ώστε ο οργανισμός να είναι έτοιμος για το προσεχές διάστημα.

Παράλληλα, ο Δημήτρης Λιγνάδης αναφέρθηκε στις παραστάσεις που θα πραγματοποιήσει το Εθνικό Θέατρο το καλοκαίρι στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών - Επιδαύρου. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δύο παραγωγές του Εθνικού («Πέρσες» και «Λυσιστράτη)» που είχαν ήδη προγραμματιστεί να ανέβουν στην Επίδαυρο θα παρουσιαστούν τελικά τρεις αντί για δύο ημέρες (24,25,26 Ιουλίου και 31 Ιουλίου και 1,2 Αυγούστου), προσπαθώντας έτσι να καλύψουν ένα μέρος της απώλειας των εσόδων που θα έχουν όλες οι παραστάσεις δεδομένων των μέτρων προστασίας.

Ακόμη, ο καλλιτεχνικός διευθυντής αναφέρθηκε στις τρεις συμπληρωματικές δράσεις του Εθνικού που εντάσσονται στο πρόγραμμα του υπουργείου Πολιτισμού «Όλη η Ελλάδα, ένας πολιτισμός» και θα πραγματοποιηθούν σε αρχαιολογικούς χώρους στην Αττική. Πρόκειται για τα «Σπουδαία ερείπια» (μια παράσταση για τις εμπειρίες περιηγητών στην Ελλάδα του 16ου -19ου αιώνα) σε σκηνοθεσία της Νατάσας Τριανταφύλλη), την «Αθηναίων Πολιτεία» (μια σειρά πεζών αρχαιόθεμων κειμένων που προλόγισαν την αθηναϊκή δημοκρατία) σε σκηνοθεσία του Βασίλη Παπαβασιλείου) και «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γ. Βιζυηνού (στην αγγλική γλώσσα) σε σκηνοθεσία Δανάης Ρούσσου. «Δεν πιστεύω πως τα αρχαία είναι ένα αδρανές υλικό. Αντίθετα, τέτοιες εκδηλώσεις θα μας συμφιλιώσουν με τους αρχαιολογικούς χώρους και θα αναδείξουν κείμενα in situ ακουσμένα» είπε. Οι χώροι που θα πραγματοποιηθούν οι δράσεις θα ανακοινωθούν το προσεχές διάστημα σε συνεννόηση με το ΥΠΠΟΑ.

Όσον αφορά τα νέα δεδομένα που επέβαλλε στο θεατρικό χώρο η πανδημία, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, δήλωσε: ««Το Εθνικό Θέατρο είναι ένας κρατικός φορέας που τηρεί κατά γράμμα τις οδηγίες του ΥΠΠΟΑ. Αισιοδοξώ ότι κάποια στιγμή τα μέτρα θα χαλαρώσουν». Σχετικά με τις προσλήψεις καλλιτεχνών, είπε πως «δεν μπορούμε να πάμε κόντρα στις συλλογικές συμβάσεις που επιβάλλουν εξάμηνη απασχόληση κάθε ηθοποιού και να προσλάβουμε κάποιον για δύο μήνες προκειμένου να έχουν περισσότεροι άνθρωποι δουλειά. Η “ στέγη” γι’ αυτήν την καταιγίδα δεν μπορεί να είναι μόνο το Εθνικό Θέατρο. Κάνουμε τεράστια προσπάθεια να μην μειώσουμε αυτούς που ήδη δουλεύουν».

Σύμφωνα με την αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια Ερι Κύργια τα ταμεία του Εθνικού αναμένεται να σημειώσουν σημαντικές απώλειες αφού μέχρι πέρυσι ένα sold out στην Επίδαυρο έφερνε έως και 300.000 ευρώ έσοδα, ενώ φέτος οι πιο αισιόδοξοι υπολογισμοί δεν ξεπερνούν τις 120.000 εσόδων από κάθε παραγωγή. Σε αυτές προστίθενται και τα διαφυγόντα κέρδη του Εθνικού από τη σεζόν που ποτέ δεν τελείωσε εξαιτίας του κλεισίματος των θεάτρων (που υπολογίζονται περίπου στα 450.000 ευρώ).

Σχετικά με το ρεπερτόριο της επόμενης χρονιάς, ο Δημ. Λιγνάδης είπε πως θ’ ανακοινωθεί το φθινόπωρο, ενώ η σεζόν θα «ανοίξει» με τις παραγωγές που διακόπηκαν ή αναβλήθηκαν λόγω κορονοϊού. «Πρόθεσή μας είναι ν’ ανέβουν αυτές οι παραγωγές που είναι έτοιμες, αφενός για ηθικούς λόγους κι αφετέρου γιατί είναι παραγωγές που έχουν πληρωθεί. Μένουν μόνο κάποιες τελικές διαβουλεύσεις με τους σκηνοθέτες», σημείωσε.

Ο Δημήτρης Λιγνάδης χαρακτήρισε την πρωτοβουλία των Support Art Workers «απόλυτα αιτιολογημένη» αφού είναι πολύ σκληρό για τον καλλιτέχνη να «βλέπει μαύρο, να μην έχει ορίζοντα». «Κατανοώ την οποιαδήποτε αντίδραση είτε ως αγωνία είτε ως θυμικό. Όταν καταλαγιάσει ο κονιορτός πρέπει να δούμε πώς θα θεραπεύσουμε κάποιες πληγές που βγήκαν στην επιφάνεια».

Σε ερώτηση για το πώς αποτιμά ο ίδιος τις διαδικτυακές προβολές και αν αυτές καλλιεργούν μία νέα κουλτούρα, ο Δημ. Λιγνάδης απάντησε: «Δεν πιστεύω ότι η θεατρική πράξη μπορεί ν’ αντικατασταθεί από οποιαδήποτε κάμερα. Το θέατρο είναι μετάληψη. Μας ενδιαφέρει να δούμε ποια είναι η θέση του Εθνικού Θεάτρου στον ψηφιακό κόσμο και πως μπορούμε να εντάξουμε αυτές τις δράσεις στη δική μας πραγματικότητα, προκειμένου να εμπλουτίσουν τη θεατρική πράξη και όχι να λειτουργήσουν ως υποκατάστατο».

ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ


NEWSLETTER