Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα κατά τη φετινή χρονιά, καθώς στην Καλαμάτα έχει ήδη καταγραφεί η δολοφονία της 39χρονης Βασιλικής στις αρχές Ιουνίου, αλλά και μια πρόσφατη απόπειρα με θύμα 25χρονη γυναίκα στο κέντρο της πόλης. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι αριθμοί που καταγράφει το Συμβουλευτικό Κέντρο χτυπούν το «καμπανάκι» τόσο για την τοπική κοινωνία όσο και για την ευρύτερη περιοχή.
Μιλώντας στην «Ε», ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Σαράντος Μαρινάκης γνωστοποίησε ότι από την έναρξη λειτουργίας της δομής, το 2013, έως και το τέλος του 2025, συνολικά 1.024 γυναίκες έχουν απευθυνθεί στην υπηρεσία, είτε προκειμένου να λάβουν συμβουλευτική υποστήριξη είτε ακόμη και για απλή ενημέρωση.
Μόνο κατά τη διάρκεια του 2025 καταγράφηκαν 101 επικοινωνίες με τη δομή, ενώ για το 2026, μέχρι στιγμής, έχουν καταγραφεί 74 περιπτώσεις, αριθμός που καταδεικνύει ότι η ανάγκη ύπαρξης και απρόσκοπτης λειτουργίας αντίστοιχων υπηρεσιών παραμένει ιδιαίτερα έντονη.
ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ
Την ίδια στιγμή, ανοιχτό παραμένει το ζήτημα της στέγασης του Συμβουλευτικού Κέντρου.
Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Αύγουστο πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο Δημαρχείο Καλαμάτας από το Νομαρχιακό Τμήμα της ΑΔΕΔΥ, κοινωνικούς λειτουργούς, δημοτικούς συμβούλους και γυναίκες, με βασικό αίτημα να μη μεταφερθεί το Συμβουλευτικό Κέντρο Υποστήριξης Γυναικών Θυμάτων Βίας στο κτήριο του Δημαρχείου και να παραμείνει στον υφιστάμενο χώρο του, στη συμβολή των οδών Μαντίκλου και Περρωτή, στην περιοχή του Αγίου Νικολάου.
Βασικό επιχείρημα όσων αντιδρούν στη μεταφορά είναι η ανάγκη διασφάλισης της ιδιωτικότητας και της εχεμύθειας των γυναικών που προσέρχονται στη δομή και καταγγέλλουν κακοποιητικές συμπεριφορές σε βάρος τους.
Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, οι συγκεντρωθέντες είχαν ανέβει στον 3ο όροφο του Δημαρχείου και είχαν συναντηθεί με τη γενική γραμματέα του Δήμου Μαρία Νταμάτη, η οποία είχε επισημάνει ότι δεν υπήρχε ειλημμένη απόφαση σχετικά με τη μεταφορά.
Το θέμα έχει απασχολήσει κατά καιρούς και την αντιπολίτευση, τόσο σε συνεδριάσεις δημοτικών επιτροπών όσο και στο Δημοτικό Συμβούλιο, με παρατάξεις να εκφράζουν προβληματισμούς σχετικά με ενδεχόμενη μετακίνηση της δομής, τονίζοντας ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα ευαίσθητη υπηρεσία, η λειτουργία της οποίας απαιτεί ειδικές προϋποθέσεις.
Σε προηγούμενες συζητήσεις είχε τεθεί, μεταξύ άλλων, το ενδεχόμενο προσωρινής μετεγκατάστασης στον πρώτο όροφο του κτηρίου, όπου στεγάζεται ο Σύνδεσμος Ύδρευσης.
Σε ό,τι αφορά τα σημερινά δεδομένα, ο Σαράντος Μαρινάκης στάθηκε στα προβλήματα λειτουργικότητας του υφιστάμενου χώρου, επισημαίνοντας ότι η διαθέσιμη υποδομή δεν επαρκεί για την ταυτόχρονη και εύρυθμη παρουσία του συνόλου της επιστημονικής ομάδας, γεγονός που δυσχεραίνει την καθημερινή λειτουργία της δομής.
Όπως εκτίμησε, θα πρέπει να βρεθεί μια λύση που θα επιτρέπει στη δομή να λειτουργεί ολοκληρωμένα, με το σύνολο των υπηρεσιών και του προσωπικού της, χωρίς παράλληλα να βρίσκεται σε έναν απομονωμένο χώρο.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ
Την ίδια ώρα, αβεβαιότητα εξακολουθεί να υπάρχει γύρω από το μέλλον της χρηματοδότησης των κοινωνικών δομών του Δήμου Καλαμάτας, καθώς δεν υπάρχει ακόμη ένας σαφής και δεσμευτικός μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για την περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκοί πόροι θα αρχίσουν να περιορίζονται.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Δημοτική Επιτροπή είχε εγκρίνει στα τέλη του 2025 τροποποιήσεις και παρατάσεις πράξεων, με στόχο να διασφαλιστεί, σε πρώτη φάση, η συνέχιση της λειτουργίας βασικών δομών κοινωνικής προστασίας έως το 2027.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, το 2027 η συγχρηματοδότηση θα καλύπτει το 80% των δαπανών, το 2028 το 60% και το 2029 το 40%, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό θα πρέπει να καλύπτεται από εθνικούς πόρους.
Η σταδιακή αυτή μείωση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα των κοινωνικών δομών σε βάθος χρόνου και καθιστά αναγκαία μια ξεκάθαρη τοποθέτηση από την κεντρική διοίκηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό.
Οι δήμοι, άλλωστε, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναλάβουν αποκλειστικά το οικονομικό βάρος του συνόλου των κοινωνικών δομών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες όχι μόνο δεν περιορίζονται, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις αυξάνονται.
Η διασφάλιση, επομένως, τόσο της κατάλληλης στέγασης όσο και της σταθερής χρηματοδότησης του Κέντρου αποτελεί ζήτημα που αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική σημασία.
