Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2021 11:58

Οι Αρβανίτες και ο Αλή Πασάς

Γράφτηκε από τον
Οι Αρβανίτες και ο Αλή Πασάς

Οι Αρβανίτες είναι μια πληθυσμιακή ομάδα που εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα από τον μεσαίωνα και μεταξύ άλλων διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στην Ελληνική Επανάσταση.

Κλειστές κοινωνίες, οργανωμένες σε φάρες με επικεφαλής τους τον οπλαρχηγό, που το όνομά του ονόμαζε και την φάρα. Με την πάροδο των αιώνων ενσωματώθηκαν στην ελληνική κοινωνία. Σύμφωνα με τις πηγές, αυτοί οι έποικοι, γνωστοί και από τα οθωμανικά τουρκικά ως Αρναούτ, ήταν ουσιαστικά ένοπλοι χριστιανοί μισθοφόροι από τη νότια Αλβανία (τόσκηδες και τσάμηδες). Μιλούσαν αρβανίτικα, μια τοσκική διάλεκτο που προέρχεται από τα μεσαιωνικά αλβανικά αλλά τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα γνώριζαν και τα ελληνικά. Με την πάροδο των αιώνων η ανάμειξη των Αρβανιτών με τους ελληνόφωνους πληθυσμούς είχε σαν αποτέλεσμα την σχεδόν ολική αφομοίωσή τους στην ελληνική κοινωνία. Η κάθοδος των αλβανικών φύλων στην ελληνική χερσόνησο ξεκίνησε πριν από αυτή των Οθωμανών. Αρβανίτες εντοπίζονται στην Βοιωτία από το 1272.
Από το 1348, μετά την εκδίωξη των d’Anjou από την Ήπειρο από τον Στέφανο Ντουσάν και την ερήμωση της χερσονήσου λόγω του μαύρου θανάτου (πανδημία της πανώλης), εντοπίζεται μετακίνηση αλβανικών νομαδικών πληθυσμών με έντονα πολεμικά χαρακτηριστικά, από το δεσποτάτο της Ηπείρου και εγκατάστασή τους στη Θεσσαλία. Ήταν η ανταμοιβή τους για τη βοήθειά τους στον Ντουσάν. Αφού το 1380 είχαν πια εγκατασταθεί στην κοιλάδα του Σπερχειού, του ποταμού που τότε ονομαζόταν Ελλάδα, το 1382, μετά από πρόσκληση του δούκα των Αθηνών και των Νέων Πατρών (Υπάτη) Πέτρου Δ΄ της Αραγωνίας, οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν στο δουκάτο της Αθήνας. Σκοπός των Καταλανών ήταν η ενίσχυση της άμυνάς τους απέναντι στις ξένες επιδρομές.
Το 1404 και αφού λίγα χρόνια νωρίτερα (1393) οι Οθωμανοί είχαν καταλάβει τη Θεσσαλία εκτοπίζοντας τους προηγούμενους εποίκους, μετά από πρόσκληση του Θεόδωρου Παλαιολόγου περίπου δέκα χιλιάδες έποικοι Αρβανίτες, πέρασαν τον Ισθμό και εγκαταστάθηκαν στο δεσποτάτο του Μυστρά.
Μετά την κατάρρευση του φραγκικού πριγκιπάτου το πρώτο τέταρτο του 15ου αιώνα και λόγω της πανώλης που είχε και τότε ερημώσει μεγάλες εκτάσεις γης, αρβανίτικοι πληθυσμοί προσκλήθηκαν από τους Βενετούς για να εποικίσουν τη νότια Εύβοια και ειδικότερα την ορεινή περιοχή της Καρυστίας που ήταν στην κατοχή τους. Έτσι η Βενετία εξασφάλιζε ένα ισχυρό προπύργιο για επιθέσεις στην απέναντι ακτή της Αττικής. Ένα άλλο τμήμα μισθοφόρων Αλβανών χρησιμοποιήθηκε από τη Βενετία για την άμυνα του Ναυπλίου.
Ακολούθησαν κι άλλες αρβανίτικες εποικίσεις. Μετά από πρόσκληση του Μανουήλ Καντακουζηνού εντοπίζονται Αρβανίτες και στην Ηλεία. Το 1454 μάλιστα, στις διαμάχες των αδελφών Παλαιολόγων με τον Καντακουζηνό, ο βλάχικης καταγωγής Πέτρος Μπούας ο Σκλέπας (χωλός) είχε υπό τις διαταγές του, τριάντα χιλιάδες Αρβανίτες. Οι Παλαιολόγοι για να τους αντιμετωπίσουν ζήτησαν τη βοήθεια του σουλτάνου Μωάμεθ Β´, ο οποίος έστειλε τον Τουραχάν μπέη και κατανίκησε τον στρατό του Μπούα που όμως πήρε σουλτανική χάρη. Έτσι όμως οι Τούρκοι «έβαλαν πόδι» στον Μοριά.
Οι Αρβανίτες που έφτασαν στην Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκαν σε δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές δημιουργώντας κατά τόπους ισχυρές κλειστές αλβανόφωνες κοινωνίες που αρχικά στηρίζονταν στην μετακινούμενη κτηνοτροφία. Στη συνέχεια και αφού για λόγους επιβίωσης ασχολήθηκαν με τη γεωργία, ρίζωσαν στους τόπους που εγκαταστάθηκαν. Εκτός από την κλειστή δομή τους και τον τραχύ και πείσμονα χαρακτήρα τους οι αρβανίτικες φάρες, φημίζονταν για την «μπέσα», δηλαδή την φερεγγυότητα του λόγου.
Την προεπαναστατική περίοδο και μετά τα ορλωφικά, οι περισσότεροι Αρβανίτες ήταν χριστιανοί ενώ το ένα δέκατο από αυτούς μουσουλμάνοι, κυρίως οι Λαλιώτες και οι Μπαρδουνιώτες. Αυτοί εξισλαμίστηκαν μετά την τουρκική κατάκτηση αφού έτσι κατάφεραν να γίνουν γαιοκτήμονες στις εκτάσεις των τότε εκτοπισθέντων Σλάβων.
Την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης οι Αρβανίτες κατοικούσαν στην Αττική και τη Μεγαρίδα, εκτός των πόλεων της Αθήνας και των Μεγάρων, στη Βοιωτία, τμήμα της Λοκρίδας στην Αταλάντη, στη νότια Εύβοια, στη βόρεια Άνδρο, στη Σαλαμίνα και τμήμα της Αίγινας. Στην Πελοπόννησο κατοικούσαν στην Κορινθία, την Αργολίδα, στα βόρεια της Αρκαδίας και στα ανατολικά της Αχαΐας, στις πλαγιές του Ταΰγετου και τη Μονεμβασιά, στα βουνά της Ηλείας, στην Καρύταινα αλλά και στα χωριά της Πυλίας και της Κορώνης. Στην βορειοδυτική πλευρά της Μεσσηνίας οι ένοπλοι αλβανόφωνοι, τον 18ο αιώνα, πήραν το όνομα ντρέδες. Ντρες σημαίνει αντρειωμένος, παλικάρι, περήφανος, πολεμιστής και όλα αυτά μαζί. Οι ντρέδες είχαν σοβαρή συμβολή στην Ελληνική Επανάσταση και κυρίως στην άμυνα κατά την επέλαση του Ιμπραήμ. Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν στην Πάργα, την Φθιώτιδα ακόμα και στη Ροδόπη.
Η Ύδρα, οι Σπέτσες, ο Πόρος, το Καστρί και το Κρανίδι κατοικήθηκαν μετά το 1730 και ήταν εξ ολοκλήρου αρβανίτικες εποικήσεις. Λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση, μόνο οι Υδραίοι Αρβανίτες έφθαναν τις είκοσι χιλιάδες. Οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες ήταν συνήθως καραβοκύρηδες και ναύτες ενώ οι Ποριώτες και οι Κρανιδιώτες κυρίως βαρκάρηδες. Ανεξάρτητα από το επίπεδο του πλούτου τους, ζούσαν λιτά και ήταν σκληρότατοι και άπληστοι για κέρδος. Ο πλούτος τους φαινόταν μόνο στο μέγεθος της κατοικίας τους. Η Ύδρα δεν πλήρωνε φόρους στον σουλτάνο, αλλά έπρεπε να παρέχει στον οθωμανικό στόλο και να συντηρεί κάθε χρόνο 150 ναύτες. Ανάλογη ήταν και η κατάσταση στις Σπέτσες. Την αυτοδιοίκηση των δυο νησιών είχε παραχωρήσει ο σουλτάνος στους κεφαλαιούχους, καραβοκύρηδες ή απόμαχους πλοιάρχους. Ουσιαστικά αυτοί είχαν και τη μεγαλύτερη συμβολή στην υποστήριξη του αγώνα, αφού τα πλοία τους αποτέλεσαν τον κορμό του επαναστατικού ελληνικού στόλου.
Η οικογένεια Κουντουριώτη ήταν μία από τις πρώτες που εγκαταστάθηκαν στην Ύδρα. Η καταγωγή της ήταν από τα Κούντουρα στα Δερβενοχώρια. Στα χρόνια της επανάστασης επικεφαλής της οικογένειας, που έπαιξε μεγάλο ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις αλλά και στους εμφύλιους πολέμους και τον διχασμό, ήταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης ενώ σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και ο αδελφός του Γεώργιος Κουντουριώτης, ο οποίος έφθασε στο πρωθυπουργικό αξίωμα το 1848.
Στο Σούλι της Ηπείρου, από τον 16ο αιώνα κατοικούσε μια ιδιαίτερη κοινότητα χριστιανών Αρβανιτών. Την αποτελούσαν 47 φάρες, που είχαν συγκροτήσει μια αυτόνομη συνομοσπονδία από αρχικά έντεκα γειτονικά χωριά στις δυσπρόσιτες περιοχές της κεντρικής Ηπείρου. Στην προεπαναστατική περίοδο οι Σουλιώτες έφθασαν τις δώδεκα χιλιάδες και τα σουλιώτικα χωριά τα εξήντα. Τότε, δυόμισι χιλιάδες ένοπλοι Σουλιώτες διακρίθηκαν στην αντίστασή τους στον Αλή πασά. Στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης οι Σουλιώτες διακρίθηκαν για τη γενναιότητα και τη φιλοπατρία τους, έχοντας επικεφαλής μεγάλες μορφές του αγώνα, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας.
Στην διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, οι Αρβανίτες συγκροτούσαν μισθοφορικά σώματα, χριστιανών ή μουσουλμάνων, που έμπαιναν αντίστοιχα στις διαταγές των εμπολέμων. Μαζί με τους Έλληνες αγωνιστές, συγκρότησαν ισχυρές δυνάμεις για την εκδίωξη των Οθωμανών.
Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, στις απομακρυσμένες βορειοδυτικές περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας, λόγω κυρίως της διοικητικής παρακμής της, επικράτησε αναρχία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία στην περιοχή της Αλβανίας, του Κοσσυφοπεδίου και του Μαυροβουνίου, δύο ημιαυτόνομων τοπικών κέντρων εξουσίας. Αυτά ήταν τα πασαλίκια της Σκόδρας και των Ιωαννίνων. Ανάλογα με τις συνθήκες, οι πασάδες τους συνεργάζονταν ή αψηφούσαν τη σουλτανική εξουσία.
Στη βόρεια Αλβανία, στην περιοχή της Σκόδρας, το 1757 ο Μεχμέτ Μπουσατλί κατάφερε να αυτονομηθεί, μετατρέποντας το σαντζάκι της Σκόδρας σε ημιαυτόνομο πασαλίκι. Ήταν ανεξάρτητος και μάλλον εχθρικός προς τον σουλτάνο που προσπάθησε να τον προσεταιρισθεί διπλωματικά. Κάτι που τελικά δεν απέδωσε, αφού ο Μπουσιάτι δεν τον ενίσχυσε στον ρωσο-τουρκικό πόλεμο 1768-74. Μετά τον θάνατο του Μεχμέτ Μπουσιάτι το 1775, το πασαλίκι, μετά από αναταραχές, πέρασε για λίγο στον γιο του, Μουσταφά Μπουσατλί. Μετά τη σύντομη εξουσία του, αφού δηλητηριάστηκε το 1778, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Καρά Μαχμούτ Μπουσατλί. Αυτός ήταν ο ενδοξότερος πασάς της Σκόδρας, αφού επί των ημερών του το πασαλίκι ήταν αυτόνομο, ενώ ο ίδιος σχεδίαζε σε συνεργασία με τον Ναπολέοντα, την απόσχιση ολόκληρης της Αλβανίας από την οθωμανική διοίκηση.
Νοτιότερα, στην περιοχή της Ηπείρου, περίπου τριάντα χρόνια μετά τον Μεχμέτ Μπουσατλί της Σκόρδας, ένας άλλος μουσουλμάνος Αλβανός στην καταγωγή, ο Αλή από το Τεπελένι κατάφερε να μπει στο οθωμανικό διοικητικό σύστημα. Εγγονός του αρχηγού ληστρικών ομάδων Μούτζο Χούσσο, γιος του επίσης ληστή Βελή που όμως αναγνωρίστηκε από την Πύλη ως πασάς δύο ιππουρίδων και μουτασερίφης (mutasarrıf), δηλαδή κυβερνήτης του σαντζακίου (sancak) του Δέλβινου αλλά σε μικρό διάστημα πέθανε, ο νεαρός, ορφανός πια, Αλή ξεκίνησε κι αυτός ως ληστής, επικεφαλής συμμορίας.
Το 1778 πήρε το πρώτο του αξίωμα. Διορίστηκε Derbendler Başbuğu, δηλαδή γενικός επόπτης των δερβενίων (οδικών περασμάτων και ορεινών δρόμων). Το 1784 πήρε για λίγο τη θέση του μουτασερίφη στα Γιάννενα αλλά σύντομα παύθηκε. Την άνοιξη του 1787, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της οθωμανικής κυβέρνησης, ξαναπήρε τα Γιάννενα και επέκτεινε την κυριαρχία του σε όλη τη νότια Αλβανία και τη δυτική Ελλάδα. Η αναγνώρισή του από την Πύλη ήρθε το ίδιο καλοκαίρι ως ανταμοιβή της εκστρατείας του εναντίον του ανυπότακτου πασά του Σκούταρι, Καρά Μαχμούτ Μπουσατλί. Το πασαλίκι των Ιωαννίνων ήταν πια αναγνωρισμένο και ημιαυτόνομο.
Ο Αλή-πασάς είχε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις της προεπαναστατικής περιόδου μέχρι το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης. Άπληστος σφετεριστής, κατάφερε το 1798 να έχει στην κατοχή του 924 τσιφλίκια και 1.366 ιδιόκτητα χωριά. Πανούργος σχεδιάζει την πλήρη αυτονόμησή του από την Πύλη και στο κράτος που δημιουργεί τοποθετεί κυρίως ορθοδόξους Έλληνες και Αλβανούς. Με την ανεξιθρησκεία, την προστασία των ορθοδόξων, επίσημη γλώσσα του κράτους του την ελληνική αλλά και την ίδρυση ελληνικών σχολείων χρησιμοποίησε τα αντιτουρκικά αισθήματα του λαού του, που έφθανε το ενάμισι εκατομμύριο, για να εδραιώσει την κυριαρχία του. Στην αυλή του εκπαιδεύτηκαν πολλοί κατοπινοί αγωνιστές και παράγοντες του ξεσηκωμού όπως ο Καραϊσκάκης ο Αθανάσιος Διάκος ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Άνθιμος Γαζής, ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας κ.α. Η ανάπτυξη του εμπορίου και η ασφάλεια των δρόμων ήταν το κύριο μέλημά του. Ταυτόχρονα, με δωροδοκίες Οθωμανών αξιωματούχων, κατάφερνε να «νομιμοποιεί» τις πράξεις του στα μάτια του εκάστοτε σουλτάνου. Στη διάρκεια της εξουσίας του Αλή-πασά άλλαξαν τέσσερις σουλτάνοι.
Αγκάθι στα σχέδιά του Αλή-πασά αποτελούσαν οι Σουλιώτες. Μετά από τρεις πολέμους, με προδοσία του Πήλιου Γούση, το 1803, κατάφερε να τους διώξει από το Σούλι και όσοι σώθηκαν κατέφυγαν στα Επτάνησα. Κατά την αποχώρησή τους περιγράφονται δυο πράξεις απίστευτου ηρωισμού. Στο Κούγκι, η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, ήταν η αποθήκη ανεφοδιασμού των Σουλιωτών σε τρόφιμα και πυρομαχικά. Στις 13 Δεκεμβρίου 1803, ο καλόγερος Σαμουήλ θέλοντας να αποφύγει την παράδοσή τους στους στρατιώτες του Αλή-πασά που τους είχαν περικυκλώσει, έβαλε φωτιά στα πυρομαχικά και ανατινάχθηκε μαζί με πέντε συντρόφους του, σκοτώνοντας ταυτόχρονα και πολλούς από τους διώκτες τους. Ο Αλή-πασάς τότε, «έσπασε» την εκεχειρία και διέταξε την εξόντωση των αποχωρούντων Σουλιωτών. Περίπου εκατό οικογένειες αποκλείστηκαν στο Ζάλογγο. Ένα μέρος τους, υπό τον Κίτσο Μπότσαρη, κατάφερε να σπάσει τον κλοιό και να φύγει. Αυτοί που έμειναν αποκλεισμένοι στη μονή των Ταξιαρχών κάτω από το Ζάλογγο, κυρίως γυναικόπαιδα, προσπάθησαν να σπάσουν τον κλοιό, κατευθυνόμενοι στην κορυφή του βράχου. Εκεί όμως, βρέθηκαν μεταξύ δύο πυρών. Και οι εξήντα γυναίκες έπρεπε να πολεμήσουν. Έτσι, όσες κρατούσαν στην αγκαλιά τα παιδιά τους, αναγκάστηκαν να τα πετάξουν στον γκρεμό για να πολεμήσουν κι αυτές μαζί με τους άνδρες, με τα σπαθιά. Στη συνέχεια κι αφού δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τους διώκτες τους, για να αποφύγουν την ατίμωση, έπεσαν στον γκρεμό.
Το 1820, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β´ αποφάσισε να τελειώνει με τον πανούργο και έτοιμο να ανακηρύξει δικό του ανεξάρτητο κράτος, Αλή-πασά. Αυτός συμμάχησε με τους Σουλιώτες σε έναν αντιοθωμανικό συνασπισμό που όμως δεν κατάφερε να τον προστατέψει. Στην πιο κρίσιμη στιγμή για την Ελληνική Επανάσταση ο πόλεμος της Πύλης με τον Αλή-πασά λειτούργησε ως αντιπερισπασμός. Ο σουλτάνος, στις 6 Ιανουαρίου 1821, έστειλε τον «μόρα βαλεσί», δηλαδή τον πασά της Πελοποννήσου Χουρσίτ στα Γιάννενα για να καταστείλει την ανταρσία του Αλή-πασά. Έτσι το πεδίο στον Μοριά έμενε ελεύθερο για τους επαναστάτες.
Στα Γιάννενα το κεφάλι του Αλή-πασά έπεσε και στάλθηκε στην Πύλη τον Ιανουάριο του 1822. Το πασαλίκι του συγχωνεύθηκε με αυτό του Βερατίου. Όμως οι επαναστάτες στον Μοριά είχαν πια σηκώσει κεφάλι για τα καλά.


NEWSLETTER