Τρίτη, 24 Αυγούστου 2021 21:46

Ο εμφύλιος διχασμός (1823-1825).   Α' Μέρος

Ο εμφύλιος διχασμός (1823-1825).   Α' Μέρος

 

Του Γιάννη Μπίρη

 

Μέσα στη δίνη του εμφύλιου σπαραγμού που ξεκίνησε το 1823, κορυφώθηκε στα μέσα Νοεμβρίου του 1824 και κράτησε μέχρι τον Μάιο του 1825, μια μελανή σελίδα εθνικού διχασμού γράφτηκε στην ελληνική ιστορία. Στην πρώτη φάση της επανάστασης και στον ανταγωνισμό για την ηγεσία της αναπτύχθηκαν κυρίως δυο τάσεις: οι ‘Φιλικοί’ ή ‘Στρατιωτικοί’ που αποτελούσαν τη δημοκρατική πολιτική παράταξη και οι ‘Κοτζαμπάσηδες του Μοριά’ που με τις δημογεροντίες εκπροσωπούσαν την ολιγαρχία. Η άρνηση των κοτζαμπάσηδων στην αποδοχή των προτάσεων του πληρεξούσιου της Φιλικής Εταιρείας στο Μοριά Δημήτριου Υψηλάντη για τον πλήρη έλεγχο από αυτόν τόσο της πολιτικής όσο και της στρατιωτικής ηγεσίας της επανάστασης, δημιούργησε τις πρώτες ρωγμές στη συνοχή της. Μετά την συντριβή του πασά της Δράμας Μαχμούτ, του επονομαζόμενου Δράμαλη, στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι τον Ιούλιο του 1822, η κυβέρνηση που είχε προκύψει από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Πιάδα), ουσιαστικά ελεγχόταν από τους Πελοποννήσιους προκρίτους και τους νησιώτες καραβοκύρηδες που δεν συμμετείχαν στην ‘Πελοποννησιακή Γερουσία’. Οι ‘Φιλικοί’ παραμερίστηκαν από την πολιτική εξουσία. Όμως αυτή η κυβέρνηση των κοτζαμπάσηδων, έχασε την αξιοπιστία της αφού μπροστά στον προελαύνοντα εχθρό, τα μέλη της πανικόβλητα κατέφυγαν στα πλοία αντί να κάνουν κάτι για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Αντίθετα οι ‘Φιλικοί’ οπλαρχηγοί, ο Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας, ο Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Τσόκρης κ.α. μαζί με τον Δημήτριο Υψηλάντη και την ‘Πελοποννησιακή Γερουσία’, επειδή εκείνη την κρίσιμη ώρα είχαν πρωτοστατήσει στην συντριβή του μεγάλου τουρκικού εκστρατευτικού σώματος και στη σωτηρία της επανάστασης, απολάμβαναν της εμπιστοσύνης του απλού λαού και είχαν εξελιχθεί σε δυναμικό πόλο διεκδίκησης της εξουσίας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση, καθώς πλησίαζε το τέλος της θητείας της, με έγγραφό της στις 9 Νοεμβρίου 1822 προκήρυξε εκλογές σε όλες τις επαρχίες για την εκλογή πληρεξουσίων. Ταυτόχρονα η ‘Πελοποννησιακή Γερουσία’, υπό την ηγεσία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και σε συνεργασία με τον Κολοκοτρώνη, προκήρυξε και αυτή εκλογές με χωριστό έγγραφο που απέστειλε στις επαρχίες. Η πολιτική αντιπαράθεση ήταν τόσο έντονη, ώστε στις αρχές Ιανουαρίου 1823 οι πληρεξούσιοι που επηρεάζονταν από τους ‘Φιλικούς’ οπλαρχηγούς και την ‘Πελοποννησιακή Γερουσία’ βρίσκονταν στο Ναύπλιο και οι υπόλοιποι πληρεξούσιοι της κυβέρνησης, των ‘Κοτζαμπάσηδων’ και των νησιωτών, στο Άστρος. Τότε, ο νεαρός γιος του Κολοκοτρώνη Γενναίος, φανατικός αντικυβερνητικός μαζί με τον ανιψιό του Κολοκοτρώνη και φρούραρχο του Ναυπλίου Δημήτριο Πλαπούτα-Κολιόπουλο, αποφάσισαν να εκκαθαρίσουν την πόλη από τους κυβερνητικούς στρατιώτες του ‘τακτικού’ που βρίσκονταν εκεί υπό τη διοίκηση του Ιταλού φιλέλληνα Obrist Gouvernati. Με αφορμή έναν διαπληκτισμό μεταξύ των ανδρών του Γενναίου με τους κυβερνητικούς στρατιώτες, ο Γενναίος τους επιτέθηκε μέσα στους δρόμους του Ναυπλίου. Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν τέσσερις και τραυματίστηκαν επτά ‘τακτικοί’ στρατιώτες. Ο φρούραρχος της Ακροναυπλίας Δημήτριος Πλαπούτας, διέταξε και πέτυχε την άμεση αποχώρηση του τακτικού του Gouvernati από το Ναύπλιο. Και αυτό το επεισόδιο αποθάρρυνε την προσέλευση των κυβερνητικών πληρεξουσίων στην πόλη που ‘ανήκε’ στον αντίπαλό τους. Με την πρόφαση την εξομάλυνση την κατάστασης πήγαν στο Άστρος ως διαπραγματευτές από το στρατόπεδο των ‘Φιλικών’, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Παπαφλέσσας και ο Αναγνωσταράς. Οι διαπραγματευτές όμως πείστηκαν από τα επιχειρήματα των αντιπάλων τους και παρέμειναν στο Άστρος. Φυσικά με σημαντικά οφέλη, αφού τοποθετήθηκαν σε κυβερνητικά πόστα. Στις αρχές Μαρτίου του 1823, οι δύο παρατάξεις, των ‘Κοτζαμπάσηδων’ και των ‘Φιλικών’ ή ‘Στρατιωτικών’ του Κολοκοτρώνη, είχαν στρατοπεδεύσει ένοπλες στις περιοχές γύρω από το Άστρος, με ένα μικρό ρυάκι, τον Τάνο, να τις χωρίζει. Τελικά, η Β´ Εθνοσυνέλευση έγινε στο Άστρος Κυνουρίας και εκεί πρέπει να αναζητηθεί η απαρχή του διχασμού. Συγκεκριμένα:

Η Β΄ Εθνοσυνέλευση έγινε από τις 29 Μαρτίου μέχρι τις 18 Απριλίου 1823. Εκεί εκτός των ‘Φιλικών’ του Κολοκοτρώνη και του Δ. Υψηλάντη και των ‘Κοτζαμπάσηδων του Μοριά’ εμφανίστηκε και μια τρίτη παράταξη, αυτή των ‘Υδραίων καραβοκύρηδων’ που συνεργάζονταν με τους Ρουμελιώτες. ‘Κοτζαμπάσηδες’ και ‘Υδραίοι’ είχαν την απόλυτη πλειοψηφία στην εθνοσυνέλευση με δύναμη 150 πληρεξουσίων. Πρόεδρος της συνέλευσης εκλέχθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αντιπρόεδρος ο Θεοδώρητος Βρεσθένης και αρχιγραμματέας ο Θεόδωρος Νέγρης. Στις 13 Απριλίου, αναθεωρήθηκε το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», το σύνταγμα το οποίο είχε ψηφιστεί την 1η Ιανουαρίου 1822 από την Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και το νέο Σύνταγμα, για να θεωρηθεί συνέχεια του προηγούμενου, ονομάστηκε «Νόμος της Επιδαύρου». Μεταξύ των άλλων έδινε και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας σε όλα τα άτομα που βρίσκονταν στην Ελλάδα, χωρίς περιορισμό στην ιθαγένειά τους. Κατά τη συνέλευση αποφασίστηκε να καταργηθούν οι τοπικοί οργανισμοί, η Πελοποννησιακή Γερουσία, ο Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, και ο Οργανισμός της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος (ο Άρειος Πάγος του Θεόδωρου Νέγρη) ώστε να υπάρχει ένα μόνο κέντρο εξουσίας και συντονισμού. Αυτό ήταν το ‘Εκτελεστικό’ που ήταν πενταμελές και κατά τους τύπους υπάγονταν στο άλλο σώμα, το Βουλευτικό, τις αποφάσεις του οποίου όφειλε να εκτελεί.

Πρόεδρος του Εκτελεστικού ήταν ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και μέλη οι: Ανδρέας Ζαΐμης, Σωτήρης Χαραλάμπης και Ανδρέας Μεταξάς. Η θέση του αντιπροέδρου έμεινε κενή. Πρόεδρος του Βουλευτικού είχε διοριστεί ο Ιωάννης Ορλάνδος. Αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Από τις 26 Απριλίου, με πολλές αντιδράσεις και πυροσβεστική επέμβαση του Κολοκοτρώνη, άρχισαν να τοποθετούνται υποργοί της κυβέρνησης. Από τις 27 Απριλίου μέχρι και τα μέσα Ιουνίου στα επτά υπουργεία διορίστηκαν από το Εκτελεστικό οι υπουργοί:

 

* Γρηγόριος Δικαίος - Παπαφλέσας: εσωτερικών

* Αναγνώστης Σπηλιωτάκης: της Οικονομίας

* Επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ: της Θρησκείας

* Γεώργιος Αινιάν: της Αστυνομίας

* Διονύσιος Μούρτζινος, Χριστόφορος Περραιβός & Αναγνώστης Παπαγεωργίου: των Πολεμικών

* Γεώργιος Κιβωτός, Ιωάννης Λαζάρου & Ιωάννης Καλημέρης: του Ναυτικού

* Γεώργιος Μπάρμπογλης: του Δικαίου

Για την εξεύρεση πόρων η Β΄ Εθνοσυνέλευση περιέλαβε στο άρθρο λε΄ του ‘Νόμου της Επιδαύρου’ ειδική διάταξη, η οποία όριζε ότι: ‘το Βουλευτικόν αποφασίζει περί δανείων με την εγγύησιν του έθνους λαμβανομένων’. Μια απόφαση της συνέλευσης, που έπαιξε ρόλο στο διχασμό, ήταν η κατάργηση της αρχιστρατηγίας και ο ταυτόχρονος διορισμός πενήντα στρατηγών, κάτι που ουσιαστικά αποδυνάμωνε τη θέση του Κολοκοτρώνη και έδινε ερείσματα στους ‘Κυβερνητικούς’ που σκόπευαν να διασπάσουν το μέτωπο των οπλαρχηγών. Ταυτόχρονα έγινε προσπάθεια για τον καταρτισμό του προϋπολογισμού του νέου Κράτους και λόγω των διασυνδέσεων του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου με Άγγλους τραπεζίτες, ξεκίνησαν οι διαδικασίες αναζήτησης δανείου για τις ανάγκες της συνέχισης του Αγώνα από την αγορά του Λονδίνου, με υποθήκη τα ‘εθνικά κτήματα’. Σημαντική επίσης ήταν η επαναδιακήρυξη της ‘Εθνικής Ανεξαρτησίας’ και η απόφαση για τη συνέχιση της Επανάστασης με κάθε θυσία:

«Τρίτον ήδη χρόνον διαρκεί ο υπέρ ανεξαρτησίας εθνικός των Ελλήνων πόλεμος και ο τύραννος ούτε κατά γην ούτε κατά θάλασσαν ηυδοκίμησεν. Ενώ δε αι τυραννοκτόνοι χείρες των Ελλήνων έπεμψαν μυριάδας Τούρκους εις άδου, και φρούρια απέκτησαν, και την επικράτειαν εξησφάλισαν, ο δε κρότος των ημετέρων όπλων, αντηχήσας, διετάραξε το Βυζάντιον, ευτύχησε το έθνος να διακηρύξη εν Επιδαύρω κατά πρώτον ως έθνος, την ανεξαρτησίαν του, να νομοθετήσει και εθνικήν να καταστήση διοίκησιν».

Αφού όμως οι αποφάσεις της εθνοσυνέλευσης αγνοούσαν και αποδυνάμωναν τους ‘Φιλικούς’, θεωρήθηκαν ως ανοιχτή πρόκληση για τους οπλαρχηγούς και τους υπόλοιπους αγωνιστές, δηλαδή από την παράταξη των Κολοκοτρωναίων, τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον Φαναριώτη Θεόδωρο Νέγρη, την οικογένεια των Δεληγιανναίων προκρίτων της Καρύταινας αλλά και τον πρόκριτο της Ηλείας Γεώργιο Σισίνη κ.α. που είχαν αποκλεισθεί από όλα τα αξιώματα και ένιωθαν να χάνουν έδαφος. Κατά τη διάρκεια ακόμα των εργασιών της εθνοσυνέλευσης ξεκίνησαν οι έριδες και οι φονικοί εμφύλιοι διαπληκτισμοί. Ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι στη συνέλευση οι κυβερνητικοί:

«…εψήφισαν να εκποιήσουν την γήν, με σκοπόν να βγάλουν ότι είχαν εξοδεύσει, όσα ήθελαν, και να αποζημειωθούν εις γην και να αφήσουν τον λαόν γυμνόν και από αυτήν την ελπίδα της γης. Τότε ο λαός εγύρισε με την γνώμην την εδική μου…»

Μετά τη γενική κατακραυγή, το άρθρο για την εκποίηση των εθνικών κτημάτων αφαιρέθηκε. Και αφού η συνέλευση τελείωνε, ο Κολοκοτρώνης που μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς παρίσταται ως παρατηρητής, μετά από απαίτηση του Ζαΐμη, προσυπόγραψε την προκήρυξη και ταυτόχρονα προσπάθησε και κατάφερε να αποτρέψει τις προσπάθειες για την ανατροπή της κυβέρνησης από τους δημοκρατικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, φίλους του. Σε αυτή την απόφαση του Κολοκοτρώνη ενδεχομένως έπαιξε ρόλο και η διαφαινόμενη ανάθεση σε αυτόν της αντιπροεδρίας του Εκτελεστικού που δεν είχε καλυφθεί.

… «Με προσκάλεσαν να υπάγω. Επήγα εις ένα περιβόλι, όπου έκαμναν τη Συνέλευσιν και άρχισα να τους είπω: “Σεβαστή Συνέλευσις, δεν είναι καλά αυτά τα ψηφίσματα οπού εκάματε, να είναι τόσο πολλοί βουλευταί και τόσο πολλοί στρατηγοί, διατί θα μας φέρουν τόσα έξοδα και τόσαις ζημίαις, διότι το έθνος μας είναι πτωχό και δεν ημπορεί να πληρώση τόσους πολιτικούς και πολεμικούς ανωφελείς”. Ο Ζαΐμης εσηκώθηκε τότε και λέγει: “Κολοκοτρώνη! Κολοκοτρώνη! εις το χέρι σου στέκεται να χαθή η Ελλάς, ή να ελευθερωθή αν ενωθής μαζί μας”. Τον ερώτησα τρεις φοραίς: “Εγώ, κυρ Ανδρέα;” με απεκρίθηκε: “Εσύ!” Έτσι επήγα και εγώ και υπόγραψα, λέγοντας: “Ας όψεσθε δια εκείνα οπού θα ακολουθήσουν κακά εις την Πατρίδα μας δια την πολυαρχία»...

Αυτή η συναινετική στάση του Κολοκοτρώνη, ξάφνιασε και έφερε απογοήτευση και δυσαρέσκεια στους οπλαρχηγούς φίλους του. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα εντάσεων και διχονοιών, το Εκτελεστικό προσπαθώντας να ισχυροποιήσει τη θέση του αναζητώντας πόρους, με την παραίνεση του Μαυροκορδάτου και το νόμο 24 της 11ης Μαΐου 1823, αποφάσισε να απευθυνθεί στην αγγλική αγορά για δανεισμό. Η εποχή ήταν κατάλληλη. Η συγκέντρωση πλούτου στις αγγλικές τράπεζες εκείνη την περίοδο της αποικιοκρατίας είχε ‘ρίξει’ τα επιτόκια και οι κεφαλαιούχοι του Λονδίνου προσπαθούσαν να βρουν υψηλά επιτόκια ακόμα και σε επισφαλείς επενδύσεις. Έτσι είχαν αρχίσει να δανείζουν ακόμα και επαναστατημένες χώρες όπως το Περού, η Βραζιλία, η Χιλή, η Αργεντινή κ.α. που πάσχιζαν για την αναγνώριση της ανεξαρτησίας τους και η κίνηση του Μαυροκορδάτου ήταν εντελώς εναρμονισμένη με τις κινήσεις των κεφαλαιούχων και των τραπεζιτών του Λονδίνου.

Τις ίδιες ημέρες, με πρωτοβουλία του αποκλεισμένου από τα κυβερνητικά αξιώματα Θεόδωρου Νέγρη, σχεδόν όλοι οι δυσαρεστημένοι ‘Φιλικοί’ δημοκρατικοί οπλαρχηγοί του στρατιωτικού σώματος, της φατρίας του Κολοκοτρώνη, όπως ο Ασημάκης Φωτήλας, ο Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Δημήτριος Πλαπούτας-Κολιόπουλος, ο Δημήτριος Τσόκρης, ο Γεώργιος Σισίνης, ο Χαράλαμπος Περρούκας, οι Καπετανάκηδες, ο Παναγιώτης Κεφάλας αλλά και οι Δημήτριος Υψηλάντης και Οδυσσέας Ανδρούτσος, συναντήθηκαν στις 18 Μαΐου, με τα ένοπλα τμήματά τους, στο χωριό Σιλίμνα, κοντά στην Τρίπολη. Εκεί, όλοι μαζί ορκίστηκαν «ενώπιον της εικόνας του Χριστού» απείθεια στη νέα κυβέρνηση και ότι θα αγωνιστούν ενωμένοι. Επίσης αποφάσισαν να συγκεντρώσουν αντιπροσώπους από όλες τις επαρχίες, με σκοπό να γίνει μια άλλη εθνοσυνέλευση με άλλους συσχετισμούς δυνάμεων και να οργανωθεί στρατιωτικά η επανάσταση. Αυτή η σύμπηξη συμμαχίας των αντικυβερνητικών δυνάμεων θα είχε σαν αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης που είχε προκύψει, πριν από λίγες ημέρες.

Όμως, μόλις δυο ημέρες μετά τη συγκέντρωση στη Σιλίμνα, στις 20 Μαΐου, ο Κολοκοτρώνης πήγε στην Τριπολιτσά και συμφιλιώθηκε με τους ανταγωνιστές του στην Καρύταινα, Δεληγιανναίους. Για την επιβεβαίωση αυτής της συμμαχίας μάλιστα, συμφώνησαν να συμπεθερέψουν, αρραβωνιάζοντας τον 12χρονο γιο του Κολοκοτρώνη, Κολίνο, με την 6χρονη κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη, Μαρία. Τότε ο Κολοκοτρώνης ειδοποίησε τον Νικήτα, τον Πλαπούτα, τον Ασημάκη Φωτήλα και το Θεόδωρο Νέγρη να κρατήσουν μυστικές τις αποφάσεις της συγκέντρωσης της Σιλίμνας.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση προσπαθώντας να προσεταιρισθεί αντιπάλους με σκοπό τη διάσπαση του αντικυβερνητικού στρατοπέδου και αφού νωρίτερα ο Κολοκοτρώνης είχε αρνηθεί επίμονα να παραδώσει στην κυβέρνηση τα κάστρα του Ναυπλίου που είχε καταλάβει, με την πρόφαση ότι θα τα παραδώσει μόνο σε εθνοσυνέλευση καθώς αυτά ανήκουν στο Έθνος και όχι σε κάποια «προσωρινή» κυβέρνηση, αυτή φοβούμενη τις αντιδράσεις αποφάσισε να διασπάσει το μέτωπο που είχε συμπηχθεί εναντίον της, δίνοντας τη θέση του φρουράρχου του Ναυπλίου στον πρωτότοκο γιο του Κολοκοτρώνη, Πάνο. Τη θέση αυτή μέχρι τότε κατείχε ο ανιψιός του Κολοκοτρώνη, Δημήτριος Πλαπούτας-Κολιόπουλος από την Καρύταινα. Σαν μια τελευταία πράξη σωτηρίας της κυβέρνησης και με τη μεσολάβηση του συμπέθερού του πια, Αναγνώστη Δεληγιάννη, ο Κολοκοτρώνης για να ‘παύση πάσα διαίρεσις’ αλλά και με εκβιαστικά επιχειρήματα δέχθηκε τη θέση του αντιπροέδρου στο Εκτελεστικό. Η επίσημη εκλογή του στην αντιπροεδρία έγινε στις 27 Μαΐου. Όλες οι άλλες κυβερνητικές θέσεις δόθηκαν στους ανθρώπους των ‘Κοτζαμπάσηδων’ και οι ‘Φιλικοί’ έμειναν απλοί παρατηρητές των εξελίξεων. Φυσικά η προσχώρηση του Κολοκοτρώνη στο κυβερνητικό κόμμα θεωρήθηκε ιδιοτελής και αποδοκιμάστηκε από τους περισσότερους, μέχρι πριν λίγες ημέρες, συντρόφους του. Ο συμβιβασμός αυτός όμως, έστρεψε κατά του Κολοκοτρώνη τον Πλαπούτα, τον Νικήτα Σταματελόπουλο και όλους τους υπόλοιπους σημαντικούς οπλαρχηγούς και προκρίτους που είχαν δώσει τον όρκο στην Σιλίμνα και τώρα έβλεπαν να ματαιώνονται τα αντικυβερνητικά τους σχέδια.