Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2021 08:13

Ο ποιητής Δημήτρης Κοσμόπουλος στην “Ε”: “Ολοι μας τελούμε μέσα στο καθεστώς της απέραντης αλληλεγγύης των νεκρών με τους ζωντανούς”

Γράφτηκε από την
Ο ποιητής Δημήτρης Κοσμόπουλος στην “Ε”: “Ολοι μας τελούμε μέσα στο καθεστώς της απέραντης αλληλεγγύης των νεκρών με τους ζωντανούς”

 

Συνέντευξη στη Γιούλα Σαρδέλη

Τη δική του ενδιαφέρουσα αναλυτική ματιά απέναντι στα όσα ζούμε τα τελευταία χρόνια καταθέτει μέσα από την τελευταία του ποιητική συλλογή ο καταγόμενος από τη Μεσσηνία Δημήτρης Κοσμόπουλος. Μέσα από τα μικρά, απειροελάχιστα “Pixels” της εικονικής πραγματικότητας που ζούμε, αλλά και των βαθύτερων σκέψεών του, ο ίδιος δίνει τις δικές του απαντήσεις στα ερωτήματα που βασανίζουν το σύγχρονο άνθρωπο. Οσον αφορά το δύσβατο μονοπάτι της ποίησης ο ίδιος δηλώνει πως “δεν μπορεί να υπάρξει εμμετρότητα σήμερα δίχως την συνομιλία και τον συγκερασμό με την μοντερνιστική παράδοση”, ενώ για το ζήτημα του θανάτου σχολιάζει πως “αγωνίζεται διά της ποιήσεως να γίνει ζωοποιός νεκρός”.

 

- Κύριε Κοσμόπουλε η νέα εκδοτική σας απόπειρα, το νέο σας έργο βγαίνει σε μια περίοδο όπου όλος ο πλανήτης διανύει πολύ δύσκολες στιγμές. Τι μπορούμε να ελπίζουμε για το μέλλον, διαβάζοντας παράλληλα την συλλογή σας;

“Η δοκιμασία του κόσμου σήμερα είναι πρωτόγνωρη, διότι δεν πρόκειται για μιά απλή έκφραση της λοιμικής νόσου, όπως αυτές που ταλάνισαν τον ατελή εν τέλει κι αδύναμο άνθρωπο σε προηγούμενες εποχές. Πρόκειται για κάτι πολύ πιο ισχυρό, αενάως μεταλλασσόμενο και ύπουλο. Σίγουρα, δε, έχει να κάνει και με τον βιασμό που έχει επιφέρει στην φύση και στο περιβάλλον ο μεθυσμένος από τις δυνάμεις του σημερινός άνθρωπος, ο οποίος τελεί υπό εικονικό παραλήρημα. Δεν είμαι μελλοντολόγος, κυρία Σαρδέλη, για να προβλέψω τί θα γίνει στο μέλλον. Ούτε οι ίδιοι οι περινούστατοι επιστήμονες το μπορούν. Αναλίσκονται στον αγώνα για να βρουν τα αντίδοτα. Η πραγματικότητα σήμερα μπλέκεται με την εικόνα της, την οποία προσλαμβάνουμε είτε από την εικόνα του υπολογιστή είτε από την οθόνη των κινητών τηλεφώνων. Να, όμως, που ο θάνατος και η απειλή του επελαύνουν με τον πιό μαύρο και απειλητικό τρόπο. Ο θάνατος, τον οποίο επηρμένη από τα τεχνολογικά της επιτεύγματα η ανθρωπότητα –την τελευταία ειδικά πεντηκονταετία του μηδενισμού και της απολυτοποιήσεως των οικονομικών μεγεθών- τόν είχε απωθήσει στα αζήτητα, ζώντας την κίβδηλη μακαριότητα του παροντικού τίποτα, του παραγεμισμένου με προϊόντα. Ένα είναι βέβαιο, ότι η δοκιμασία που περνούμε διαρρηγνύει ήδη την αποχαυνωτική συνθήκη του τηλεοπτικού μας τώρα, με τον θάνατο ν’ αγγίζει πιά την δήθεν πανίσχυρη καθημερινότητά μας. Εν τέλει, τα ίδια τα πράγματα μάς οδηγούν αναγκαστικά στο να βρούμε μιάν απάντηση στο μυστήριο του θανάτου –που συνιστά ταυτοχρόνως και το μυστήριο της ζωής: από το έχειν να πάμε στο είναι, στο ποιοί αληθινά είμαστε και ποιό είναι το νόημα του βίου μας. Με κίνδυνο να χαρακτηρισθώ επικαιρολόγος, αναμετρήθηκα στο εγχείρημα αυτής της ποιητικής σύνθεσης με την ποιητική διαχείριση των παραπάνω ερωτημάτων. Η σοβαρή κριτική, ευτυχώς, το κατενόησε -και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπου το βιβλίο έχει ήδη μεταφραστεί σε τρεις ευρωπαϊκές γλώσσες”.

 

- Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον δικό σας τρόπο με το πεδίο της τεχνολογίας; Πιστεύετε σ' αυτή την ποίηση την τόσο επηρεασμένη από τη "ρεαλιστική" πραγματικότητα της νέας εποχής;

“Η ερώτησή σας μού δίνει την αφορμή να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν ασχολούμαι διόλου με την τεχνολογία στο βιβλίο. Απλούστατα, ως άνθρωπος του καιρού μου και του τόπου μου, νοιώθω και βλέπω –κι εγώ όπως όλοι μας- ότι η τεχνολογία και η άλογη χρήση της, πέρα από την σύληση του κλίματος και του περιβάλλοντος, από μέσον έγινε σκοπός. Και μάλιστα σκοπός υποδουλωτικός, που για τις επιδιώξεις του καθαγιάζει τα πάντα. Από τις εξανδραποδισμένες μάζες των μικρών παιδιών που εργάζονται στα ορυχεία λιθίου της Αφρικής και της Κίνας, πεθαίνοντας κατά εκατοντάδες ημερησίως για να έχει ο καταναλωτικός δυτικός άνθρωπος και το πολιτιστικό, ανθρωπολογικό, οικονομικό και κοινωνικό του «παράδειγμα» -το οποίο έχει επιβληθεί σε σύνολο τον πλανήτη- σκληρούς δίσκους στους υπολογιστές και κάρτες μνήμης στα κινητά τηλέφωνα, μέχρι και τους αποχαυνωμένους μπροστά στις οθόνες εαυτούς μας, όλοι μας ζούμε σε μία «πολύχρωμη» έρημο. Ο ποιητής έχει ένα χρέος: συναισθανόμενος την ομοιότητά του και την κοινότητά του με τους άλλους ανθρώπους, οφείλει, όπως έλεγε ο Αρθούρος Ρεμπώ, «να μετατρέψει τούτο τον χερσότοπο σε πανδαιμόνιο μουσικής». Χωρίς την αγάπη και το νόημα της αδελφότητας, που είναι η πολύτιμη παρακαταθήκη της πνευματικής παράδοσης, η τεχνολογία γίνεται εφιάλτης. Μέσα, λοιπόν, από την πρόσληψη των τεχνολογικών υλικών που οικοδομούν τις ζωές μας πιά, αναζητώ με ποιητικό τρόπο –με τον δικό μου τρόπο- την επανεύρεση των απωλεσθέντων νοημάτων. Διαφορετικά, μπορούμε να μιλούμε πλέον για το τέλος του ανθρώπου, ως τέτοιον που έως τώρα γνωρίζαμε”.    

 

- Φαίνεται κάπως τολμηρό το νέο σας βιβλίο, μόνο και μόνο από τον τίτλο, ο οποίος δίνει το στίγμα του σχετικά με την τεχνολογία. Πώς τον επιλέξατε;

“Να διασαφήσουμε, λοιπόν, τον όντως προκλητικό ξενισμό της λέξης Pixels, ο οποίος, όπως και τόσοι άλλοι ξενισμοί από το τεχνολογικό πεδίο, έχει εισέλθει και εδραιωθεί στην σύγχρονη νεοελληνική. Pixels είναι τα ελάχιστα σε μέγεθος εικονοστοιχεία, τις μικρές –σχεδόν αόρατες διά γυμνού οφθαλμού- κουκκίδες που συναπαρτίζουν την εικόνα μιάς οθόνης: της τηλεόρασης, του υπολογιστή, του κινητού. Πρόερχεται, δε, από την συναιρετική σύντμηση των λέξεων picture (εικόνα) και element (στοιχείο). Αν ρωτήσετε οποιοδήποτε παιδί, μέχρι δεκαπέντε ετών σήμερα, μπορεί να μην ξέρει να συντάξει μιάν ολόκληρη πρόταση σε σωστά ελληνικά, όμως γνωρίζει πάρα πολύ καλά να ανεβάζει ή να κατεβάζει εικόνες υψηλής ευκρίνειας, εκατομμυρίων pixels η καθεμιά τους. Η εν Δεηρά εικόνα, που ύψωσε ο Ναβουχοδονόσορας για να την προσκυνήσει η ανθρωπότητα επί ποινή θανάτου και την οποία αρνήθηκαν να προσκυνήσουν οι τρείς παίδες –γι’ αυτό και ρίχτηκαν στο καμίνι της φωτιάς-, ανατέλλει σήμερα στις οθόνες μας. Χρέος του ποιητή είναι να μένει απροσκύνητος”.

 

- Θα λέγατε πως πρόκειται για ένα έργο πιο μοντέρνο σε σχέση με τα προηγούμενα; Μιας και είναι γνωστή η αγάπη και ο δεσμός με την ελληνική γλώσσα, αλλά αυτή τη φορά έχετε ένα διαφορετικό τρόπο έκφρασης.

“Ο τρόπος ανανεώνεται από την εκάστοτε περίσταση –και τώρα η περίσταση είναι οριακή, περισσότερο από ποτέ. Χαίρομαι που επισημαίνετε την λειτουργία της γλώσσας, σε όλες τις διαστρωματώσεις της, στην ποιητική μου εργασία. Άλλωστε, η γλώσσα είναι η αληθινή πατρίδα του ποιητή –και του κάθε ανθρώπου, θα έλεγα. Στην σύνθεση των Pixels αναπτύσσεται εμμελώς η διελκυστίνδα του διπόλου που ζούμε σήμερα: από την αυθεντικότητα και την γνησιότητα της αληθινής ζωής να εκτινασσόμαστε στην ψευδή συνείδηση της εικονικής κατάστασης. Η ψεύτικη εικόνα μας και η γλώσσα που αυτή συνεπιφέρει προσπαθεί να αποσκεπάσει την αλήθεια της ζωής, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν θα τα καταφέρει. Οι τεχνολογικοί όροι που έχουν πιά εισβάλλει στην καθημερινότητά μας εισάγονται στα ποιήματα του έργου ως τεκμήρια της παραισθητικής μας απερήμωσης έναντι της κατ’ αλήθειαν ζωής και την γλώσσα της. Η μάστιγα της πανδημίας ίσως είναι, ως ύστατη δοκιμασία, ο τρόπος που θα μας οδηγήσει από την παραίσθηση στην συναίσθηση. Από την παράνοια στην μετάνοια”.

 

- Θεωρείτε διδακτική την ποιητική σας αφήγηση; Εχουν ασχοληθεί άλλοι ποιητές της γενιάς με το νέο τεχνολογικό φαινόμενο;

“Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έγραψε στα 1906 ένα μικρό αριστουργηματικό διήγημα με τίτλο Ο Διδάχος. Εκεί καυτηριάζει, όπως μόνον αυτός ξέρει, τον τύπο του ανθρώπου που άκοπα ηθικολογεί, προσπαθεί να διδάξει τους κατώτερους άλλους, κηρύττει και παρουσιάζει ιδεολογικούς τσελεμεντέδες ως πανάκεια. Η ποίηση στέκεται απέναντι στου κήρυκες (και τους άγονους ιεροκήρυκες). Όταν είναι αληθινή, φανερώνει ζωή. Και είναι αληθινή, όταν ο δημιουργός της πάσχει και συμπάσχει με τους συνανθρώπους του. Εάν υπάρχει ένα δίδαγμα –που δίνεται όμως δίχως να διαλαλείται ιδεολογικά- είναι ακριβώς η φανέρωση του κοινού πόνου και της κοινής ατέλειας, αλλά και η ανάγκη της δίψας για παραμυθία. Για παρηγοριά.

Προσωπικώς, δεν με ενδιαφέρει η χρήση τεχνολογικών όρων, ξεκάρφωτων μέσα σε πλαδαρές, «ποιητικές» απόπειρες, η οποία γίνεται μόνον προς το θεαθήναι –για να επιδειχθεί δηλαδή μία αστήρικτη, συγχρονική «άνεση», μιά απροϋπόθετη, επαρχιακού τύπου μοντερνικότητα. Απαιτείται μεγάλη άσκηση για να προσληφθεί οργανικά στις ποιητικές μορφές το κάθε τι: άρα και η τεχνολογία. Λίγοι το καταφέρνουν”.

 

- Το έργο σας αυτό, έρχεται  στο φως λίγο καιρό μετά το χαμό του πολυαγαπημένου σας πατέρα, ενός ανθρώπου που άφησε το δικό του στίγμα στον τόπο. Νιώθετε βαριά την παρακαταθήκη του;

“Ολοι μας τελούμε μέσα στο καθεστώς της απέραντης αλληλεγγύης των νεκρών με τους ζωντανούς. Καλύτερα: των κοιμηθέντων με τους ζωντανούς. Αυτό είναι το μυστήριο της ζωής και η ελευθερία μας καλείται να το διαχειριστεί. Μου λείπει αφόρητα ώρες-ώρες ο πατέρας μου –όπως σε όλους μας, άλλωστε, λείπουν τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Προσεύχομαι για την ανάπαυσή του, γιατί κοπίασε και βασανίστηκε πολύ, και ζητώ την ευχή και του πατέρα και της μητέρας μου. Νοιώθω ότι μου την στέλνουν”.

 

- Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο για το σονέτο ως είδος και πώς αυτό σας έχει εμπνεύσει ώστε να εκφραστείτε και εσείς μέσω αυτού;

“Και γι’ αυτήν την ερώτηση σάς ευχαριστώ. Διότι μου δίνετε την ευκαιρία να μιλήσω για πράγματα απολύτως παρεξηγημένα σε μιά χώρα όπου τα πάντα τελούν υπό σύγχυση και αντιστρέφονται οι σημασίες των πραγμάτων. Τις τελευταίες δεκαετίες από την Μεταπολίτευση και μετά έχει δημιουργηθεί μιά τεράστια παρεξήγηση στα ποιητικά μας πράγματα: ο «ελεύθερος» στίχος, που έσπασε από τις αρχές του εικοστού αιώνα και στην γλώσσα μας την παρακμή των «παραδομένων» μορφών, ταυτίζεται με την ελευθεριότητα μιάς ασυδοσίας, η οποία παραθεωρεί ότι μέσα στην κορυφαία για τα ευρωπαϊκά πράγματα λυρική μας παρακαταθήκη οι κατακτήσεις του μοντερνισμού έχουν κι αυτές την δική τους προσωδιακή τάξη και τους δικούς τους κανόνες. Οι περισσότεροι από όσους νομίζουν ότι γράφουν ποίηση επαναπαύονται ψυχολογικά σε μιάν ελευθεριάζουσα άνεση, που έχει καταντήσει πολτώδες παραλήρημα. Είναι εμφανές, στην συντριπτική πλειοψηφία της σημερινής ποιητικής παραγωγής, ότι οι γράφοντες ταυτίζουν την ποίηση με την κακόγουστη συναισθηματική εξομολόγηση, δίχως να μελετούν καθόλου τους κορυφαίους ποιητές του μοντερνισμού μας. Δεν λέω για την ευρωπαϊκή ποίηση, γιατί είναι ψιλά γράμματα. Οι πάντες γράφουν δίχως καν να διαβάζουν και να σκάπτουν ένδον. Κανένας από τους κορυφαίους μας ποιητές δεν υπήρξε που να μην γνώριζε τους κανόνες της προσωδίας και της μετρικής. Κανένας δεν υπήρξε που να μην είχε οργανική σχέση με τους κορυφαίους λυρικούς της εμμετρότητας, λόγου χάρη τον Σολωμό, τον Βαλαωρίτη, τον Παλαμά, τον Σικελιανό. Όπως δεν μπορεί να νοηθεί ζωγράφος που δεν γνωρίζει σχέδιο και χρώμα –το έχω ξαναπεί-, έτσι δεν μπορεί να υπάρξει ποιητής που να μην γνωρίζει την προσωδιακή λειτουργία και την μετρική τέχνη. Βλέπετε ότι στην ποίηση η τεχνική είναι μέρος του ποιητικού οράματος. Στα τέλη του δεκάτου ενάτου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, απέναντι σε μιά ποιητική παρακμή που υπονόμευε τις κατακτήσεις των μεγάλων ποιητών της εμμετρότητας, ο απελευθερωμένος στίχος ήρθε, ξεκινώντας από τον ίδιο τον Παλαμά και ισχυροποιούμενος από τους μεγάλους μοντερνιστές μας (τον Ρίτσο, τον Σεφέρη, τον Ελύτη), να φέρει νέο ποιητικό ρίγος, αντίστοιχο με τις ποιητικές και πνευματικές ανάγκες εκείνης της εποχής. Στις μέρες μας, όπως προείπα, ψηλαφούμε μιάν αντίστοιχη παρακμή, που θολώνει το ποιητικό τοπίο. Ξεπήδησε λοιπόν η ανάγκη, μέσα από αυτά τα συμφραζόμενα, να δημιουργήσουμε μία νέα οργανικότητα στην ποιητική μορφή, έξω από την παραληρηματική ομίχλη. Εξ αυτών όλων προέκυψε η ενασχόλησή μου και με το σονέτο και με όλες τις έμμετρες μορφές της προσωδιακής μας διαχρονίας. Θα σας εκμυστηρευτώ κάτι: ο δάσκαλός μου Γιάννης Ρίτσος –πρωτοπόρος του μοντερνισμού-, με τον οποίο γνωρίστηκα στενά από τα φοιτητικά μου χρόνια και από τον οποίο διδάχτηκα πολλά, όταν τον πρωτογνώρισα μού απήγγελλε επί μία περίπου ώρα μεγάλα κομμάτια του Παλαμά από στήθους! Άλλωστε, ο Παλαμάς είπε γι’ αυτόν «να παραμερίσουμε, Ποιητή, για να περάσεις». Ο ίδιος, πάλι, Παλαμάς εισώδευσε στα γράμματά μας, με το περίφημο γράμμα του στην Νέα Εστία το 1931, τον Γιώργο Σεφέρη. Βλέπετε την συνέχεια, η οποία βιαίως διεκόπη από πανεπιστημιακές γραμματολογικές συνομοταξίες, ρίχνοντας στα τάρταρα την πρό της γενιάς του ’30 ποίησή μας. Θα πρέπει εδώ να τονίσω έναν κίνδυνο που ελλοχεύει: τον κίνδυνο του στείρου κι άγονου αναμηρυκασμού της εμμετρότητας μόνον ως προς τα εξωτερικά της στοιχεία, από κακού τύπου ριμαδόρους σήμερα, οι οποίοι μέσα σε μία νεοφορμαλιστική πομφόλυγα μιλούν για «επιστροφές», αγνοώντας ηθελημένα την μοντερνιστική μας περίοδο και τις κατακτήσεις της. Πρόκειται για φαινόμενο ψυχολογικής αγκίστρωσης σε μιάν κακού τύπου «νοσταλγία», η οποία αγνοεί την ιστορική και αισθητική πραγματικότητα. Αγνοεί, δε, βροντωδώς και την οργανική συνέχεια ανάμεσα στην εμμετρότητα και τον μοντερνισμό, δημιουργώντας φαιδρές καρικατούρες. Φαινόμενο που ενισχύεται από τα διαβόητα ιστολόγια και την παρακρουστική διαδικτυακή χρήση της ποίησης σ’ ένα υβριδικό τερατούργημα, που δεν το διασώζουν τα likes των οπαδών στο Facebook. Συγκεφαλαιώνοντας, θέλω να επιμείνω ότι δεν μπορεί, κατά την γνώμη μου, να υπάρξει εμμετρότητα σήμερα δίχως την συνομιλία και τον συγκερασμό με την μοντερνιστική παράδοση. Αυτό τουλάχιστον πασχίζω να πραγματώσω εγώ”.

 

- Σε κάποια από τα ποιήματα διαβλέπουμε μία αίσθηση ματαιότητας, η οποία πηγάζει μέσα από λέξεις που δείχνουν το τέλος, τον σκοπό, το επέκεινα. Ποιες είναι οι βαθύτερες σκέψεις που βγαίνουν μέσα από τα ποιήματα σας για την μετά θάνατον ζωή;

“Γνωρίζετε εσείς κανέναν σημερινό άνθρωπο που να μην ζει με την πικρή γεύση της ματαιότητας στα χείλη; Είναι προφανές ότι βαδίζουμε προς στο τέλος ενός πνευματικού και πολιτιστικού «παραδείγματος». Ο ανθρωποκεντρισμός και η μέθη της υποτιθέμενης παντοδυναμίας του τους προηγούμενους αιώνες κορυφώθηκε στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως του εικοστού αιώνα και εξέβαλε στον τεχνολογικό εξανδραποδισμό των ανθρώπων στον εικοστό πρώτο αιώνα. Ο Ρώσος ποιητής Μπρόνσκυ, όταν ρωτήθηκε σε ποιο στρατόπεδο ανήκει, απάντησε σπαρακτικά: «Ανήκα σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Δεν φτάνει αυτό;». Για να πλατύνουμε λίγο το θέμα με αφορμή την ερώτησή σας: ο τραγικός κύκλος της ιστορίας αποδεικνύει νομοτελειακά «όπως θα έλεγαν οι μαρξιστές» ότι οι ανθρώπινες δυνάμεις και ενέργειες είναι ατελέσφορες από μόνες τους να φέρουν την περίφημη «μαζική ευτυχία» της «προόδου». Η πανδημική λαίλαπα το επιβεβαιώνει περιτράνως. Οι πανωλεθρίες και οι ποταμοί των αιμάτων από τον δέκατο έβδομο αιώνα και μετά κάνουν την προγενέστερη ανθρώπινη ιστορία να φαντάζει…παιδική χαρά. Η πνευματική παράδοσή μας αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως «μέγα τραύμα», κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Η απόληξη αυτού του τραύματος είναι το μυστήριο του θανάτου. Συνεπώς, το τραύμα χρειάζεται θεραπεία για να επουλωθεί. Ο εντελέστερος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, κρατούμενος σε χιτλερικό στρατόπεδο, ο συγκλονιστικός Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν δήλωνε ότι αν υπάρχει μία πηγή νοήματος, αλήθειας και διάρκειας, αυτή δεν μπορεί παρά να βρίσκεται εκτός κόσμου. Την χαρακτήριζε «αληθινή αλήθεια». Για την καθ’ ημάς πνευματική παράδοση, αυτή η αλήθεια έχει πρόσωπο. Είναι ενυπόστατη, προσωπική ετερότητα, που σαρκώθηκε και μπήκε στην ιστορία και έγινε ο ίδιος το «μέγα τραύμα», ακριβώς για να ιάσει πάνω στον Σταυρό το «μέγα τραύμα» του ανθρώπου. Και έχει όνομα. Το υπέρ πάν όνομα: Χριστός Ιησούς. Υπ’ αυτήν την οπτική, δεν υπάρχει «εδώ» και «επέκεινα». Υπάρχει Σταύρωση και Ανάσταση. Για την δική μου οπτική, η ζωή είναι ατελεύτητη και ο θάνατος απλώς ένα συμβάν σ’ αυτήν την ατέρμονη συνέχεια που μας δωρήθηκε. Η πρόκληση έγκειται εξ ολοκλήρου στην ελευθερία μας και στην διαχείρισή της, όπως προείπα. Θέλω να πω ότι η ασκητική κλήση για κάθε άνθρωπο είναι ν’ αγαπήσει πεθαίνοντας για τον Άλλο, να πεθάνει εν ζωή ως βιολογικό όν για να ζήσει ατέρμονα στην αναστάσιμη χαρά της αγάπης, που την προγεύεται διά της ζωοποιού νεκρώσεώς του από το εδώ και το τώρα. Αγωνίζομαι διά της ποιήσεως να γίνω ζωοποιός νεκρός. Κατά χάριν”.

 

- Είστε ένας δημιουργός που είχε την ευτυχία να τιμηθεί από πάρα πολύ σημαντικούς θεσμούς και από βραβεία εξαιρετικά σημαντικά. Αυτό πώς λειτουργεί την επόμενη μέρα για εσάς; Προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη ευθύνη ώστε να δημιουργήσετε, να πάτε ένα σκαλί παραπάνω;

“Υπευθυνότητα να γίνομαι καλύτερος και να αντιμετωπίζω όσο γίνεται πιο αληθινά τα δύσκολα –μερικές φορές κολοσσιαία- προβλήματα στην ποιητική έκφραση, γράφοντας σε απογύμνωση, σαν να κάνω την δημόσια προσευχή μου. Κατά τα άλλα, τα βραβεία ήρθαν, δεν πήγα εγώ να τα βρω. Θα ήμουν ανειλικρινής εάν δεν έλεγα: καλοδεχούμενα, αλλά να μην ψηλώνει ο νους μας”.

 

- Πώς βλέπετε σήμερα την διεισδυτικότητα των ποιητικών στίχων στις νεότερες γενιές; Θεωρείται πως αυτό το ύφος και στυλ το οποίο έχετε υιοθετήσει σε αυτό εδώ το έργο σας είναι ένας τρόπος ώστε να γίνει η ποίηση κάπως πιο θελκτική στα νεανικά τους μάτια;

“Επιτρέψτε μου: δεν γράφω με υστεροβουλία για αποδοχή. Προσπαθώ να μην χρησιμοποιώ κόλπα, όπως γίνεται με τον κανόνα του συρμού, για να εντυπωσιάσω. Άλλωστε –αυτά που λέγαμε για τον Διδάχο- οι νέοι άνθρωποι, ειδικά στις μέρες μας, ζητούν αλήθεια. Σιχαίνονται το κίβδηλο. Όταν ήμουν δώδεκα ετών διάβασα ολόκληρο τον Σολωμό. Μέχρι τότε ήξερα από στήθους μόνον τον Ύμνο στην ελευθερία. Όταν έφτασα στον στίχο «Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και τον Χάρο» των Ελεύθερων Πολιορκημένων, κάτι άστραψε μέσα μου. Πώς λέει πάλι ο Σολωμός «Άστραψε φως και γνώρισεν ο νιός τον εαυτό του». Εύχομαι οι νέοι άνθρωποι έτσι να συναντούν την ποίηση, να ξαναγεννιούνται εντός τους. Και αυτό η ποίηση δύναται να το επιτύχει σε κάθε καιρό. Σε κάθε τόπο. Ειδικώς, δε, σε μας, που είτε το θέλουμε είτε όχι έχουμε κάτω από την καθημερινή γλώσσα μας πολυτίμητο αντίδωρο τον Όμηρο, τους τραγικούς, τους λυρικούς, την Υμνογραφία, το δημοτικό τραγούδι και την αδαμάντινη νεοελληνική ποιητική μας εσοδεία –ό,τι σοβαρότερο καρπίσαμε στους αιώνες”.


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ο ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Δημήτρης Κοσμόπουλος γεννήθηκε στο Κοντογόνι (Παπαφλέσσα) Πυλίας στην Μεσσηνία το 1964. Έχει εκδώσει 11 ποιητικά βιβλία και 3 βιβλία δοκιμίων. Έργα του έχουν μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και στα αραβικά. Έχει τιμηθεί με τα εξής βραβεία: Βραβείο Έλληνα λυρικού ποιητή «Λάμπρος Πορφύρας» της Ακαδημίας Αθηνών (2005), Διεθνές Βραβείο «Κ. Π. Καβάφη» για το σύνολο του ποιητικού του έργου (2013), Μεγάλο Βραβείο «Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη» της Ακαδημίας Αθηνών (2018) και Βραβείο «Ζαν Μωρεάς» για την καλύτερη ποιητική συλλογή του 2018, το ποιητικό του βιβλίο Θέριστρον (2019). Τους επόμενους μήνες πρόκειται να κυκλοφορήσουν η μετάφραση των ποιημάτων του Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς, η μετάφραση των ποιημάτων για την Ελλάδα του Γεωργίου Γόρδωνος Λόρδου Βύρωνος και 12 ύμνοι του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού σε δική του μετάφραση. Εντός ολίγων ημερών κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερατώ ο Βαρδιάνος στα σπόρκα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε δική του επιμέλεια και επίμετρο. Τα “Pixels”, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος. Πρόκειται για ένα συνθετικό ασματικό ποίημα για την συνθήκη της πανδημίας, ήδη μεταφρασμένο σε τρεις γλώσσες.


NEWSLETTER