Μια ιδιαίτερη και λιγότερο γνωστή πλευρά της μουσικής του διαδρομής παρουσιάζει ο Θέμης Ανδρεάδης με τη νέα του δισκογραφική έκδοση «Εγώ τον κόσμο περπατώ και καίγομαι», έναν κύκλο δώδεκα τραγουδιών πάνω σε ποιήματα Ελλήνων και ξένων δημιουργών. Ο γνωστός τραγουδιστής και τραγουδοποιός, που το ευρύ κοινό γνώρισε και αγάπησε κυρίως μέσα από τις επιτυχίες του στο σατιρικό τραγούδι, επιστρέφει στις πρώτες μουσικές του αναζητήσεις, τότε που, έφηβος ακόμη, ανακάλυπτε τον κόσμο της ποίησης και επιχειρούσε τις πρώτες του μελοποιήσεις.
Η σχέση του με την ποίηση ξεκινά από τη δεκαετία του 1960, στα χρόνια της μαθητείας του στην κλασική κιθάρα κοντά στον Νότη Μαυρουδή και των πρώτων του εμφανίσεων στις μπουάτ της Πλάκας. Μάλιστα, μία από τις πρώτες του συνθέσεις, η μελοποίηση του ποιήματος «Δύο» του Γεράσιμου Μαρκορά, στάθηκε αφορμή για την εμφάνισή του στην εκπομπή «Χαρούμενα Ταλέντα» του Γιώργου Οικονομίδη, σηματοδοτώντας τα πρώτα βήματα της καλλιτεχνικής του πορείας.
Πολλές δεκαετίες αργότερα, οι παλαιότερες αυτές δημιουργικές αναζητήσεις βρίσκουν τη θέση τους σε μια ολοκληρωμένη δισκογραφική έκδοση, φέρνοντας κοντά ποιητές διαφορετικών εποχών, χωρών και εκφραστικών κόσμων. Στον νέο κύκλο συναντώνται ο Κ. Π. Καβάφης, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Γιώργος Χρονάς, ο Τάσος Κόρφης και ο Γεράσιμος Μαρκοράς, μαζί με τον Σαρλ Μπωντλαίρ, την Έμιλυ Ντίκινσον, τον Γιάροσλαβ Σάιφερτ και τον Γιουνούς Εμρέ. Ποιήματα που μιλούν για τον έρωτα, τη μοναξιά, τη μνήμη, την ανθρώπινη αγωνία και την αναζήτηση αποκτούν μουσική υπόσταση μέσα από την προσωπική συνθετική γραφή του Θέμη Ανδρεάδη.
Τις ενορχηστρώσεις υπογράφει ο Δημήτρης Παπαγγελίδης, ο οποίος συμμετέχει και στις κιθάρες, ενώ στην ηχογράφηση συμπράττει μια ομάδα μουσικών. Ο Νίκος Πλατύρραχος συμμετέχει στο πιάνο και τα πλήκτρα, έχοντας παράλληλα αναλάβει την ηχοληψία και τη μίξη, ενώ ο Βαγγέλης Ζωγράφος στο μπάσο, η Μαριλίζα Παπαδούρη-Παπαγγελίδη στο βιολοντσέλο, ο Στέφανος Θεοδωράκης-Παπαγγελίδης στα κρουστά, ο Δημήτρης Κουφογιώργος στο μαντολίνο και τον μπαγλαμά και ο Δημήτρης Κουφαλάκος στις φυσαρμόνικες συμβάλλουν στη διαμόρφωση του μουσικού τοπίου των τραγουδιών.
Το μεγαλύτερο μέρος των συνθέσεων ερμηνεύει ο ίδιος ο Θέμης Ανδρεάδης. Στο «Εργοστάσια σε ανοιξιάτικο τοπίο», σε ποίηση Γιάροσλαβ Σάιφερτ, συμπράττει με τον γιο του, Δημήτρη Ανδρεάδη, ο οποίος ερμηνεύει επίσης το «A clean well lighted place» του Τάσου Κόρφη. Στο «Πριν απ’ τη δύση», επίσης σε ποίηση Τάσου Κόρφη, ερμηνευτής είναι ο Αγγελος Θεοδωράκης-Παπαγγελίδης.
Η επιστροφή στις ποιητικές του αναζητήσεις συνδέεται με μια ευρύτερη καλλιτεχνική διαδρομή, στην οποία το σατιρικό τραγούδι συνυπήρξε με τις πιο εσωτερικές και λυρικές δημιουργίες. Με αφορμή, άλλωστε, την έκδοση του βιβλίου του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη «Θέμης Ανδρεάδης - Σαν ξαφνικό ταξίδι: Θεμιτά και αθέμιτα του μουσικού του βίου» από τις εκδόσεις «Μετρονόμος», ο Θέμης Ανδρεάδης ανατρέχει σε σημαντικούς σταθμούς της πορείας του, μιλά για τις συνεργασίες του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο και τον Γιάννη Λογοθέτη, αλλά και για τη σχέση του με το σατιρικό τραγούδι.
Για το βιβλίο, σημειώνει ότι τον εντυπωσίασε ο τρόπος γραφής του Καρτσωνάκη. Οι δύο τους γνωρίστηκαν το 2013, έπειτα από επικοινωνία μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και οι συναντήσεις τους έδωσαν στον συγγραφέα το υλικό για να αποδώσει καλλιτεχνικά τις συνομιλίες τους, με λόγο σαφή και ποιοτικό.
Αναφερόμενος στις μπουάτ, όπου άρχισε να τραγουδά σε ηλικία 16 ετών, θυμάται την αθωότητα και τη μυσταγωγική ατμόσφαιρα που χαρακτήριζαν την επικοινωνία καλλιτεχνών και κοινού. Όπως εξηγεί, η παρουσίαση του τραγουδοποιητικού έργου γινόταν με ένα μόνο όργανο, συνήθως κλασική κιθάρα, και πιάνο, χωρίς μικρόφωνα. «Το κοινό σεβόταν τον καλλιτέχνη και το αντίστροφο, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα», αναφέρει.
Στη διαδρομή του, καθοριστική υπήρξε η αναγνώριση από τον Γιάννη Μαρκόπουλο της διπλής καλλιτεχνικής του φύσης.
«Ο Γιάννης Μαρκόπουλος, σε μια εποχή που δεν είχα ακόμα “πατήσει” τα καλλιτεχνικά μου βήματα, διέγνωσε πρώτος τη διπλή πλευρά της καλλιτεχνικής μου υπόστασης, δίνοντάς μου τραγούδια “σατιρικά” από τη μία πλευρά και, παράλληλα, “σοβαρά” τραγούδια. Παράδειγμα, στον ίδιο δίσκο, από τη μία τραγουδούσα ένα τραγούδι που έγινε μεγάλη επιτυχία, το “Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν”, και από την άλλη την υπέροχη μπαλάντα “Όχι, δεν πρέπει να συναντηθούμε”. Έτσι, λοιπόν, με αυτόν τον δισυπόστατο εαυτό πορεύτηκα τα επόμενα 50 χρόνια», όπως επισημαίνει.
Για την ταύτισή του με το σατιρικό τραγούδι, ο Ανδρεάδης παρατηρεί ότι δημοσιογράφοι και δισκογραφικές εταιρείες συχνά εντάσσουν τους καλλιτέχνες σε συγκεκριμένες κατηγορίες, με το επιχείρημα ότι αυτό ζητά το κοινό. Οπως λέει, όσοι ακολουθούν αυτή τη λογική καταλήγουν να επαναλαμβάνονται, ενώ η προσπάθεια να καταθέσουν μια καλλιτεχνική πρόταση που προηγείται της εποχής της απαιτεί υπέρβαση και κόστος.
Σήμερα, θεωρεί ότι η σάτιρα τείνει να ακολουθεί τη λογική του παραλόγου, σε μια πραγματικότητα όπου τίποτα δεν μας εκπλήσσει. Γι’ αυτό και βρίσκεται στο στούντιο, μελοποιώντας και ερμηνεύοντας κείμενα και στίχους του Μέντη Μποσταντζόγλου (ΜΠΟΣΤ), πιστεύοντας ότι το ιδιαίτερο, ανορθόγραφο ύφος του έχει θέση στη σημερινή πραγματικότητα.
Μιλώντας για τη μεγάλη δημοσιότητα που γνώρισε σε νεαρή ηλικία, εξηγεί ότι είχε την ωριμότητα να καταλάβει πως η προβολή έχει ημερομηνία λήξης και δεν επέτρεψε να τον κάνει υπερόπτη. Για το τίμημα της επιτυχίας, η απάντησή του είναι χαρακτηριστική: «Μου στέρησε την προσωπική ζωή και μου χάρισε αναγνωσιμότητα».
Η αποχή του από τις ζωντανές εμφανίσεις συνδέθηκε, όπως λέει, τόσο με την ανάγκη να απομακρυνθεί από το τραγούδι όσο και από την εικόνα του. Η επιστροφή του ήρθε από την ανάγκη επικοινωνίας και της επιθυμίας να μοιραστεί βαθύτερες πλευρές του εαυτού του. Παρότι έμεινε μακριά από την ενεργό μουσική δράση για 20 χρόνια, το κοινό τον υποδέχτηκε ξανά μέσα από τις ηχογραφήσεις και τις ζωντανές εμφανίσεις του. «Δεν κατάφεραν να με σβήσουν απ’ τη συνείδηση του κόσμου, γιατί είχα καταγραφεί με θετικό πρόσημο», σημειώνει.
Τα παλιά τραγούδια παραμένουν μέρος του ρεπερτορίου του και τα ερμηνεύει με χαρά, καθώς, όπως αναφέρει, το κοινό εξακολουθεί να τα ζητά επίμονα, ακόμη και έπειτα από περισσότερα από 50 χρόνια.
Μπορείτε να ακούσετε τα τραγούδια στο κανάλι του καλλιτέχνη στο youtube.
