Κυριακή, 04 Οκτωβρίου 2026 15:19

Ενίσχυση του εξωδικαστικού με ρύθμιση βασισμένη στην εμπορική αξία της περιουσίας

Γράφτηκε από την

Ενίσχυση του εξωδικαστικού με ρύθμιση βασισμένη στην εμπορική αξία της περιουσίας

Του Στέργιου Στεργίου, Οικονομολόγου, μέλους της Northwind

Η μέχρι σήμερα πορεία του εξωδικαστικού μηχανισμού του Ν. 4738/2020 επιβεβαιώνει, κατά την εκτίμησή μου, ότι πρόκειται για το πιο λειτουργικό και αποτελεσματικό εργαλείο ρύθμισης ιδιωτικού χρέους που έχει θεσπιστεί στη χώρα. Η επιτυχής έκβαση χιλιάδων υποθέσεων, η σταδιακή εμπέδωση κουλτούρας συνεργασίας μεταξύ οφειλετών και πιστωτών, αλλά και η δυνατότητα ουσιαστικής ανακούφισης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αποδεικνύουν ότι ο μηχανισμός όχι μόνο λειτούργησε, αλλά και ωρίμασε. Από την πρώτη στιγμή της σύστασής του πίστεψα βαθιά στις δυνατότητές του. Η συμμετοχή μου στον σχεδιασμό και την εφαρμογή του, ως εκπρόσωπος των τραπεζών που τέθηκαν σε εκκαθάριση, μου επέτρεψε να παρακολουθήσω εκ των έσω την εξέλιξη ενός θεσμού που φιλοδοξούσε να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ οικονομικής πραγματικότητας και κοινωνικής ανάγκης. Η εμπειρία αυτή ενίσχυσε την πεποίθησή μου ότι ο εξωδικαστικός συμβιβασμός μπορεί –και πρέπει– να συνεχίσει να βελτιώνεται, ώστε να ανταποκρίνεται ακόμη πιο αποτελεσματικά στις σύγχρονες προκλήσεις.

Βασική αρχή του Ν. 4738/2020 και θεμέλιο της φιλοσοφίας του εξωδικαστικού μηχανισμού είναι ότι η ρύθμιση των οφειλών κάθε οφειλέτη πρέπει να αντανακλά αποκλειστικά και μόνο τις πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής του. Η οικονομική του κατάσταση αξιολογείται με απολογιστικά δεδομένα, στη βάση αντικειμενικών και επαληθεύσιμων στοιχείων, ώστε η προτεινόμενη λύση να είναι βιώσιμη, ρεαλιστική και να μην δημιουργεί νέα γενιά μη εξυπηρετούμενων υποχρεώσεων. Παράλληλα, ο νόμος θέτει ένα σαφές και αδιαπραγμάτευτο όριο: η περικοπή του χρέους δεν μπορεί να υπερβαίνει την αξία της περιουσίας του οφειλέτη και των τυχόν εγγυητών. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ της ανάγκης του οφειλέτη για ουσιαστική ανακούφιση και της προστασίας των δικαιωμάτων των πιστωτών, ενώ παράλληλα αποτρέπεται η στρέβλωση της διαδικασίας μέσω υπερβολικών διαγραφών που θα υπονόμευαν την αξιοπιστία του μηχανισμού. Η αρχιτεκτονική αυτή – συνδυασμός οικονομικού ρεαλισμού, περιουσιακής διαφάνειας και ισόρροπης κατανομής βαρών – αποτέλεσε από την αρχή τον πυρήνα της επιτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού και εξακολουθεί να αποτελεί το σημείο αναφοράς για κάθε συζήτηση περί βελτίωσης ή τροποποίησής του.

Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο οφειλέτης διαθέτει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και, παρά την πρόθεση συνεργασίας, οι πιστωτές – ιδίως οι τράπεζες – αδυνατούν αντικειμενικά να περιορίσουν το χρέος στο επίπεδο που θα επέτρεπε την αποπληρωμή του με βάση τα οικονομικά δεδομένα του οφειλέτη. Η αδυναμία αυτή δεν οφείλεται σε έλλειψη ευελιξίας, αλλά στη θεμελιώδη αρχή του μηχανισμού ότι η διαγραφή δεν μπορεί να υπερβαίνει την αξία της περιουσίας του οφειλέτη και των εγγυητών. Ενισχύεται δε από το γεγονός ότι οι τράπεζες στις προτεινόμενες ρυθμίσεις εφαρμόζουν κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor συν περιθώριο 3% ή 4%. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θεωρώ αναγκαίο να προβλέπεται μια εναλλακτική, απολύτως θεσμικά θωρακισμένη διαδικασία ρύθμισης, η οποία να ευθυγραμμίζεται με τα ισχύοντα στη διανομή εκπλειστηριάσματος. Να εκτιμάται δηλαδή η εμπορική αξία του συνόλου της περιουσίας του οφειλέτη και των εγγυητών από πιστοποιημένο εκτιμητή. Η νέα πρόταση ρύθμισης να διαμορφώνεται με ορίζοντα 20ετίας, ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή απορρόφηση του χρέους από τον οφειλέτη χωρίς να απαιτούνται υπερβολικές ετήσιες καταβολές. Το επιτόκιο να είναι σταθερό στο 3% για όλη τη διάρκεια της 20ετίας, ώστε να διασφαλίζεται προβλεψιμότητα, σταθερότητα και αποφυγή μελλοντικών επιβαρύνσεων λόγω διακυμάνσεων των επιτοκίων και ο επιμερισμός του νέου χρέους στους πιστωτές να γίνεται με βάση την κατάταξή τους στο υποθετικό εκπλειστηρίασμα, δηλαδή όπως ακριβώς θα διανέμονταν τα έσοδα από έναν πλειστηριασμό στην εμπορική αξία της περιουσίας.

Η πρόταση ρύθμισης, σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να είναι ενιαία: μία συνολική ρύθμιση, μία ταυτότητα πληρωμής, μία μηνιαία καταβολή. Κάθε πληρωμή θα επιμερίζεται αυτόματα στους πιστωτές ανάλογα με το μερίδιο συμμετοχής τους, όπως αυτό θα είχε διαμορφωθεί σε ένα υποθετικό εκπλειστηρίασμα βάσει της εμπορικής αξίας της περιουσίας. Με αυτόν τον τρόπο ο οφειλέτης απαλλάσσεται από τον κατακερματισμό πολλαπλών ρυθμίσεων, οι πιστωτές λαμβάνουν καταβολές με δίκαιο και αντικειμενικό τρόπο και η διαδικασία αποκτά διαφάνεια, προβλεψιμότητα και λειτουργική απλότητα. Η ενιαία αυτή δομή όχι μόνο διευκολύνει την καθημερινή διαχείριση της ρύθμισης από τον οφειλέτη, αλλά και ενισχύει την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού, καθώς αποτρέπει ασυμμετρίες, καθυστερήσεις και συγκρούσεις μεταξύ πιστωτών. Με τον τρόπο αυτό, ο μηχανισμός δεν λειτουργεί μόνο ως εργαλείο αναδιάρθρωσης, αλλά και ως μια ουσιαστική τελευταία ευκαιρία για τον οφειλέτη. Πριν οδηγηθεί στη διαδικασία πλειστηριασμού και στην εκποίηση της περιουσίας του, του παρέχεται η δυνατότητα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς κάθε πιστωτή μέσα από μια ενιαία, σταθερή και μακροπρόθεσμη ρύθμιση. Η εμπορική αξία της περιουσίας του αξιοποιείται ως βάση για μια λύση που αντικατοπτρίζει την πραγματική οικονομική του δυνατότητα, χωρίς να τον εξωθεί σε αναγκαστική απώλεια περιουσιακών στοιχείων.

Ένας επιπλέον, ιδιαίτερα κρίσιμος λόγος που καθιστά αναγκαία την προτεινόμενη ρύθμιση είναι το γεγονός ότι, στις περιπτώσεις όπου ο οφειλέτης με δεδομένη περιορισμένη οικονομική δυνατότητα και διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, η προσπάθεια επίτευξης εξωδικαστικού συμβιβασμού συνήθως ναυαγεί. Οι τράπεζες, δεσμευμένες από το θεσμικό πλαίσιο και αδυνατώντας να προβούν σε διαγραφή πέραν της αξίας της περιουσίας, οδηγούνται αναγκαστικά σε ενέργειες αναγκαστικής εκτέλεσης και εκποίησης. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι μόνο δυσμενής για τον οφειλέτη, αλλά είναι και εξαιρετικά επιβαρυντική για τις τράπεζες. Οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού είναι χρονοβόρες, συχνά πολυετείς, και συνοδεύονται από σημαντικό κόστος: δικαστικά έξοδα, έξοδα εκτέλεσης, καθυστερήσεις, ανακοπές, προσφυγές, αναστολές. Το ίδιο ισχύει και για τον οφειλέτη, ο οποίος επιβαρύνεται οικονομικά, ψυχολογικά και κοινωνικά, ενώ ταυτόχρονα χάνει κάθε δυνατότητα να διασώσει την περιουσία του ή να διαμορφώσει μια βιώσιμη λύση. Η προτεινόμενη διαδικασία αποτρέπει ακριβώς αυτή την αδιέξοδη πορεία.

Η πρόταση αντιβαίνει την αρχή της βιωσιμότητας της ρύθμισης. Ο νόμος επιβάλλει η αναδιάρθρωση να βασίζεται σε ρεαλιστικές δυνατότητες αποπληρωμής του οφειλέτη, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων οφειλών. Η πρόταση δεν στηρίζεται σε απολογιστικά οικονομικά δεδομένα, διαμορφώνει ρύθμιση 20ετίας με σταθερό επιτόκιο με μόνη ασφάλεια την συναίνεση του οφειλέτη και δεν εξασφαλίζει προβλεψιμότητα και σταθερότητα. Αντί να καταλήξει η υπόθεση σε πολυετείς δικαστικές αντιπαραθέσεις και αναγκαστικές εκποιήσεις, ο οφειλέτης αποκτά μια τελευταία, ουσιαστική ευκαιρία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και η όποια αθέτηση δημιουργεί πρόσθετο δικαίωμα στους πιστωτές για άμεσες νομικές ενέργειες αναγκαστικής εκποίησης της περιουσίας. Άλλωστε η υιοθέτηση της πρότασης δημιουργεί μια μικρή χρονικά καθυστέρηση στην έναρξη δικαστικών μέτρων η οποία όμως μπορεί να εξελιχθεί σε λύση απρόσκοπτης αποπληρωμής του χρέους.

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει αποδείξει την αξία του ως ένα ώριμο και αποτελεσματικό εργαλείο ρύθμισης οφειλών. Για να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις σύνθετες ανάγκες της οικονομικής πραγματικότητας, απαιτείται η συμπλήρωσή του με μια θεσμικά ασφαλή διαδικασία για περιπτώσεις όπου η περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη δεν επιτρέπει βιώσιμη λύση με τα σημερινά μέσα. Μια ρύθμιση βασισμένη στην εμπορική αξία της περιουσίας, με ενιαία δομή και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματική τελευταία ευκαιρία πριν την αναγκαστική εκποίηση. Έτσι, ο μηχανισμός ενισχύεται ουσιαστικά, προσφέροντας δίκαιες και εφαρμόσιμες λύσεις τόσο για τους οφειλέτες όσο και για τους πιστωτές.