Κυριακή, 04 Οκτωβρίου 2026 20:52

Η 1η Οκτωβρίου της Ανατολικής Μεσογείου: δύο μηνύματα, ένα γεωπολιτικό τεστ

Γράφτηκε από την

Η 1η Οκτωβρίου της Ανατολικής Μεσογείου: δύο μηνύματα, ένα γεωπολιτικό τεστ

Του Χρήστου Καπούτση

Η Άγκυρα ανεβάζει τον τόνο την ημέρα της Κυπριακής Ανεξαρτησίας, ενώ η Αθήνα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το καλώδιο, το Oruç Reis και το Κυπριακό συναντώνται σε ένα κρίσιμο γεωπολιτικό σταυροδρόμι.

Η Τουρκία του Τ. Ερντογάν,  δεν επέλεξε τυχαία την 1η Οκτωβρίου για να επαναφέρει με ένταση την Ανατολική Μεσόγειο στο επίκεντρο. Την ημέρα που η Κυπριακή Δημοκρατία γιόρταζε τα 66 χρόνια από την Ανεξαρτησία της, η Τουρκία εξέδωσε NAVTEX για έρευνες σε θαλάσσια περιοχή νοτίως των κατεχομένων κυπριακών εδαφών και έστειλε στην περιοχή, εντός της οριοθετημένης κυπριακής ΑΟΖ,  το ερευνητικό πλοίο OruçReis. Η NAVTEX ισχύει έως τις 25 Οκτωβρίου και συνδέεται με τον σχεδιασμό υποθαλάσσιου τουρκικού αγωγού φυσικού αερίου προς τα κατεχόμενα.

Παράλληλα, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέφερε στο προσκήνιο την απαίτηση για προηγούμενη συνεννόηση με την Άγκυρα σχετικά με εργασίες που συνδέονται με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, υποστηρίζοντας ότι δεν θα επιτρέψει «μη εξουσιοδοτημένες» δραστηριότητες σε περιοχές που θεωρεί τμήμα της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.

Η Αθήνα, από την πλευρά της, έχει διαμηνύσει ότι δεν τίθεται θέμα τουρκικής άδειας για την υλοποίηση της διασύνδεσης.

Δύο διαφορετικές ενεργειακές υποδομές, λοιπόν, δύο διαφορετικοί σχεδιασμοί, αλλά ένας κοινός γεωπολιτικός χώρος. Από τη μία, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, με προοπτική επέκτασης προς το Ισραήλ, έργο ευρωπαϊκής διάστασης και στρατηγικού ενδιαφέροντος. Από την άλλη, ο τουρκικός σχεδιασμός για ενεργειακή σύνδεση της Τουρκίας με τα κατεχόμενα, με το θαλάσσιο τμήμα του αγωγού να υπολογίζεται περίπου στα 97 χιλιόμετρα.

Το μήνυμα της Άγκυρας είναι συνεπώς διπλό: αμφισβήτηση της δυνατότητας υλοποίησης ενός έργου που ενισχύει τη σύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ και, ταυτόχρονα, προώθηση μιας δικής της ενεργειακής αρχιτεκτονικής στην Κύπρο. Η ενεργειακή πολιτική μετατρέπεται έτσι σε εργαλείο διεκδικήσεων επί του θαλάσσιου χώρου, στο πλαίσιο της αναθεωρητικής πολιτικής της Τουρκίας.

Η απάντηση της Ελληνικής Κυβέρνησης, αν και μέσω «πηγών»,   ήταν σαφής. Διπλωματικές πηγές χαρακτήρισαν τη νέα τουρκική NAVTEX «μία ακόμη προκλητική μονομερή ενέργεια», υποστηρίζοντας ότι έρευνες σε περιοχές κυπριακών χωρικών υδάτων και υφαλοκρηπίδας χωρίς τη συναίνεση της Κυπριακής Δημοκρατίας στερούνται νομικής βάσης και προσκρούουν στο Διεθνές Δίκαιο και στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Την ίδια ημέρα, στη Λευκωσία, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, συνοδευόμενος από τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ στρατηγό Δημήτριο Χούπη, παρέστη στις εκδηλώσεις για την επέτειο της Ανεξαρτησίας. Κατέθεσε στεφάνι στα Φυλακισμένα Μνήματα μαζί με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη, συναντήθηκε στο Προεδρικό Μέγαρο και παρέστη στη στρατιωτική παρέλαση, με συμμετοχή και ελληνικών F-16. «Η Ελλάδα είναι και θα παραμείνει πλησίον της Κυπριακής Δημοκρατίας», δήλωσε από τη Λευκωσία ο υπουργός Εθνικής Άμυνας.

Η εικόνα είναι χαρακτηριστική: ενώ η Ελλάδα επαναβεβαιώνει πολιτικά τη στήριξή της προς την Κυπριακή Δημοκρατία, η Τουρκία επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα ή, τουλάχιστον, να επιβάλει στην πράξη τη δική της ερμηνεία για το ποιος δικαιούται να δραστηριοποιείται στις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου.

Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι μόνο τι θα συμβεί με ένα καλώδιο ή ένα ερευνητικό πλοίο. Είναι αν οι θαλάσσιες ζώνες θα συνεχίσουν να ρυθμίζονται από κανόνες ή από μονομερείς αποφάσεις και την παρουσία ισχύος επί του πεδίου. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, αυτή η διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή η ενεργειακή ασφάλεια, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και η εφαρμογή του Δικαίου της Θάλασσας συνδέονται πλέον άμεσα με την ίδια την περιφερειακή σταθερότητα.

Και εδώ η συγκυρία αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Από την 1η Οκτωβρίου η Ελλάδα ανέλαβε για δεύτερη φορά, κατά τη θητεία της ως αιρετό μέλος, την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Η Αθήνα δεν αποκτά, βεβαίως, την εξουσία να επιλύει διεθνείς κρίσεις. Η προεδρία δεν είναι προνόμιο επιβολής, αλλά ευθύνη διαχείρισης: οργάνωση των εργασιών, διευκόλυνση συναινέσεων και ανάδειξη ζητημάτων που η ελληνική διπλωματία θεωρεί κρίσιμα.

Και η ατζέντα του Οκτωβρίου είναι βαριά: Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Λίβανος, Συρία, Ερυθρά Θάλασσα, Υεμένη, Σουδάν, Αφρική, αλλά και η διαδικασία επιλογής του επόμενου Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ. Στο Κυπριακό, το Συμβούλιο Ασφαλείας παραμένει ιστορικά ενεργό, καθώς η ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ και το πλαίσιο των αποφάσεών του αποτελούν σταθερό μέρος της διεθνούς διαχείρισης του ζητήματος.

Η Ελλάδα έχει θέσει ως προτεραιότητες την ειρηνική επίλυση διαφορών, το Διεθνές Δίκαιο, την προστασία των παιδιών στις ένοπλες συγκρούσεις και τη θαλάσσια ασφάλεια.

Για έναν μήνα, λοιπόν, η Ελλάδα θα συντονίζει το έργο του Συμβουλίου Ασφαλείας. Θα προεδρεύει στις συνεδριάσεις και τις διαβουλεύσεις του. Με προτεραιότητες την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, την προστασία των αμάχων και τη διαχείριση των μεγάλων διεθνών  κρίσεων. 

Είτε είναι ανθρωπιστικές,  είτε στρατιωτικές. Είτε αφορούν πολέμους που ήδη μαίνονται,  είτε κρίσεις που απειλούν να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο.

Αυτό είναι το καθήκον του Συμβουλίου Ασφαλείας. Να υπερασπίζεται την ειρήνη. Να αναζητά λύσεις. Να αποτρέπει τον πόλεμο. Και να προλαμβάνει μια επικείμενη  ανθρωπιστική καταστροφή.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Τον πρώτο λόγο τον έχουν τα πέντε μόνιμα μέλη του Σ.Α., που έχουν και δικαίωμα βέτο. Είναι Οι μεγάλες δυνάμεις. Πέντε χώρες  οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Γαλλία και η Βρετανία,  κατέχουν μια μοναδική εξουσία στο διεθνές σύστημα: το δικαίωμα veto στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Μία και μόνη αρνητική ψήφος ενός από τα πέντε μόνιμα μέλη μπορεί να ακυρώσει μια απόφαση, ακόμη και αν τα υπόλοιπα μέλη την έχουν υπερψηφίσει.

Και ίσως,  αυτή να είναι η πιο δύσκολη αποστολή του ΟΗΕ:

Να ζητά ειρήνη από εκείνους που, όταν το απαιτούν οι στρατηγικοί τους στόχοι και τα συμφέροντά τους, εμπιστεύονται περισσότερο τη στρατιωτική ισχύ και την υπεροχή των όπλων, παρά τη διεθνή νομιμότητα και το Διεθνές Δίκαιο.