Δύο αιώνες μετά την αρπαγή τους, το αίτημα για την επιστροφή τους δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά την ίδια την αξιοπιστία του πολιτισμένου κόσμου.
Ειλικρινά, δίστασα πολύ πριν αποφασίσω να γράψω αυτές τις γραμμές. Όχι επειδή μου έλειπαν τα επιχειρήματα, αλλά επειδή αναρωτιόμουν ποιες λέξεις θα μπορούσαν να αποδώσουν με ακρίβεια την αγανάκτησή μου για μια υπόθεση που, ακόμη και σήμερα, προσβάλλει όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και την ίδια την έννοια του πολιτισμού.
Πώς περιγράφει κανείς μια πράξη αφαίρεσης πολιτιστικής κληρονομιάς δύο αιώνες αργότερα; Και πώς χαρακτηρίζει εκείνους που εξακολουθούν να υπερασπίζονται τα κατορθώματα τους αδίκως ???
Ο λόγος, φυσικά, για τον λόρδο Έλγιν και τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Για ορισμένους Βρετανούς, ο Έλγιν μπορεί να θεωρείται ήρωα που συνέβαλε στον εμπλουτισμό των συλλογών της χώρας τους. Για πολλούς άλλους, όμως, το όνομά του έχει ταυτιστεί με μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες πράξεις ( κλοπή ) πολιτιστικών θησαυρών στην παγκόσμια ιστορία.
Μέσα σε διάστημα μόλις ενός μήνα, συνόδευσα δύο διαφορετικές αντιπροσωπείες, στο πρόγραμμα των οποίων περιλαμβανόταν επίσκεψη στο Μουσείο της Ακρόπολης. Καθώς η ξεναγός εξηγούσε την ιστορία της απομάκρυνσης των Γλυπτών, οι επισκέπτες διατύπωναν ξανά και ξανά τα ίδια, απολύτως εύλογα ερωτήματα: Γιατί δεν επιστρέφονται; Γιατί δεν αποδίδονται στην Ελλάδα, ώστε να επανενωθούν με τα υπόλοιπα τμήματα του μνημείου στο οποίο ανήκουν;
Ερωτήματα απλά, σχεδόν αυτονόητα, τα οποία, ωστόσο, εξακολουθούν να μην έχουν λάβει την απάντηση που θα περίμενε κανείς από θεσμούς οι οποίοι επικαλούνται τον σεβασμό στην ιστορία και τον πολιτισμό.
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι λάφυρο
Θα περίμενε κανείς από τους αρμόδιους Βρετανούς αξιωματούχους, και ιδιαίτερα από όσους έχουν την ευθύνη των μουσείων, να αντιμετωπίζουν το ζήτημα με μεγαλύτερη ευαισθησία και αυτοκριτική.
Αναρωτιέμαι από πότε η κατοχή ισοδυναμεί με δικαίωμα; Και από πότε η δυνατότητα ενός ισχυρού κράτους να διατηρεί στην επικράτειά του έναν θησαυρό άλλου λαού αποτελεί επαρκή λόγο για να αρνείται την επιστροφή του;
Οταν ο κλέφτης προτείνει να δανείσει στον ιδιοκτήτη ό,τι του πήρε
Ας φανταστούμε μια απλή καθημερινή κατάσταση. Κάποιος αφαιρεί από το σπίτι σας ένα πολύτιμο αντικείμενο. Εσείς ζητάτε να σας επιστραφεί και εκείνος, αντί να το αποδώσει, σας προτείνει να σας το δανείσει για κάποιο χρονικό διάστημα.
Θα δεχόσασταν αυτή την πρόταση ως δίκαιη λύση; Θα θεωρούσατε ότι αποκαθίσταται η αδικία ή ότι απλώς παρατείνεται;
Αυτή ακριβώς είναι η ηθική αντίφαση που αναδεικνύεται όταν η επιστροφή των Γλυπτών συζητείται με όρους δανεισμού. Η Ελλάδα δεν ζητά να φιλοξενήσει προσωρινά έναν ξένο πολιτιστικό θησαυρό. Ζητά την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, ενός μνημείου που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς.
Πώς είναι δυνατόν, ύστερα από περίπου δύο αιώνες, να εξακολουθούμε να συζητάμε με αυτούς τους όρους;
Ο Έλγιν απομάκρυνε ( έκλεψε) τα Γλυπτά από τον Παρθενώνα στις αρχές του 19ου αιώνα, υπό συνθήκες και με διαδικασίες που παραμένουν αντικείμενο ιστορικής και νομικής συζήτησης. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι ορατό μέχρι σήμερα: τμήματα ενός ενιαίου μνημείου βρίσκονται μακριά από τον τόπο για τον οποίο δημιουργήθηκαν, ενώ άλλα παραμένουν στην Ελλάδα.
Ακούγεται, κατά καιρούς, το επιχείρημα ότι η επιστροφή των Γλυπτών θα στερούσε από τα βρετανικά μουσεία σημαντικά εκθέματα και, ενδεχομένως, έσοδα. Αν πράγματι αυτό αποτελεί έναν από τους προβληματισμούς, τότε οφείλουμε να αναρωτηθούμε: Είναι δυνατόν η οικονομική διάσταση να υπερισχύει της ιστορικής δικαιοσύνης; Μπορεί η πολιτιστική κληρονομιά να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως πηγή εσόδων;
Η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα
Εκείνο που με προβληματίζει επίσης, είναι μια άλλη, ευρύτερη διάσταση του ζητήματος: Γιατί η διεθνής κοινότητα δεν κινητοποιείται με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών;
Υπάρχουν άνθρωποι, οργανώσεις και προσωπικότητες σε πολλές χώρες που υποστηρίζουν το ελληνικό αίτημα. Υπάρχουν, όμως, και πολλοί που παραμένουν σιωπηλοί, σαν να πρόκειται για μια διμερή διαφωνία χωρίς ευρύτερη σημασία.
Γι’ αυτό και η υπόθεση των Γλυπτών πρέπει να γίνει αντικείμενο ευρύτερης διεθνούς κινητοποίησης. Όχι με κραυγές και εύκολους χαρακτηρισμούς, αλλά με επιμονή, τεκμηρίωση, δημόσιο διάλογο και πολιτιστική διπλωματία. Η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι μόνη σε αυτή την προσπάθεια.
Ένα ερώτημα που αξίζει να τεθεί σε κάθε επισκέπτη
Θα ήθελα να προτείνω κάτι απλό, συμβολικό, αλλά με ισχυρό μήνυμα.
Κάθε φορά που Βρετανοί επισκέπτες φτάνουν στο Μουσείο της Ακρόπολης, θα μπορούσε να τους δίνεται η ευκαιρία να σταθούν μπροστά στα τμήματα των Γλυπτών που διατηρούνται στην Ελλάδα και να αντικρίσουν την εικόνα της αποσπασματικής τους κατάστασης. Και τότε να τίθεται ένα ερώτημα ..
«Θα θεωρούσατε δίκαιο ένα τμήμα των γλυπτών με κομμένα κεφάλια , πόδια και χέρια να βρίσκονται στην πατρίδα σας χωρις να σας ανοίγουν …
Νομίζω ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα εξαρτάται από την αίσθηση δικαιοσύνης που διαθέτει κάθε άνθρωπος, από την ικανότητά του να κοιτάζει την ιστορία χωρίς προκαταλήψεις και από την προθυμία του να αναγνωρίζει ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν αποτελεί ιδιοκτησία της ισχύος, αλλά ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές.
Ασφαλώς, το ζήτημα είναι σύνθετο και απαιτεί, πάνω απ’ όλα, να μη συνηθίσουμε την αδικία. Γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος για μια ιστορική διεκδίκηση δεν είναι μόνο η άρνηση εκείνων που έχουν τη δύναμη να την ικανοποιήσουν, αλλά και η σταδιακή αποδοχή της εκκρεμότητας ως μιας κατάστασης που δεν αλλάζει.
Η επιστροφή ως πράξη ιστορικής ευθύνης
Κλείνοντας, αισθάνομαι βαθιά αμηχανία και θλίψη για όλες τις χώρες που εξακολουθούν να διατηρούν στην κατοχή τους μνημεία και πολιτιστικούς θησαυρούς άλλων λαών, οι οποίοι αποκτήθηκαν μέσα από συνθήκες που σήμερα γεννούν σοβαρά ηθικά και ιστορικά ερωτήματα.
Για τη Βρετανία, η οριστική επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα θα μπορούσε να αποτελέσει μια πράξη ιστορικής ευθύνης. Θα ήταν μια ευκαιρία να αποδείξει ότι οι αξίες που προβάλλει διεθνώς —ο σεβασμός στον πολιτισμό, η δικαιοσύνη και η προσήλωση στην ιστορική αλήθεια— δεν αποτελούν απλώς διακηρύξεις, αλλά αρχές που εφαρμόζονται ακόμη και όταν η εφαρμογή τους απαιτεί δύσκολες αποφάσεις.
Η Ελλάδα δεν ζητά μια χάρη. Ζητά το αυτονόητο την επιστροφή ενός από τα σημαντικότερα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς στην χώρα που τα γέννησε.
