«Τα συμπεράσματα της Συνόδου δεν ανταποκρίνονται στον επείγοντα χαρακτήρα της ενεργειακής κρίσης», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από τις Βρυξέλλες. Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι απαιτούνται πρόσθετα μέτρα και ευρωπαϊκή ευελιξία, ώστε να στηριχθούν ουσιαστικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η ενεργειακή ακρίβεια και οι επιπτώσεις της στην ευρωπαϊκή οικονομία βρέθηκαν στο επίκεντρο της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις Βρυξέλλες, στις 15 και 16 Οκτωβρίου. Οι 27 ηγέτες κλήθηκαν να αναζητήσουν κοινή απάντηση σε μια κρίση που επιβαρύνεται από τη γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, τη σύγκρουση με το Ιράν και τον συνεχιζόμενο πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας, οι οποίοι εντείνουν την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Για την Ελλάδα, το πραγματικό ζητούμενο παραμένει η μετατροπή των ευρωπαϊκών διακηρύξεων σε μετρήσιμη ελάφρυνση για τους καταναλωτές και την παραγωγή. Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στις αποφάσεις των Βρυξελλών και στην καθημερινότητα των Ευρωπαίων πολιτών εξακολουθεί να είναι μεγάλη. Η Ευρώπη αναγνωρίζει το πρόβλημα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πότε θα περάσει από τις διαπιστώσεις στην πράξη. Η αναγνώριση του προβλήματος δεν συνιστά λύση. Και οι εξαγγελίες μέτρων δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος. Όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση αδυνατεί να διαμορφώσει μια συγκεκριμένη, αποτελεσματική και κοινά συντονισμένη πολιτική για το ενεργειακό κόστος, το βάρος θα εξακολουθεί να μεταφέρεται στα νοικοκυριά, στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφωνούν ότι υπάρχει πρόβλημα. Εκεί που διαφωνούν είναι στο ποιος θα πληρώσει το τίμημα. Και αυτό ακριβώς είναι το έλλειμμα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης: όταν έρχεται η ώρα του λογαριασμού, η κοινή ευθύνη υποχωρεί μπροστά στους εθνικούς υπολογισμούς.
Ουκρανία: Όταν η ενέργεια γίνεται όπλο και η ειρήνη πεδίο συναλλαγής
Η Σύνοδος Κορυφής των Βρυξελλών ανέδειξε μια βαθύτερη γεωπολιτική κρίση: δεν δοκιμάζεται μόνο η αντοχή της Ουκρανίας απέναντι στη ρωσική εισβολή, αλλά και η συνοχή της δυτικής συμμαχίας. Ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι προειδοποίησε ότι, σε περίπτωση ρωσικής νίκης, έως και 20 εκατομμύρια Ουκρανοί θα μπορούσαν να αναζητήσουν καταφύγιο στην Ευρώπη. Το μήνυμα προς τους Ευρωπαίους δεν αφορά, επομένως, μόνο την τύχη του Κιέβου, αλλά και την ασφάλεια, την οικονομία και την κοινωνική συνοχή ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πιο ανησυχητική εξέλιξη, ωστόσο, καταγράφεται στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Κιέβου. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία για την επανεισαγωγή ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, με στόχο την αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων. Η απόφαση, όμως, δημιουργεί μια στρατηγική αντίφαση: η Ρωσία αποκτά πρόσθετα έσοδα από την ενέργεια, ενώ ταυτόχρονα καλείται να διαπραγματευτεί τον τερματισμό ενός πολέμου που η ίδια διεξάγει. Ο Ζελένσκι προειδοποίησε ότι τα έσοδα αυτά ενισχύουν τη δυνατότητα της Μόσχας να χρηματοδοτεί τις πολεμικές της επιχειρήσεις.
Το ενεργειακό ζήτημα συνδέεται άμεσα και με το στρατιωτικό πεδίο. Η λεγόμενη «ενεργειακή εκεχειρία», την οποία ανακοίνωσε ο Τραμπ, δεν συνοδεύτηκε από αμοιβαία και επαληθεύσιμη παύση των πληγμάτων. Η Ουκρανία επανέλαβε τις επιθέσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, υποστηρίζοντας ότι η Μόσχα συνέχιζε να πλήττει τις δικές της ενεργειακές υποδομές.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του ευρωπαϊκού διλήμματος. Η Ευρώπη δηλώνει ότι στηρίζει την Ουκρανία, αλλά δεν διαθέτει ακόμη πλήρη στρατηγική αυτονομία, ούτε μπορεί να υποκαταστήσει άμεσα κρίσιμες αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες. Ταυτόχρονα, η ενεργειακή κρίση περιορίζει τα περιθώρια οικονομικής και πολιτικής αντοχής της.
Στο ουκρανικό μέτωπο, η Ρωσία επιδιώκει να εξαντλήσει στρατιωτικά και οικονομικά το Κίεβο, πλήττοντας κρίσιμες υποδομές και ενεργειακές εγκαταστάσεις. Παράλληλα, οι επιθέσεις με drones στη Μαύρη Θάλασσα, κοντά στις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, εντείνουν τις ανησυχίες για επέκταση των κινδύνων προς το ΝΑΤΟ και διατάραξη εμπορικών και επισιτιστικών ροών.
Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι η δυτική στρατηγική δεν εμφανίζεται πλέον απολύτως συνεκτική. Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, με στόχο την αποκλιμάκωση των τιμών, προκάλεσε αντιδράσεις στην Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι υπουργοί Εξωτερικών ξεκαθάρισαν ότι οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας παραμένουν σε ισχύ. Η αντίφαση είναι ουσιαστική: η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει το ενεργειακό κόστος, ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φοβούνται ότι η χαλάρωση των περιορισμών μπορεί να ενισχύσει οικονομικά τη Μόσχα.
Στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος με το Ιράν και οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ μετατρέπουν την ενεργειακή ασφάλεια σε ζήτημα στρατηγικής επιβίωσης. Όταν απειλούνται οι ροές πετρελαίου, φυσικού αερίου και διυλισμένων προϊόντων, οι συνέπειες μεταφέρονται στις τιμές καυσίμων, στις μεταφορές, στη βιομηχανία, στα λιπάσματα και τελικά στο κόστος ζωής. Η ενεργειακή κρίση, επομένως, δεν είναι απλώς οικονομική παρενέργεια των πολέμων. Αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει την αντοχή των κοινωνιών και τα περιθώρια άσκησης εξωτερικής πολιτικής.
Ωστόσο, η βαθύτερη απειλή για τη Δύση δεν προέρχεται μόνο από την ταυτόχρονη εκδήλωση πολλαπλών πολεμικών και ενεργειακών κρίσεων. Προέρχεται και από τη δυσκολία των ίδιων των συμμάχων να συμφωνήσουν στις προτεραιότητες, στα μέσα και στο κόστος αντιμετώπισής τους.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή και η ενεργειακή ακρίβεια συνθέτουν ένα ενιαίο γεωπολιτικό πεδίο, όπου τα εθνικά συμφέροντα συχνά συγκρούονται με τις συλλογικές δεσμεύσεις. Η ενέργεια μετατρέπεται σε όπλο πίεσης και ο λογαριασμός φτάνει στους πολίτες. Το πραγματικό ρήγμα στη Δύση δεν είναι η έλλειψη ισχύος, αλλά η απουσία κοινής στρατηγικής. Γιατί, όταν κάθε σύμμαχος μετρά διαφορετικά το κόστος και το όφελος, η συμμαχία παραμένει ισχυρή στα χαρτιά, αλλά ευάλωτη στην πράξη.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή και η ενεργειακή ακρίβεια αποτελούν αλληλένδετες κρίσεις. Έτσι, η γεωπολιτική αστάθεια μετατρέπεται σε οικονομική πίεση και η ενεργειακή ανασφάλεια σε ρήγμα στη Δυτική Συμμαχία.
