Η αφετηρία της έρευνας ήταν μια σχεδόν αυθόρμητη απορία. Όπως αφηγείται ο ίδιος ο συγγραφέας: «Έπεσα πάνω στην προτομή του στην Πρέβεζα. Είχα διαβάσει κάποια πράγματα για τον Καρυωτάκη, αλλά αυτή η συνάντηση μού κίνησε το ενδιαφέρον να μάθω περισσότερα. Και τότε σκέφτηκα: είχε άραγε κάποια σχέση με τη Θεσσαλονίκη;»
Η απάντηση αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη από όσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Ο ποιητής δεν πέρασε απλώς από την πόλη. Η Θεσσαλονίκη συνδέθηκε με ορισμένες από τις δυσκολότερες και πιο φορτισμένες περιόδους της ζωής του, αφήνοντας αποτύπωμα στην ψυχοσύνθεσή του και, κατά τον συγγραφέα, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση εκείνης της βαθιάς μελαγχολικής ματιάς που χαρακτήρισε το έργο του.
«Ανακάλυψα ότι ο Καρυωτάκης είχε μια σχέση με τη Θεσσαλονίκη που όχι μόνο ήταν υπαρκτή, αλλά χάραξε πραγματικά την ψυχή του. Σε σημείο που να τη θεωρήσω εγώ επώδυνη. Γι’ αυτό και έδωσα τον τίτλο "Η Επώδυνη Θεσσαλονίκη του Κώστα Καρυωτάκη"», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Μπλατσιώτης.
Η ιστορία ξεκινά το 1918. Ο πατέρας του Καρυωτάκη, δημόσιος υπάλληλος στη νομαρχιακή διοίκηση, είχε μετατεθεί στη Θεσσαλονίκη σε μια εποχή έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε βενιζελικούς και βασιλόφρονες. Ο νεαρός τότε ποιητής, μόλις 22 ετών, φτάνει στην πόλη για να επισκεφθεί τους γονείς του. Η άφιξή του, όμως, εξελίσσεται απροσδόκητα.
Στον παλαιό σιδηροδρομικό σταθμό, λίγο μετά την αποβίβασή του από το τρένο, εντοπίζεται από στρατιωτική περίπολο. Η Ελλάδα βρίσκεται σε πολεμική κινητοποίηση και η ηλικία του τον καθιστά υπόχρεο στράτευσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Μπλατσιώτης, ο Καρυωτάκης συλλαμβάνεται επιτόπου και οδηγείται σε στρατόπεδο νεοσυλλέκτων, χωρίς καν να προλάβει να συναντήσει τους γονείς του.
«Για άλλη δουλειά ήρθε, άλλη δουλειά τού έτυχε. Είναι ένας μοναχικός άνθρωπος και όλη αυτή η ζωή μέσα στο στρατόπεδο δεν του ταίριαζε καθόλου», σημειώνει ο συγγραφέας.
Για έναν άνθρωπο εσωστρεφή, βαθιά προσανατολισμένο στη λογοτεχνία και την ποίηση, η στρατιωτική ζωή υπήρξε ένα βίωμα ιδιαίτερα επώδυνο. Μέσα σε εκείνο το περιβάλλον γεννιούνται εμπειρίες που θα τον σημαδέψουν. Ο συγγραφέας συνδέει την περίοδο αυτή με γεγονότα που ενέπνευσαν το ποίημα «Μιχαλιός», ένα από τα γνωστότερα έργα του Καρυωτάκη.
Ο ποιητής καταφέρνει τελικά να εξασφαλίσει αναβολή της στρατιωτικής του θητείας μέσω σπουδών στη Φιλοσοφική Σχολή. Παράλληλα, διεκδικεί θέση στο Δημόσιο και ζητά να τοποθετηθεί στη Θεσσαλονίκη, όπου εκείνη την εποχή το νεοενσωματωμένο ελληνικό κράτος αναζητούσε μορφωμένους υπαλλήλους για τη στελέχωση των υπηρεσιών του.
Έτσι, το 1919 επιστρέφει στην πόλη ως δημόσιος υπάλληλος της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, στο σημερινό Διοικητήριο. Η δεύτερη αυτή περίοδος αποδεικνύεται εξίσου δύσκολη. Νέος, μορφωμένος, με γνώσεις ξένων γλωσσών και σημαντικά προσόντα, ο Καρυωτάκης αναλαμβάνει γρήγορα αυξημένες αρμοδιότητες. Η εξέλιξή του, ωστόσο, προκαλεί αντιδράσεις στο υπηρεσιακό περιβάλλον.
«Επειδή είναι κάτοχος της Νομικής, ξέρει γαλλικά, ξέρει γερμανικά, έχει πολλά προσόντα, γίνεται προϊστάμενος. Αυτό προκαλεί έναν εχθρικό ανταγωνισμό με τους τοπικούς υπαλλήλους και ζει μια δύσκολη διετία στη Θεσσαλονίκη» εξηγεί ο συγγραφέας.
Κεντρικό τεκμήριο της έρευνας του Μπλατσιώτη αποτελούν οι επιστολές που ο Καρυωτάκης αντάλλασσε με τον στενό του φίλο Χαρίλαο Σακελλαριάδη. Ο συγγραφέας εντόπισε το υλικό μέσα από παλαιές και δυσεύρετες εκδόσεις, πολλές από τις οποίες βρίσκονται πλέον μόνο σε παλαιοπωλεία και ιδιωτικές συλλογές.
«Δεν είμαι συγγραφέας ούτε ακαδημαϊκός. Είμαι ένας δημοσιογράφος που κάνει μια έρευνα. Έτσι αντιμετώπισα και αυτό το βιβλίο», τονίζει. Και συμπληρώνει: «Βρήκα επιστολές που έστελνε ο Καρυωτάκης στον Χαρίλαο Σακελλαριάδη. Τις αναζήτησα σε παλιές εκδόσεις που υπάρχουν μόνο σε παλαιοπωλεία και ξεχώρισα εκείνες που αφορούσαν τη Θεσσαλονίκη».
Μέσα από αυτές τις επιστολές αναδύεται ένας άνθρωπος που αισθάνεται απομονωμένος, πιεσμένος και συχνά απογοητευμένος από την καθημερινότητα της δημόσιας διοίκησης.
Η έρευνα αποκάλυψε ακόμη ένα στοιχείο που μέχρι σήμερα παραμένει σχεδόν άγνωστο στο ευρύ κοινό: την ακριβή διεύθυνση όπου κατοικούσε ο Καρυωτάκης κατά την παραμονή του στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για οικία στην οδό Καπετάν Πατρίκη, στο ιστορικό κέντρο της πόλης. «Στις επιστολές αυτές βρίσκω στα "ψιλά γράμματα" ότι ο Καρυωτάκης είχε σπίτι στην οδό Καπετάν Πατρίκη, στον αριθμό 32. Από εκεί ξεκίνησε μια ολόκληρη έρευνα για να εντοπίσουμε το ακριβές σημείο όπου έζησε».
Η αναζήτηση της τοποθεσίας οδήγησε τον συγγραφέα σε μια μικρή ιστορική περιπέτεια, με τη συνδρομή ερευνητών και μελών της διαδικτυακής κοινότητας «Παλιές Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης», οι οποίοι συνέβαλαν με φωτογραφικό υλικό και πολύτιμες πληροφορίες για την εικόνα της περιοχής στις αρχές του 20ού αιώνα.
Η τρίτη και τελευταία παρουσία του Καρυωτάκη στη Θεσσαλονίκη έρχεται το 1923. Η Μικρασιατική Καταστροφή έχει ήδη αλλάξει δραματικά τον χάρτη του ελληνισμού και η πόλη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τεράστιο προσφυγικό κύμα. Ο ποιητής υπηρετεί για σύντομο διάστημα σε υγειονομικές υπηρεσίες που ασχολούνται με την περίθαλψη των προσφύγων.
«Έρχεται σε επαφή με την αθλιότητα αυτών των ανθρώπων αλλά και με τον τρόπο που συχνά τους συμπεριφέρονταν οι ίδιοι οι συμπατριώτες τους. Για έναν τόσο ευαίσθητο άνθρωπο, ήταν ακόμη μία επώδυνη εμπειρία».
Έτσι, οι τρεις επισκέψεις του Καρυωτάκη στη Θεσσαλονίκη σχηματίζουν ένα ενιαίο αφήγημα γεμάτο αντιξοότητες. Η επιστράτευση, η δύσκολη δημόσια υπηρεσία και η επαφή με το προσφυγικό δράμα συνθέτουν αυτό που ο συγγραφέας ονομάζει «επώδυνη Θεσσαλονίκη». Μια πόλη που δεν χάρισε στον ποιητή ανέμελες στιγμές, αλλά αντίθετα συνδέθηκε με κρίσιμες δοκιμασίες της ζωής του.
Σε μια χρονιά που συμπληρώνονται 130 χρόνια από τη γέννηση του Κώστα Καρυωτάκη, η έρευνα αποκτά και μια συμβολική διάσταση. Δεν αφορά μόνο την ανασύσταση ενός βιογραφικού επεισοδίου, αλλά και τη σχέση της πόλης με τη μνήμη της.
Ο ίδιος ο Μπλατσιώτης προχωρά και σε μια πρόταση με ιδιαίτερο συμβολισμό: «Ξέρουμε πλέον πού έμενε ο Καρυωτάκης στη Θεσσαλονίκη. Εκεί τουλάχιστον μπορούμε να βάλουμε μια πλάκα που να το θυμίζει. Ότι από εδώ έζησε ο Κώστας Καρυωτάκης».
Ίσως γι’ αυτό η έρευνα αποκτά σημασία που υπερβαίνει τα όρια μιας βιογραφικής καταγραφής. Γιατί, όπως αποκαλύπτει η διαδρομή του βιβλίου, η Θεσσαλονίκη δεν υπήρξε απλώς ένας σταθμός στη ζωή του μεγάλου ποιητή. Υπήρξε ένα κεφάλαιο που τον σημάδεψε βαθιά και που, έναν αιώνα αργότερα, εξακολουθεί να ζητά τη θέση του στη συλλογική μνήμη της πόλης.
ΑΠΕ-ΜΠΕ
