Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019 12:07

Κάστρα και οχυρά στη Μεσσηνία: Οχυρωμένα χωριά, χαμένα στο χρόνο (Casalia cum fortalicium) Α' Μέρος

Γράφτηκε από τον
Κάστρα και οχυρά στη Μεσσηνία: Οχυρωμένα χωριά, χαμένα στο χρόνο (Casalia cum fortalicium) Α' Μέρος

 

Η αναζήτηση, στις βιβλιογραφικές πηγές, μερικών οχυρών χωριών ανάμεσα στις βενετικές και τις φραγκικές κτήσεις στην περιοχή της Μεθώνης, από τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα, σε μερικές περιπτώσεις δεν αποδίδει αποτελέσματα. Κάποια από τα οχυρωμένα χωριά, με κάποιο τρόπο, χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου.

Κι αφού δεν υπάρχουν ίχνη τους, μια προσπάθεια με πολλούς συλλογισμούς και παρατηρήσεις για την τοποθέτησή τους στο χώρο θα γίνει εδώ για θέσεις όπως το Μαντιχώρι, οι Μύλοι, ο Πλάτανος κι ο Προφήτης Ηλίας.

 

Το Μαντιχώρι

 

Ιστορία

Το 1282, ο Φράγκος Νίκολα Β΄ του Σεντ Ομέρ (Nicolas II de St Omer), βάιλος του Σάρλ Α΄ του Ανζού (Charles Ι d’Anjou) στο Μοριά και νέος σύζυγος της Αννας-Αγγελίνας Κομνηνής, χήρας του Γουλιέλμου Β΄ Βιλεαρδουίνου (Guillaume II de Villehardouin) από το 1278, πήγε στο φέουδό της, στην περιοχή της Πυλίας. Η αποδοχή του Γουλιέλμου Β΄ στην περιοχή ήταν μεγάλη και ο σεβασμός προς τη χήρα του αλλά και το νέο σύζυγό της, ανάλογος. Τότε, ο Νίκολα Β΄, ο μισίρ Νικόλας ο γέρος της Κουγκέστας κατά το «Χρονικόν του Μορέως», έχτισε στην άγνωστη σήμερα περιοχή του Μαντιχωριού ή Μανιατοχωριού, ένα μικρό κάστρο για την ασφάλεια των χωριών του Ναβαρίνου που τους ανήκαν, μέχρι να ολοκληρώσει την κατασκευή του κάστρου του Παλιοναβαρίνου (Zonclo):

«...στην χώραν του Μανιατοχωρίου, έναν μικρόν καστέλλιν

διά φύλαξιν του τόπου του κατά των Βενετίκων».

[«Το Χρονικόν του Μορέως», κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, στίχοι 8094-95]

Τα εδάφη του φέουδου της Αννας-Αγγελίνας και του συζύγου της, Νίκολα Β΄, βρίσκονταν ανάμεσα σε άλλα φέουδα τοπικών Φράγκων αρχόντων. Ομως πού ήταν το Μαντιχώρι;

Σήμερα στην περιοχή της Πυλίας το όνομα δεν σώζεται ούτε σαν τοπωνύμιο. Λόγω της απουσίας στοιχείων ή ακόμα και ιχνών αυτού του μικρού οχυρού, θα πρέπει με μια σειρά συλλογισμών να οδηγηθούμε στον εντοπισμό της θέσης του. Σίγουρα, βρισκόταν στα σύνορα των κτήσεων του πριγκιπάτου και της βενετικής Μεθώνης, αφού όπως αναφέρεται και από την Christine Hodgetts και τον Peter Lock, ήταν τόπος εμπορικών συναλλαγών Φράγκων και Βενετών. Το χτίσιμο του μικρού κάστρου από το Νίκολα Β΄ είχε σκοπό να ισχυροποιήσει τη θέση των Φράγκων στα σύνορά τους με την περιοχή της Μεθώνης αλλά και να παρενοχλήσει τους Βενετούς, με δασμούς κυρίως στις ζωεμπορικές συναλλαγές τους, με τη φραγκική ενδοχώρα.

Το Μαντιχώρι παρέμεινε στα χέρια των Φράγκων μέχρι και τη διάλυση του πριγκιπάτου. Στις διαπραγματεύσεις των Βενετών στις αρχές του 15ου αιώνα με τον Μπενεντέτο (Benedetto), αδελφό του πρίγκιπα Τσεντουριόνε Β΄ Ζακαρία (Centurione ΙΙ Zaccaria), το Μαντιχώρι είχε συνδεθεί με την τύχη των σημαντικών οχυρών στο Γρίζι (Grisi) και στο Ναβαρίνο (Zonclo). Τελικά, μετά από αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις (1408, 1411, 1416, 1418), τα τρία οχυρά πέρασαν στην ιδιοκτησία της Βενετίας στις αρχές του 1423. Τότε απρόσμενα, πέρασε στην βενετική κυριαρχία και το γειτονικό φέουδο της Πυλίας, με την Ίκλαινα, τους Μύλους και τον Αγιο Ηλία, να παραδίνονται για ασφάλεια στους Βενετούς, από τον τελευταίο στην περιοχή Φράγκο φεουδάρχη, Αδάμ του Μελπινιάνο (Adam de Melpignano).

 

Ο εντοπισμός της θέσης του

Αν παρακολουθήσουμε τη λογική της οχύρωσης του μέχρι τώρα άγνωστου Μαντιχωριού από το Νίκολα Β΄, αλλά και τη διαδικασία και το χρόνο της οχύρωσης των βενετικών κτήσεων στη Μεσσηνία, τότε θα παρατηρήσουμε τα εξής:

Αν και η Συνθήκη στη Σαπιέντζα έγινε τον Ιούνιο του 1209, η αξιοποίηση και προστασία των βενετικών κτήσεων έγινε πολύ αργότερα. Η οχύρωση του ερειπωμένου βυζαντινού οχυρού της Κορώνης ξεκίνησε εξήντα χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1269 ενώ το κάστρο ενισχύθηκε με δυο πύργους μόλις το 1283. Το μεγαλόπρεπο κάστρο της Μεθώνης άρχισε να χτίζεται το 1292, δηλαδή ογδόντα τρία χρόνια μετά τη Συνθήκη στη Σαπιέντζα.

Φυσικά μέχρι τότε, οι Φράγκοι είχαν μοιράσει και αξιοποιήσει την ενδοχώρα ανάμεσα στα δυο λιμάνια. Οι τοπικοί Φράγκοι άρχοντες, υποτελείς στη βαρονία της Καλαμάτας, είχαν δημιουργήσει, ο καθένας το φέουδό του με τα δικά του χωριά. Ετσι μεταξύ των άλλων χωριών της μεσσηνιακής ενδοχώρας, υπήρχαν το Γρίζι, δηλαδή το σημερινό Ακριτοχώρι (Grisi), η Λαχανάδα (Canata ή Lacanatia), η Ικλαινα (Nicline ή Nichline), ο Αγιος Ηλίας στο σημερινό Χανδρινού (Sancta Elia ή Helia), οι Μύλοι κοντά στη σημερινή Σχινόλακκα (Molini ή Molendini) και η Κόσμινα (Cosmina) στα ανατολικά της Πυλίας κοντά στο Αχλαδοχώρι, τα οποία ανήκαν στα φέουδα κάποιων Φράγκων αρχόντων. Αυτά μάλιστα τα χωριά, έμειναν στη φραγκική κυριαρχία, σχεδόν μέχρι και την πλήρη αποχώρηση των Φράγκων το 1430. Μέχρι τότε, σταδιακά είχαν περάσει στην ιδιοκτησία της βενετικής Συγκλήτου.

Ανάμεσα σε αυτά τα φέουδα υπήρχε και το φέουδο της Αννας-Αγγελίνας. Σε αυτό, σύμφωνα με το «Χρονικό του Μορέως», μεταξύ των άλλων χωριών υπαγόταν το Μαντιχώρι, ο Πλάτανος και το Γλυκύ. Οι σχέσεις των τοπικών Φράγκων αρχόντων μεταξύ τους, ήταν σχέσεις ιδιοκτητών και συνεπώς υπήρχαν έστω και χαλαρά σύνορα μεταξύ των εκτάσεων του καθενός. Οι κτήσεις του κάθε φεουδάρχη δεν ήταν απαραίτητα ενιαίες, αφού πολλές φορές εντοπίζονται «νησίδες» ιδιοκτησίας μέσα στην ευρύτερη περιοχή κάποιου άλλου φεουδάρχη. Φυσικά αυτά τα σύνορα ήταν περισσότερο αυστηρά στις περιοχές που συνόρευαν με τους Βενετούς, επειδή οι δασμοί στα προϊόντα που εμπορεύονταν οι Βενετοί με τους γείτονές τους Φράγκους χωρικούς, ήταν πηγή εσόδων για τους Φράγκους φεουδάρχες. Συνεπώς, για να αναγκαστεί ο Νίκολα Β΄ να οχυρώσει το Μαντιχώρι, αυτό θα πρέπει να συνόρευε με την περιοχή της βενετικής Μεθώνης.

Στο “Χρονικόν του Μορέως - Τοπωνυμικά” του Δραγούμη αναφέρεται ότι το Μαντιχώρι βρισκόταν «…παρά το χωρίον Πλάτανος του δήμου Πυλίων της επαρχίας Πυλίας…». Αν όμως ήταν έτσι, γιατί το Χρονικό αναφέρει όταν περιγράφει την περιουσία της χήρας του Guillaume, Άννας Αγγελίνας Κομνηνής;

«... ωσαύτως στο καστελλάνιον, εκείνο της Καλαμάτας,

είχεν όπου αφέντευεν χώραν το Μαντατοχώριν,

τον Πλάτανον και το Γλυκύ κι άλλα χωρία μετ’ αύτα».

 

[“Το Χρονικόν του Μορέως”, κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, στίχοι 8068-70].

Η διάκριση λοιπόν, του Μαντιχωριού από τον Πλάτανο είναι σαφής. Και η σκοπιμότητα της ανέγερσης του οχυρού στο Μαντιχώρι όμως ήταν συγκεκριμένη: Διά φύλαξιν του τόπου του κατά των Βενετίκων. Ετσι το κάστρο του Μαντιχωριού θα πρέπει να βρισκόταν στα σύνορα βενετικών και φράγκικων κτήσεων.

Τα βόρεια γεωγραφικά όρια των βενετικών κτήσεων στη Μεσσηνία στα δυτικά ήταν η εκβολή του ποταμού Ξεριά στον κόλπο του Ναβαρίνου, ενώ τα υπόλοιπα σύνορα σήμερα είναι απροσδιόριστα. Ο Πλάτανος είναι πολύ πιο βόρεια από αυτά τα όρια, σε μια περιοχή, που τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα, δεν έφθασαν ποτέ οι Βενετοί. Σίγουρα όμως υπήρχε μια φραγκική λωρίδα ξηράς ανάμεσα στις δυο βενετικές καστροπολιτείες, μέχρι το νοτιότερο τμήμα της μεσσηνιακής χερσονήσου στο Γρίζι (σημ. Ακριτοχώρι). Συνεπώς η τοποθέτηση του Μαντιχωριού παρά το χωρίον Πλάτανος του δήμου Πυλίων, που σηματοδοτεί έδαφος ανάμεσα στις φραγκικές κτήσεις και όχι μια περιοχή που συνόρευε άμεσα με τους Βενετούς, δεν είναι σωστή.

Σε μια άλλη αναφορά για το Μαντιχώρι στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους (τόμος Θ, σελ. 275), αυτό ταυτίζεται με το Μεσοχώρι.

Ακόμα ένα στοιχείο που αποδεικνύει ότι η θέση του Μαντιχωριού ήταν μακρύτερα από τον Πλάτανο και την Ικλαινα, προκύπτει από την αντίδραση του τελευταίου Φράγκου πρίγκιπα, Τσεντουριόνε Β΄ Ζακαρία, στην παραχώρηση των τριών χωριών (Ικλαινα, Μύλοι και Αγιος Ηλίας) στη Βενετία από τον Αδάμ του Μελπινιάνο το 1423. Τότε ο πρίγκιπας διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτή την εκχώρηση με το επιχείρημα ότι τα τρία χωριά ανήκαν στη δικαιοδοσία της Ανδρούσας και όχι του Μαντιχωριού ή του Γριζιού όπως ισχυριζόταν τότε η Βενετία. Αν λοιπόν τα τρία χωριά, που βρίσκονται άλλωστε πολύ κοντά στον Πλάτανο, ήταν τότε στη δικαιοδοσία της Ανδρούσας, πώς θα μπορούσε το Μαντιχώρι να βρίσκεται βορειότερα από αυτά παρά το χωρίον Πλάτανος, αλλά και να μην ανήκει και αυτό στη δικαιοδοσία της Ανδρούσας; Ακόμα, πώς θα μπορούσε το Μαντιχώρι να αναφέρεται σχεδόν πάντοτε μαζί με το Γρίζι, που βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της μεσσηνιακής χερσονήσου και στις διαπραγματεύσεις με τη Βενετία να ζητούνται και τα δυο μαζί, αν δεν αποτελούσαν “αγκάθι” στη χερσαία επικοινωνία ανάμεσα στις δυο βενετικές πολιτείες; Επίσης, για να αναφέρεται στους βενετικούς ισχυρισμούς ότι τα τρία χωριά της εκχώρησης του 1423 ανήκαν στη δικαιοδοσία του Μαντιχωριού ή του Γριζιού, θα πρέπει αυτά να ήταν σχετικά κοντά τους.

Για να εντοπίσουμε λοιπόν τη θέση του μικρού καστελλιού του Νίκολα Β΄ θα πρέπει να δούμε με προσοχή τις συνθήκες που επικρατούσαν στη νότια Πυλία την εποχή της ανέγερσής του και να χρησιμοποιήσουμε κι άλλες πηγές. Οταν στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα η παρουσία των Βενετών στις περιοχές της Μεθώνης και της Κορώνης άρχισε να γίνεται εντονότερη, τα μικρά φραγκοκρατούμενα χωριά της ενδοχώρας ανάμεσα στις δυο πόλεις άρχισαν να οχυρώνονται με μικρούς πύργους ή και μικρά κάστρα (casalia cum fortalicium) για να διαφυλάξουν τα σύνορά τους.

Η αναφορά στο κείμενο της Συνθήκης της Σαπιέντζας, των δυο πόλεων ξεχωριστά, ενισχύει την άποψη ότι οι βενετικές κτήσεις στη Μεσσηνία δεν ήταν ενιαίες και συνεπώς δεν συνδέονταν από την ξηρά αλλά μόνο από τη θάλασσα. Ο δρόμος μεταξύ Μεθώνης και Κορώνης, η Κορωνόστρατα όπως λεγόταν παλιότερα, ελεγχόταν από αυτά τα μικρά οχυρά χωριά των Φράγκων, αφού η Συνθήκη απαγόρευε στους Βενετούς την ελεύθερη και συνεπώς αδασμολόγητη χερσαία επικοινωνία μεταξύ των λιμανιών τους. Ο Νίκολα Β΄ έχτισε λοιπόν το μικρόν καστέλλιν στο Μαντιχώρι, δέκα χρόνια πριν τη θεμελίωση του βενετικού κάστρου της Μεθώνης αλλά και δεκατρία χρόνια μετά την οχύρωση της Κορώνης, για να προστατέψει το φέουδό του αλλά κυρίως για να αυξήσει τα έσοδά του από τους δασμούς από τις συναλλαγές των υπηκόων του με τους Βενετούς της Μεθώνης. Οι σημερινοί αγροτικοί χωματόδρομοι, ανάμεσα στη Μεθώνη και την Κορώνη είναι η παλιά Κορωνόστρατα που συνέδεε τις δυο καστροπολιτείες και φυσικά θα περνούσε και από το Μαντιχώρι. Κατά μια αναφορά δε, στα όρια του Μαντιχωριού, υπήρχε και σήμανση με ένα σταυρό χαραγμένο πάνω σε μεγάλο βράχο, που έδειχνε και τα όρια των φραγκικών κτήσεων.

Ακολουθώντας σήμερα την Κορωνόστρατα από τη Μεθώνη προς την Κορώνη, περνάμε δυτικά της Παλιομοθώνης, ανατολικά της Σούμπαλης, της Διαβατινής και της Δρουγούτενας και αφού περάσουμε από τη Ρίπαινα και τη Λεντίνα φθάνουμε στον Πήδασο. Στη συνέχεια η Κορωνόστρατα κατευθύνεται ανατολικά και συναντάει τη Χωματάδα, το Λαγομήνι, την Καλλιθέα, του Ξάκαλη, τη Μηλίτσα, τα Βλασσέικα και συνεχίζει νοτιοανατολικά για το Σιζάνι και το Καπλάνι. Ποιο λοιπόν από αυτά τα χωριά ή απλά τοπωνύμια σήμερα ήταν το Μαντιχώρι της εποχής του Νίκολα Β΄;

Αφού σήμερα δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός του ούτε σαν τοπωνύμιο, θα πρέπει να το ανακαλύψουμε κάτω από το όνομα κάποιου από αυτά τα μικρά χωριά της Κορωνόστρατας, που υπήρχε και την εποχή της φραγκοκρατίας. Έτσι αφού η Δρουγούτενα και η Ρίπαινα λόγω αποστάσεως φαίνεται να ανήκαν στην περιοχή της βενετικής Μεθώνης και η Χωματάδα, το Λαγομήνι, του Ξάκαλη, η Μηλίτσα και τα Βλασσέικα υπάρχουν και σήμερα σαν τοπωνύμια, μια πιθανή θέση για το Μανιτοχώρι είναι η περιοχή γύρω από τον Πήδασο.

Αυτή η υπόθεση ενισχύεται και από την πιο σοβαρή πηγή ντοκουμέντων για τα τοπωνύμια της Μεσσηνίας, που είναι τα αποτελέσματα των κατά καιρούς απογραφών του πληθυσμού. Τα στοιχεία των απογραφών που παρατίθενται εδώ, προέρχονται από τη μελέτη για διατριβή του κ. Βασίλη Παναγιωτόπουλου “Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου: 13ος – 18ος αιώνας” (εκδ. του Ιστορικού Αρχείου της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος). Ετσι, από την απογραφή του πληθυσμού των Territorii (επαρχιών) Μεθώνης, Κορώνης, Αρκαδιάς, Φαναρίου και Πατρών, που έγινε στη Β΄ βενετοκρατία (απογραφή Corner 1689), αν και πολύ μεταγενέστερα από τη φραγκοκρατία, παρατηρώντας τα ονόματα των χωριών του Territorio Di Modon, συναντάμε ανάμεσα στα άλλα και το Μαντιχώρι. Το ίδιο και στην απογραφή Grimani του 1700, που αφορούσε ολόκληρη την Πελοπόννησο, στο απογραφικό δελτίο Ristretto Del Territorio Di Modon.

Τώρα αφού προσδιορίσαμε την ευρύτερη περιοχή που θα πρέπει να βρισκόταν το Μαντιχώρι, θα πρέπει να αποκλείουμε ένα-ένα τα σημερινά χωριά ή τοπωνύμια της περιοχής. Ετσι το Μεσοχώρι υπήρχε σαν Messoghori στην απογραφή Corner και Misocori στην απογραφή Grimani, η Χωματάδα σαν Gomatadha στην απογραφή Corner και Comatada στην απογραφή Grimani. Η σημερινή Καλλιθέα είναι το παλιότερο Μεμή-ρεΐζι ή και Μεμερίζι που το βρίσκουμε και στις δυο απογραφές σαν Memi Raisi. Οι σημερινοί Αμπελόκηποι (Ανω και Κάτω), τα παλιότερα Μηνάγια, αναγράφονται σαν Apano Menagia και Cato Menagia στην απογραφή Corner και Menaghia alta και Menaghia bassa στην απογραφή Grimani. Ανάλογα ισχύουν για τη Μηλίτσα που στην απογραφή Corner αναφέρεται σαν Cato Milizza και σαν Miliza στην απογραφή Grimani, τα Περιβολάκια, το παλιότερο Νταούτι, που αναφέρονται σαν Dauti και στις δυο απογραφές αλλά και του Κυνηγού που αναγράφεται σαν Chinigou και Chinigou alto στην πρώτη και σαν Chinigu basso και Chinigu alto στη δεύτερη.

Και στις δυο απογραφές αναφέρεται το Μαντιχώρι. Στην πρώτη σαν Manitoghori και στη δεύτερη σαν Manitocori. Παρατηρώντας το χάρτη, βλέπουμε ότι το αρχικό τμήμα της παλιάς Κορωνόστρατας, πριν αυτή πάρει κατεύθυνση προς τα ανατολικά και την Κορώνη, καταλήγει στον Πήδασο. Ο Πήδασος παλιότερα ονομαζόταν Χότζογλι, όνομα που όπως φαίνεται πήρε μετά το 1715, στη Β΄ τουρκοκρατία. Συνεχίζοντας την αναζήτηση σε παλιότερες απογραφές του πληθυσμού, βλέπουμε στους γαλλικούς απογραφικούς πίνακες της απογραφής του 1829-1830 ότι στην Éparchie De Modon μεταξύ των άλλων αναγράφεται και το Khotzogli. Ομως από πού «ξεφύτρωσε» αυτό το Χότζογλι; Τι μεσολάβησε από το 1715 μέχρι το 1829 και «εξαφανίστηκε» το Μανιτοχώρι των 43 ατόμων του 1700; Το πιθανότερο βέβαια είναι, αφού δεν αναφέρεται πουθενά στις πηγές αφανισμός του, να μετονομάστηκε σε Χότζογλι. Ακολουθώντας δε τα αποτελέσματα της γαλλικής απογραφής που μετρώντας οικογένειες προσδιορίζει, με έναν συντελεστή περίπου 4,75 άτομα ανά οικογένεια, το σύνολο των κατοίκων της επαρχίας, βλέπουμε ότι και το 1829 το Χότζογλι είχε μια ανάλογη κατοίκηση από 9 οικογένειες x 4,75= 42,75 άτομα. Ανάλογα ήταν και τα αποτελέσματα των απογραφών του Ελληνικού Κράτους: το 1835 υπήρχαν 23 κάτοικοι, το 1844 υπήρχαν 69, το 1859 58 κοκ.

Η θέση δε του Πηδάσου είναι διαχρονικά ιδανική για κατοίκηση, αφού εκτός των άλλων, ο λόφος πάνω από το χωριό προσφέρει εποπτικό έλεγχο της γύρω περιοχής. Η οχύρωση λοιπόν που έγινε στο Μαντιχώρι, με ένα μικρόν καστέλλιν, από το Νίκολα Β΄ αν και δεν υπάρχουν σήμερα εμφανή ίχνη της, θα πρέπει να τοποθετηθεί στον Πήδασο. Το όνομα δε του μικρού λόφου, που στα ριζά του είναι χτισμένος ο Πήδασος, είναι Μανδηλάς ή και Μαντηλάς. Γιατί λοιπόν να μη δεχθούμε ότι το υποτιθέμενο “Μαντηλοχώρι” του 12ου αιώνα ήταν το Manticori του «Χρονικού του Μορέως» που μετονομάστηκε διαδοχικά σε Χόντζογλι και Πήδασο;

 

 

Ο Πλάτανος και το Γλυκύ

 

«… ωσαύτως στο καστελλάνιον, εκείνο της Καλαμάτας,

έχει όπου αφέντευεν χώραν το Μανιατοχώριν,

τον Πλάτανον και το Γλυκύ κι άλλα χωρία μετ’ αύτα »…

[“Το Χρονικόν του Μορέως”, κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, στίχοι 8068-70 Ιστορία]

 

Ο Πλάτανος είναι ένα μικρό χωριό της Πυλίας, στα ανατολικά του Κορυφασίου και βόρεια της Ικλαινας που διατηρεί το όνομά του τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα. Αντίθετα αναζητώντας σήμερα το Γλυκύ, δεν μπορούμε να βρούμε εύκολα κάποια στοιχεία για την ταυτοποίησή του. Η υπόθεση που ήθελε το Γλυκύ να είναι το παλιότερο όνομα της Ικλαινας είναι λανθασμένη και αυτό αποδεικνύεται από ένα κείμενο του 1212 που είχε εκδώσει ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ (Papa Innocenzo III). Τότε ο πάπας βάζοντας υπό την προστασία του την επισκοπή της Μεθώνης, απαριθμεί και τις περιοχές που της ανήκαν. Αυτές ήταν οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Αννας και τα χωριά Corseval, Miquelis, Murmura, Asagora, Aldesequi, Niclines, Levoudist, Escaminges, Boucham, Lestarona.

Αφού λοιπόν το 1212 υπήρχε για την Ικλαινα επίσημα το όνομα Niclines, δεν μπορούμε να πούμε ότι την εποχή που γράφτηκε το «Χρονικόν του Μορέως», δηλαδή τον 14ο αιώνα αυτή ήταν το Γλυκύ και αργότερα ξανάγινε η Niclines. Κι αυτό γιατί σε άλλο έγγραφο του 1394 που σαν επίσκοπος της Μεθώνης, είχε συστηθεί από τη Βενετία στον Πέντρο του Σαν Σουπεράν (Pedro de San Superan), ο Λούις Μοροζίνι (Louis Morosini), η Βενετία ζητούσε από τον Πέντρο του Σαν Σουπεράν να σιγουρέψει τα δικαιώματα της επισκοπής της Μεθώνης στην περιοχή της Ικλαινας.

Την ίδια εποχή, το 1387, μια ακόμα αναφορά για τον Πλάτανο υπάρχει στην επιστολή που έστειλε στον Αμέντε Δ΄ της Σαβοΐας-Αχαΐας (Amédée IV de Savoie-Achaïe) για τις κτήσεις του, ο βοηθός του Ιωάννης Λάσκαρης Καλόφερος, στρατιώτης της Κωνσταντινούπολης και κόμης της Κεφαλονιάς (miles Constantinopolitanus, comes Cephallenine):

«… Castrum Aquarinum et portum Zunci cum casalibus de Magnatocori et Platano, cum plano de Pilla, idem casalia de Agoreriza, de Ligudista, de Lostenicho, de Morlendi, de Prothis et Euchion»: «το κάστρο του Αβαρίνου και το λιμάνι των Σκίνων (σημ.: ο όρμος του Ναβαρίνου) με τα χωριά Μανιατοχώρι και Πλάτανο, με την πεδιάδα της Πύλας, καθώς και τα χωριά της Αγορέλιτσας, της Λιγούδιστας, του Λοστενίκου(;), του Μορλέντι(;), της Πρώτης και του Ευχίου(;)»

[Archives de Turin, Mazzo III, n 3, cf HOPF.]

 

Ο εντοπισμός της θέσης του

Παρατηρώντας σήμερα ένα χάρτη της Γ.Υ.Σ., στην ευρύτερη περιοχή του Πλατάνου, σημειώνουμε το τοπωνύμιο “Παλιόπυργος” στα δυτικά του χωριού, δίπλα στο δρόμο που το συνδέει με το Κορυφάσιο. Αυτός ο Παλιόπυργος πρέπει να ήταν το μικρό οχυρό που υπήρχε συνήθως στα μικρά οχυρά χωριά (casalia cum fortalicium) της φραγκοκρατίας.

Στην αναζήτηση στοιχείων για το Γλυκύ, που θα πρέπει να βρισκόταν κάπου κοντά στον Πλάτανο, δεν μπορεί σήμερα να εντοπιστεί τίποτα άλλο εκτός ίσως από το τοπωνύμιο Γλυκορίζια στα νότια του Πλατάνου, περίπου στη μέση του δρόμου που συνδέει την Ικλαινα με τη Γλυφάδα. Φυσικά δεν μπορεί να γίνει λόγος για κάποιο ανάλογο πύργο στην περιοχή.

(Συνεχίζεται)


NEWSLETTER