Ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, ένα από τα πέντε παιδιά του Γιαννάκη Κολοκοτρώνη (1712;-1772), γεννήθηκε το 1740 στο χωριό Λιμποβίσι, στο Μαίναλο.
Το 1769, είχαν ξεκινήσει και οι κινήσεις προετοιμασίας του Παπάζωλη και των Ορλώφ στον Μοριά, για τον αντιπερισπασμό στον ρώσο-τουρκικό πόλεμο. Μετά την επιστολή της τσαρίνας Αικατερίνης Β΄, προς τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη και τους καπετάνιους της Μάνης, ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, υποστηρίζοντας το κίνημα που θα ξεκινούσε σύντομα, κατάφερε να συγκεντρώσει δυόμισι χιλιάδες άνδρες. Όμως η προχειρότητα στον σχεδιασμό της όλης επιχείρησης και η έλλειψη πείρας οδήγησαν στην παταγώδη αποτυχία της. Στις 19 Μαρτίου 1970,οι Τούρκοι, καλώντας για ενίσχυση Αλβανούς, εξαπέλυσαν διωγμούς με στόχο τους σημαντικούς κλέφτες του Μοριά.Ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης είχε αποχωρήσει από τη Μάνη και είχε εγκατασταθεί στο Λιμποβίσι. Όταν όμως οι Τουρκαλβανοί έβαλαν στο στόχο τους τα λημέρια τους, οι Κολοκοτρωναίοι αποχώρησαν από το Λιμποβίσι και κατέφυγαν στα ορεινά της Μεσσηνίας.
Στο δρόμο για τη σωτηρία τους, στα Κοντοβούνια της Μεσσηνίας, στο Ραμοβούνι, κοντά στο χωριό Μίλα, τη Δευτέρα του Πάσχα στις 3 Απριλίου 1770, γεννήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Τριπολιτσάς από την «ανατολική λεγεώνα» του Ρώσου λοχαγού Barkof, στις 9 Απριλίου 1770, κάθε πιθανότητα επιτυχίας της εξέγερσης των Ορλώφ είχε εκλείψει.
Στις 4 Ιουλίου 1770, ο Τουρκαλβανός μπέης, Αλή Χατζή Οσμάν, εξόρμησε από την Τριπολιτσά και κατασκήνωσε στη Μεγαλόπολη(τότε Σινάνου). Στόχος του ήταν να καταπνίξει την εξέγερση των Ελλήνων. Οι συμπατριώτες του από τα Μπαρδουνοχώρια της Λακωνίας και από του Λάλα της Ηλείας έσπευσαν να τον βοηθήσουν. Πολλές ελληνικές κοινότητες προσπάθησαν με αντιπροσώπους και πλούσια δώρα, να τον εξευμενίσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Η αγριότητα των Τουρκαλβανών ήταν ανήκουστη.
Την αποχώρηση των Ρώσων από το Ναβαρίνο, ακολούθησε άγρια σφαγή των κυνηγημένων Ελλήνων. Λέγεται μάλιστα ότι φεύγοντας οι Ρώσοι από το Νιόκαστρο παρακολουθούσαν απαθείς πάνω από τα καράβια τους το δράμα των ραγιάδων που εκτελούσαν ομαδικά στην προκυμαία οι άγριοι Τουρκαλβανοί του Χατζή Οσμάν μπέη. Μετά τη φυγή των Ρώσων, η λαίλαπα των Αλβανών σάρωνε τα πάντα. Σκηνές θρήνου και κοπετού διαδραματίστηκαν σε όλον τον Μοριά. Η Πάτρα, η Ηλεία, τα Καλάβρυτα, η Ζάτουνα, η Δημητσάνα ερήμωσαν κάτω από την ωμή βία. Ολόκληρες περιοχές παραδόθηκαν στη φωτιά και έγιναν στάχτη. Ο ιερομόναχος και σχολάρχης της Μεγάλης του Γένους σχολής Σέργιος Μακραίος (1735- 1819) περιγράφει:
…«Οι δε (Έλληνες) των κοινών ελπίδων εκπεσόντες, οι μεν Μανιάται εις τα ίδια σπήλαια, και τους δυσάντεις αυτών αιγιλώπας κατέφυγον..»…
Από την εισβολή των Αλβανών στον Μοριά το 1770, οι Κολοκοτρωναίοι είχαν σοβαρές απώλειες, αφού τότε σκοτώθηκαν οι δύο παιδιά του Γιαννάκη, ο Γιώργης και ο Αντώνης Κολοκοτρώνης. Από τα ορεινά της Μεσσηνίας, ο Γιαννάκης Κολοκοτρώνης, πατέρας και του Κωνσταντή, βλέποντας την τεράστια καταστροφή, έστειλε δικούς του και συμφώνησε με τον Τουρκαλβανό μπέη Αλή Χατζή Οσμάν ότι:
«αν έλθουν οι Φράγκοι να πάρουν τον Μοριά να τον βοηθάει ο Κολοκοτρώνης, εάν όμως επικρατήσουν οι Τούρκοι να γλιτώνει ο Τούρκος τον Κολοκοτρώνη».
Ο Χατζή Οσμάν δέχθηκε και απάντησε στον Κολοκοτρώνη:
«να μην τον μέλλει».
Έτσι έγινε η αδελφοποίηση μεταξύ Κολοκοτρωναίων και Λαλαίων Τουρκαλβανών που κράτησε μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας. Αυτόν τον οικογενειακό δεσμό με τους Λαλαίους κράτησε αργότερα κι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος τους βοήθησε σε αρκετές περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του αποκλεισμού του πύργου του Αλή Φαρμάκη, από τον Βελή Πασά, αλλά και στην πολιορκία της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβρη του 1821, όταν παρέχοντάς τους άσυλο, τους συνόδευσε να φτάσουν ασφαλείς στου Λάλα.
Η μανία και η αγριότητα των Αλβανών του Χατζή Οσμάν στον Μοριά δεν έλεγε να κοπάσει. Για δέκα χρόνια, οι εξανδραποδισμοί, οι σφαγές και οι καταστροφές ήταν καθημερινά φαινόμενα. Τα τοπικά κινήματα που είχαν ξεκινήσει με τις προτροπές και τις υποσχέσεις των Ρώσων, καταπνίγηκαν με πρωτοφανή αγριότητα από τους νεοφερμένους μισθοφόρους. Οι σφαγές, οι λεηλασίες, τα βασανιστήρια και οι καταστροφές εξελίχθηκαν σε καθημερινό φαινόμενο. Οι Αλβανοί αποτέλεσαν από τότε και για διάστημα δέκα ετών, φοβερή μάστιγα για τον τόπο.
Τα πλούσια λάφυρα που έπαιρναν, παρακίνησαν κι άλλους συμπατριώτες τους, που έβλεπαν έτσι την ευκαιρία για πλιάτσικο στον Μοριά. Αφού καταλήστεψαν τους πάντες και το χρήμα στέρεψε, έπαιρναν από τους ραγιάδες ομόλογα με προθεσμία, με τόκο πέντε τοις εκατό την εβδομάδα και ενέχυρο τα παιδιά τους. Αν δεν τους εξοφλούσαν το «χρέος», πούλαγαν τα παιδιά στα σκλαβοπάζαρα. Τα ίδια έκαναν και στους φτωχούς Τούρκους. Ο Κωνσταντίνος Σάθας στο έργο του «Ιστορικαί Διατριβαί» σελ. 524 γράφει: «…Είκοσι χιλιάδες επωλήθησαν εις τους Αφρικανούς και τους Τούρκους της Ρούμελης…»
«Είχαν το ελεύθερο να κάνουν ότι θέλουν. Έτσι απ’ όπου περνούσαν σκορπούσαν τον θάνατο και την καταστροφή».
Γ. Κορδάτος, «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», τομ. Α΄, σελ 241
Δύο χρόνια αργότερα, το 1772, μετά από προδοσία, οι Αλβανοί συνέλαβαν και τον Γιαννάκη Κολοκοτρώνη στο Νησί (σημερινή Μεσσήνη). Παρά την «μπέσα», τον μετέφεραν στην Ανδρούσα και αφού του έκοψαν το χέρι και τα δύο πόδια,τον κρέμασαν. Μετά την εκτέλεση του Γιαννάκη Κολοκοτρώνη, οι υπόλοιποι Κολοκοτρωναίοι, κατέφυγαν στην Μάνη. Εκεί βρισκόταν ήδη ο φυσικός αρχηγός τους, Κωνσταντής Κολοκοτρώνης.
Η λαίλαπα των Αλβανών συνέχιζε να καταστρέφει τα πάντα τον Μοριά. Οι άμαχοι απελπισμένοι, για να γλυτώσουν, κατέφευγαν στα βουνά και τις σπηλιές. Οι περιοχές της Πάτρας και της Τριπολιτσάς ρημάχτηκαν. Πολλοί μετανάστευαν στη Μικρά Ασία αναζητώντας ασφάλεια στα εκεί τσιφλίκια.Ο Πουκεβίλ στο έργο του «Ταξείδια εις Μωρέαν», περιγράφει:
«Άι κακώσεις εν Ανδρούση υπήρξαν φρικταί…. Η Πελοπόννησος φέρει τα σημεία της μανίας των Αλβανών, οίτινες ανήκουστα διέπραξαν μετά τον πόλεμον του 1770. Τότε δε έπαυσαν τας καταστροφάς, όταν δεν υπήρχε τίποτε δια να καταστρέψουν. Η Επαρχία Φαναρίου (Ολυμπίας) ηφανίσθη, η Τρίπολις έπλευσεν εις το αίμα. Η Μεσσηνία και η Λακωνία ωσαύτως. Τα όρη και οι κοιλάδες εγέμισαν πτώματα και οι κωμοπόλεις επυρπολήθησαν…
Αι καταφεύγουσαι εις τα όρη οικογένειαι (της Αρκαδίας) δεν εξήρχοντο των κρησφυγέτων αυτών ή ίνα καταφύγωσιν εις τα ατελεύτητα εν Μικρά Ασία τσιφλίκια του Καραοσμάνογλου…
Από την άλλη πλευρά του Αιγαίου, από τη Σμύρνη, ο τότε αρχιδιάκονος του μητροπολίτη Σμύρνης, ο κατοπινός πατριάρχης και μάρτυρας Γρηγόριος Ε΄σε επιστολή του προς τονεξόριστο στην Τεργέστη, επίσκοπο Μεθώνης,Άνθιμο Καράκαλλο,επιβεβαιώνει:
«Κυβερνώμαι, δεσπότη μου, και εγώ ολίγον δια να προφθάνω τους συγγενείς μου, πλην η ακαταστασία της πατρίδος και ημάς δεν αφίνει να ησυχάσωμεν, και εκείνους ο Θεός να ελεήση. Επειδή καθώς βλέπομεν δεν είναι πλέον ελπίς σωτηρίας από εκείνον τον τόπον, ότι ήλθε το πράγμα εις αύξησιν μεγάλην. Ούτε βασιλέα μέλλει δι’ εκείνον τον τόπον, ούτε πασιά, ούτε αγά, ούτε άλλον τινά. Μόνον θεία παραχώρησις έγεινε να ερημώση εκείνος ο τόπος και καθημερινώς ξεμπαρκάρονται εδώ συν γυναιξί και τέκνοις και βρίσκουν, δεσπότη μου, και την κυβέρνησίν τους. ….»
(Τάκης Χ, Κανδηλώρος, Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου, Αθήνα 1924, σελ. 87, 88)
(Ο Άνθιμος Καράκαλλος είχε γεννηθεί στη Δημητσάνα και ήταν ανιψιός του Οικουμενικού Πατριάρχη ΚυρίλλουΕ΄. Αφού σπούδασε στη Σχολή της Μονής Φιλοσόφου, το 1759 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Μεθώνης. Πήρε ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1770 (ορλωφικά). Μετά την αποτυχία της επανάστασης, στις 20 Μαΐου 1770,κατέφυγεαρχικά στη Ζάκυνθο και στη συνέχεια στην Πάρο. Το 1774 έφτασε στη Ρωσία. Τον Οκτώβριο του 1774, παύθηκε και καθαιρέθηκε. Το 1776 εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη, που τότε ανήκε στην αυστριακή αυτοκρατορία. Τον Απρίλιο του 1777 αφού άρθηκε η καθαίρεσή του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον όρισε υπεύθυνο για τους Ορθοδόξους της Ακυληίας (δηλαδή της περιοχής Τεργέστης). Πέθανε στην Τεργέστη, το 1801).
Οι σφαγές και οι εξανδραποδισμοί, μετά τη φυγή των Ρώσων, έφτασαν τον πληθυσμό της Πελοποννήσου στο μισό. Από διακόσιες χιλιάδες έμειναν λιγότεροι από εκατό. Και πολλοί από αυτούς, κατέφυγαν στα δυσπρόσιτα ορεινά για να γλιτώσουν. Από τότε ο Μοριάς ονομάστηκε «κατακαϋμένος».
Όσοι από τους Έλληνες κατέφυγαν στα βουνά, έγιναν κλέφτες. Κατά τον Φραντζή ο αριθμός τους έφτανε τις πέντε χιλιάδες. Οι κατά τόπους καπετάνιοι τους ήταν:
Ο Πάνος Κρεμαστιώτης από τη Μονεμβασιά, ο Καρακίτσος και οι Νικολαίοι από τη Λακωνία, οι Μπουζιώτες και ο Ντουσαΐτης από την Κορινθία, ο Μπιρπανάγος και ο Ηλίας Νταμάλας από τη Μαντινεία, ο Πετιμεζάς, οι Στριφτόμπολες και οι Ντελήδες από τα Καλάβρυτα, ο Παναγούλιας, ο Κόλλιας Πλαπούτας και ο Βαρβάτης από τη Γορτυνία, ο Αθανάσιος Συρεγγέλας, ο Μεταξάς κι ο Πολυχρόνης Φερέτος από το Λεοντάρι, οι Αγριογιάννης, Σιώτης, Κατριβάνος και οι Ασημακαίοι από τη Μεγαλόπολη, ο Αγγελής και ο Μήτρος Πέτροβας από τη Γαράντζα, οι Μπρισκολαίοι, οι Κοντογιάννηδες και ο Μαργέλης από την Ανδρούσα, ο Πέρας από τη Γαστούνη, οι Κόρδος, Ντάρας, Ρούσης, Βιδισοβιώτης από την Τριφυλία όπως και οι Κοσμαίοι και οι Νικολαίοι και ο Λεβέντης από το Κορακοβούνι, που ήταν πρωτοπαλλήκαρο του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη.
Αυτή η σημαντική δύναμη είχε προκαλέσει και τον φόβο των Τούρκων. Η Πύλη κάλεσε μια αντιπροσωπεία τους στην Κωνσταντινούπολη για να υποσχεθούν ότι θα είναι υπάκουοι στα κελεύσματα του σουλτάνου και της αδελφής του, που είχε δικαιοδοσία στα εισοδήματα του Μοριά.
Οι κλέφτες, πολεμώντας διαρκώς, δεν υποτάχτηκαν. Επικεφαλής τους στον Μοριά ήταν ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης. Επικεφαλής των Αρβανιτών στα Σουλιμοχώρια ήταν ο Αλέξης Ντάρας.Ο Κολοκοτρώνης περιέτρεχε τον Μοριά και από την Αχαΐα μέχρι τη Μεσσηνία κυνηγούσε τις αλβανικές συμμορίες, σκορπίζοντας τον τρόμο ανάμεσά τους. Σε ένα από τα κατορθώματά του, στις Κατζάνες, στα Μαζέικα (σημερινή Κλειτορία) των Καλαβρύτων, σε ενέδρα εξόντωσε τον Αλβανό λήσταρχο Μπεκιάρη μαζί με τριάντα έξι άνδρες του.Το ίδιο έκανε και στο χωριό Μπούγα (σημερινή Καλλιρρόη) της Ανδρούσας. Εκεί σκότωσε τον λήσταρχο Βεΐζο και είκοσι τέσσερις άνδρες του. Έτσι ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης είχε γίνει ο φόβος κι ο τρόμος των Αλβανών ληστών.
Οι Αλβανοί ληστές, δεν περιορίζονταν όμως μόνο στους Έλληνες. Είχαν πιάσει όλα τα Δερβένια και με την πρόφαση ότι η Πύλη τους όφειλε μισθούς οκτώ χρόνων, λήστευαν χωρίς διάκριση ακόμη και τους μουσουλμάνους. Τα τσιφλίκια έμεναν ακαλλιέργητα αφού οι Τούρκοι κτηματίες δεν μπορούσαν να βρουν εργάτες για τα χωράφια τους. Επίσης δεν μπορούσαν να εισπράξουν τους προκαθορισμένους φόρους. Ο Μοριάς κινδύνευε να μετατραπεί σε μια «νεκρή» περιοχή για την Οθωμανική αυτοκρατορία. Τα παράπονα έφτασαν στην Πύλη. Οι Τούρκοι κτηματίες είχαν πια αναγκαστεί να προσλαμβάνουν, για τη φύλαξη των περιουσιών τους, αναγνωρισμένους ισχυρούς κλέφτες ως επιστάτες. Ετσι προσλήφθηκε κι ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης στη Μονεμβασιά ενώ κι ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, διορίσθηκε από τον Χαλήλ μπέη, αρχηγός των αρματολών της Κορινθίας για τέσσερα χρόνια. Εξαιρετικά δραστήριος, καθιερώθηκε ως ένας σπουδαίος αρματολός του Μοριά. Σε αυτή την περίοδο γνωρίστηκε με τις οικογένειες των Πετμεζαίων, των Νοταραίων, των Ζαΐμηδων, των Δεληγιανναίων κ.α. Στόχος του έγινε η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού Με τη λήξη της θητείας του και τη μεσολάβηση του Μητροπολίτη Σπάρτης Ανανία, πήγε στην Καστάνιτσα, όπου γνωρίστηκε κι έγιναν αδελφοποιτοί με τον περίφημο κλέφτη της Μάνης, Παναγιώταρο Βενετσανάκη. Σχημάτισαν κοινό στρατόπεδο και απέκτησαν μεγάλη δύναμη στα δρώμενα στον Μοριά.
Μια μεγάλη επιτυχία του Κολοκοτρώνη, όταν είχε το αρματωλίκι της Κορίνθου, ήταν και η εξόντωση του Αλβανού Μέτζ Αράπη και εξήντα δύο ανδρών του στα Φίχτια της Κορινθίας, κοντά στη σημερινή Νεμέα, κάτω από το μοναστήρι της Παναγιάς του Βράχου.
Αφού η αλβανική απειλή μεγάλωνε, ο σουλτάνος προσπαθούσε να βρει τρόπο, για να την εξουδετερώσει. Έστειλε τον καπουδάν-πασά Χατζή Χασάν Τσεζάερλη Μαντάλογλου και τον μεγάλο διερμηνέα του στόλου, Νικόλαο Μαυρογένη, με επτά χιλιάδες άνδρες στον Μοριά για να διαλύσουν αρχικά τα αλβανικά στρατεύματα και στη συνέχεια και τους επαναστατημένους κλέφτες. Όμως οι Αλβανοί κατάφεραν να διασκορπίσουν τα τουρκικά στρατεύματα. Αφού οι Τούρκοι είδαν ότι δεν μπορούν να τους διώξουν από τον Μοριά, με τη συμβουλή του Μαυρογένη, ζήτησαν γι’ αυτόν τον σκοπό τη συνδρομή των Ελλήνων κλεφτών.
Ο πασάς Χασάν Τσεζάερλης Μαντάλογλου έστειλε μπουγιουρντί (πρόσκληση) στους κλέφτες:
«Σας διορίζομεν να σκοτώνετε χωρίς φόβον τους ζορμπάδες. Είναι δικά σας όλα τα πράγματα των. Να μας φέρετε μόνο τα κεφάλια των και σας συγχωρούμεν όσα εκάματε καπαέτια…»
(Ιω. Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σελ 82).
Ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης και άλλοι καπετάνιοι του Μοριά, όπως ο Αλέξης Ντάρας με τους Αρβανίτες του, δεν παρουσιάστηκαν στον καπουδάν-πασά. Τον πληροφόρησαν όμως, ότι θα βοηθούσαν στην εξόντωση των Αλβανών. Έτσι κι έγινε. Τον Ιούλιο του 1779, μετά από συνεννοήσεις, οι κλέφτες μαζί με το τουρκικό ιππικό κατάφεραν να αποκλείσουν και να κατασφάξουν του Αλβανούς. Από τους δώδεκα χιλιάδες γλύτωσαν μόνο οι επτακόσιοι.
Οι καταδιωκόμενοι Αλβανοί ζητώντας τον οίκτο του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, του έλεγαν:«Εφέτος δικό μας, του χρόνου δικό σου!». Και η πρόβλεψή τους σύντομα επιβεβαιώθηκε.
Ο καπουδάν πασάς Χασάν Τσεζάερλης, αφού έστησε ένα φρικιαστικό τρόπαιο νίκης στην ανατολική πύλη της Τριπολιτσάς, μια πυραμίδα με τα κεφάλια πέντε χιλιάδων Αλβανών, αποχώρησε από τον Μοριά, χωρίς να συναντηθεί με τον Κολοκοτρώνη.
Την επόμενη χρονιά, με μια νέα εκστρατεία, κατέφθασε και πάλι στον Μοριά με μοναδικό στόχο τον Κολοκοτρώνη και τους κλέφτες του. Ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης και οι άνδρες του, αρνήθηκαν και πάλι να προσκυνήσουν τον πασά. Βρήκαν καταφύγιο στην Καστάνιτσα της Μάνης, στον κουμπάρο του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, Παναγιώταρο Βενετσανάκη. Τον Ιούνιο του 1780 οι Τούρκοι έφτασαν με δέκα τέσσερις χιλιάδες στρατό στο Γύθειο, ενώ έξι χιλιάδες άνδρες τους κατευθύνθηκαν στην Καστάνιτσα υπό τον Μόρα Βαλεσή, Αλήμπεη. Ξεκάθαρος στόχος τους ήταν η πάταξη των κλεφταρματολών του Μοριά.
Οι κλέφτες στην Καστάνιτσα, μετά από αποκλεισμό 12 ημερών, αποφάσισαν νυχτερινή έξοδο στις 20 Ιουλίου 1780. Πολλοί κατάφεραν να διαφύγουν. Όμως ο Παναγιώταρος κι ο Κολοκοτρώνης σκοτώθηκαν. Η στρατιωτική επιχείρηση των Τούρκων με τον καπουδάν-πασά και τον μεγάλο διερμηνέα στέφθηκε από επιτυχία αφού κατάφερε να πατήσει την Καστάνιτσα και οι Τούρκοι να εξοντώσουν δυο από τους μεγάλους καπετάνιους του Μοριά.
Ο τότε μικρός γιος του Κωνσταντή, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, γλύτωσε.
Δευτέρα, 25 Μαϊος 2026 20:25
Ιστορίας της Μεσσηνίας: Η λαίλαπα των Αλβανών κι ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης
Γράφτηκε από τον Γιάννης ΜπίρηςΤου Γιάννη Α. Μπίρη
Κατηγορία
Ιστορικά
