Τρίτη, 28 Απριλίου 2026 13:11

Ιστορία της Μεσσηνίας: Η Αρμάδα και η δεύτερη Βενετοκρατία (α’ μέρος)

Γράφτηκε από τον

Η κεντρική πύλη του Νιόκαστρου (εσωτερικά)

Η κεντρική πύλη του Νιόκαστρου (εσωτερικά)

 

Του Γιάννη Α. Μπίρη

 

Μετά την απώλεια της βενετοκρατούμενης για 465 χρόνια Κρήτης, το 1669, η καταρρακωμένη Δημοκρατία της Βενετίας, με τις ευλογίες και τη βοήθεια του πάπα Innocentio Odeschalchi XI (1611-1689), αποφασίζει μια τελευταία προσπάθεια αναστήλωσης του κύρους της αλλά και ουσιαστικού ελέγχου των δρόμων της Ανατολής. Μετά την ταπείνωση στην Κρήτη, η Βενετία αιφνιδιαστικά ανέλαβε εκστρατεία κατά των Τούρκων. Σ’ αυτήν πήραν και πάλι μέρος, ενωμένες χριστιανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Αρχηγός στις πολεμικές επιχειρήσεις ορίστηκε ο Βενετός παλαίμαχος Francesco Morosini. Το 1684 ξεκίνησε ο έκτος βενετοτουρκικός πόλεμος (1684-1698) που με την κάθοδο της Αρμάδας, οδήγησε σε μεγαλειώδη αλλά και βραχύβια κατάκτηση της Πελοποννήσου και τη δημιουργία το “Regno di Morea”. Τότε καταλήφθηκε ολόκληρη η Πελοπόννησος εκτός από τη Μονεμβασιά. Η Αρμάδα κατέλαβε επίσης και την Αίγινα, τη Λευκάδα, την Πρέβεζα καθώς και κάποιες περιοχές των Δαλματικών ακτών.

Το χρονολόγιο της καθόδου της Αρμάδας ξεκινάει στις 2 Ιουνίου 1684. Παραπλέοντας τις Δαλματικές ακτές στις 29 Ιουνίου έφτασε στην Κέρκυρα όπου συναντήθηκε με τον υπόλοιπο χριστιανικό στόλο, δηλαδή τις πέντε γαλέρες του Πάπα, τις επτά της Μάλτας και τις τέσσερις του Livorno. Ως τα μέσα Ιουλίου ο στόλος ενισχύθηκε με ακόμα δεκαέξι πολεμικά πλοία.

Στις 19 Ιουλίου η Αρμάδα ξεκίνησε από την Κέρκυρα για την Αγία Μαύρα, απέναντι από τη Λευκάδα.Σε δύο ημέρες έφτασε. Ακολούθησε πολιορκία είκοσι τριών ημερών. Το κάστρο έπεσε στις 14 Αυγούστου και ακολούθησε η θριαμβευτική είσοδος του Morosini. Εν τω μεταξύ ένα μέρος του βενετικού στρατού προωθήθηκε λεηλατώντας τα χωριά και κατέλαβε το Δραγομέστο (Αστακό).

Στις 6 Σεπτεμβρίου ο στόλος απέπλευσε από τον κόλπο του Δρέπανου, απέναντι από το λιμάνι της Λυγιάς στην είσοδο της Λευκάδας, για την Πρέβεζα. Έφτασε και στρατοπέδευσε εκεί, στις 9 του μήνα. Οι σκληρές συνθήκες στρατωνισμού περίπου έξι χιλιάδων ανδρών, οδήγησαν δεκατρείς Πιεμοντέζους στη λιποταξία. Τότε φάνηκε το σκληρό πρόσωπο του Morosini. Εκτελέστηκαν όλοι, παραδειγματικά. Μετά από ένδεκα ημέρες πολιορκίας και διαπραγματεύσεις η Πρέβεζα έπεσε. Στις 22 Σεπτεμβρίου ακολούθησε η θριαμβευτική είσοδος του Morosini. 

Στις 3 Δεκεμβρίου 1684, η Αρμάδα έφτασε στον Αστακό για ανεφοδιασμό και ξεχειμώνιασμα.

Τον Μάιο του 1685 έφτασαν στον Αστακό ενισχύσεις από τη Βενετία και από τον μεγάλο δούκα της Φλωρεντίας. Στις 26 Ιουνίου η Αρμάδα απέπλευσε. Παρέκαμψε τη Ζάκυνθο, την Πάτρα και τη Ναύπακτο, το Χλεμούτσι, τα κάστρα του Ναβαρίνου και τη Μεθώνη και στις 30 Ιουνίου έφτασε στην Κορώνη όπου την επόμενη ημέρα έγινε απόβαση και ανάπτυξη του πυροβολικού ενώ στις 10 Ιουλίου έφτασαν και σημαντικές ενισχύσεις.

Πάνω στο λόφο, απέναντι από το κάστρο που είχαν κλειστεί οι Τούρκοι (Bonetto), στρατοπέδευσαν οι Βενετοί, έχτισαν ένα μικρό φρούριο που γύρω του, έστησαν το πυροβολικό και άρχισαν τους κανονιοβολισμούς. Μετά από μικροσυγκρούσεις και αψιμαχίες, η πρώτη επίθεση των αποκλεισμένων Τούρκων κατέληξε σε αποτυχία με μεγάλες όμως απώλειες και για τα δυο στρατόπεδα. Τότε έφθασε από τη Βενετία ένα πυροβόλο (vasello) που ήταν κατάλληλα κατασκευασμένο ώστε να εκτοξεύει από τη θάλασσα βόμβες αλλά και μεγάλες πέτρες. Αυτό το πυροβόλο προκάλεσε σημαντικές ζημιές στο κάστρο. Μετά και από δεύτερη αποτυχημένη έξοδο και προσπάθεια αναχαίτισης των επιτιθεμένων Βενετών από τους Τούρκους στις 18 Ιουλίου, ακολούθησαν αψιμαχίες και μάχες στα λαγούμια που ανοίγονταν στα ριζά του κάστρου. Η επιμονή των πολιορκητών έκανε και τους Έλληνες να αναθαρρήσουν και έτσι στις 5 Αυγούστου οι Μανιάτες έστειλαν δυο προύχοντες που δήλωσαν πίστη στη Δημοκρατία υποσχόμενοι συστράτευση χιλίων πεντακοσίων Μανιατών για την ενίσχυση του βενετικού στρατοπέδου. Την επόμενη μέρα, 6 Αυγούστου, έφθασαν στην Κορώνη με τέσσερις βενετικές γαλέρες, 334 εμπειροπόλεμοι Μανιάτες Στις 10 Αυγούστου, μετά από συντονισμένη επιχείρηση οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το στρατόπεδο που είχαν έξω από το κάστρο αφήνοντας πολλά και πλούσια λάφυρα στο πεδίο της μάχης.

    Στις 11 Αυγούστου 1685, μετά από συνεχείς κανονιοβολισμούς για 42 μερόνυχτα, το κάστρο καταλήφθηκε από τους Βενετούς. Η κατάληψη έγινε δυνατή κυρίως χάρη στα ρήγματα που είχαν προκαλέσει σ’ αυτό οι κανονιοβολισμοί αλλά και τα λαγούμια. Ακολούθησε μεγάλη σφαγή, ακόμα και στον άμαχο πληθυσμό. Ο πλούτος των λαφύρων που πήραν οι Βενετοί από το κάστρο ήταν, σύμφωνα πάντα με το συγγραφέα του ημερολογίου της Αρμάδας, απερίγραπτος. Το πολυτιμότερο λάφυρο για τους Βενετούς ήταν το λάβαρο του Σουλτάνου που μετά την κατάληψη του κάστρου έπεσε στα χέρια τους. Αυτό το λάβαρο το έστειλαν στο ιερό του San Gaetano στη Βενετία κι’ αυτό γιατί τη μέρα που έπεσε η Κορώνη ήταν η γιορτή του.

Είναι χαρακτηριστική η λεπτομερής περιγραφή του τέλους της πολιορκίας της Κορώνης από τον Κωνσταντίνο Σάθα στο δοκίμιο «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς» (1869):

… « Μετ’ ολίγας ώρας οι Χριστιανοί λυσσωδέστερον ανενέωσαν την έφοδον, και τέλος πάντων μετά πολύωρον και πολύνεκρον αγώνα κατώρθωσαν ίνα εισέλθωσιν εις το φρούριον, φονεύοντες τους ανθισταμένους. Το παν παρεδόθη εις το πυρ και τον σίδηρον αυτών, και η Κορώνη μετεβλήθη εις θέατρον στεναγμών, ορυγμών, και πτωμάτων. Αι καθημαγμέναι οδοί ηρημώθησαν, πολλοί των δυστύχων κατοίκων προτιμώντες θάνατον ήττονα σκληρόν κατεκρημνίζοντο από των επάλξεων. Αι φλόγες διαδοθείσαι εις πολλά μέρη μετέβαλον την πόλιν εις φρικτόν νεκροταφείον. Τρεις χιλιάδες παντός γένους και ηλικίας απανθρώπως εσφάγησαν, διακόσιοι ερρίφθησαν εις τα κάτεργα, και χίλια διακόσια γυναικόπαιδα εξηνδραποδίσθησαν. Πλήθος πολεμοφοδίων και ζωοτροφιών, ως και εκατόν είκοσι πυροβόλα, εξ ων 86 ορειχάλκινα, περιήλθον εις χείρας των νικητών. Την επιούσαν ανεστηλώθη επί των επάλξεων η σημαία του Αγίου Μάρκου, και ο Μοροζίνης εισελθών εδοξολόγησε τον Θεόν εντός τσαμίου μετεβληθέντος εις εκκλησίαν, και μετά ταύτα διώρισε προβλεπτάς έκτακτον μεν τον Γεώργιον Βενζόνην, και τακτικόν τον Φαυστίνον Ρίβαν.

 Ελθούσης εν Ενετία της ειδήσεως διετάγη εν μέσω πανδήμου χαράς τριήμερος δοξολογία, ελεημοσύναι διενεμήθησαν εις τους πτωχούς, και ο Δόγης συνοδευόμενος υπό των γερουσιαστών κατέθεσεν την δίουρον σημαίαν του σερασκέρη επί του βωμού του Αγίου Γαετάνου, ως αλωθείσης της Κορώνης εν τη επετείω ημέρα της εορτάσεως αυτού »…

Στις 15 Αυγούστου 1685 έγινε η θριαμβευτική είσοδος του Francesco  Morosini στο κάστρο και η έπαρση της σημαίας του Αγίου Μάρκου αφού το μουσουλμανικό τέμενος, ο παλιότερος βυζαντινός Ναός της Αγίας Σοφίας, μετατράπηκε και πάλι σε χριστιανικό Ναό. Λίγο πριν την κάθοδο της Αρμάδας (1684) και την αρχή αυτού του βενετοτουρκικού πολέμου, το κάστρο της Κορώνης είχε ενισχυθεί με δυο εξωτερικούς προμαχώνες, τα σκοταδιερά του κάστρου της Κορώνης, προς την πλευρά της Λιβαδειάς, που κατασκεύασαν μάλιστα Αθηναίοι τεχνίτες.

Την 1η Σεπτεμβρίου ήρθε η στιγμή της εκπλήρωσης της υπόσχεσης του Morosini το 1659, για την επάνοδό του στην Καλαμάτα. Η Αρμάδα απέπλευσε και στις 3 του μήνα οι βενετικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν και στρατοπέδευσαν στην περιοχή της Καλαμάτας. Στις 5 Σεπτεμβρίου έφτασε εκεί ένα στρατιωτικό σώμα από 5.000 Μανιάτες για να βοηθήσει τους συμμάχους Βενετούς, στην κατάληψη του κάστρου. Την επόμενη μέρα, οι Βενετοί του Degenfeldt, κατέβασαν τα πληρώματα από τις γαλέρες και προσπάθησαν να καταστρέψουν τα τείχη του κάστρου. Οι κανονιοβολισμοί και οι εχθροπραξίες κράτησαν για μερικές μέρες και στις 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα του εορτασμού της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, έγινε η τελική επίθεση Βενετών και Μανιατών με ταυτόχρονη κάλυψη του πυροβολικού. Ετσι απλά έγινε η εκπόρθηση του κάστρου της Καλαμάτας, σε δώδεκα μόνο ημέρες. Ακολούθησε η θριαμβευτική είσοδος του Morosini με συμμετοχή του τοπικού κλήρου αλλά και του λαού.

Η καταστροφή των τειχών του κάστρου της Καλαμάτας θεωρήθηκε αρχικά αναγκαία επειδή αυτό, μετά και την εξέλιξη του πυροβολικού, ήταν ευπρόσβλητο από τους κοντινούς λόφους (Τούρλες). Μετά μάλιστα την καταστροφή των πυρομαχικών από τους Τούρκους, στην αποχώρησή τους και την πυρκαγιά που ακολούθησε, το κάστρο είχε σημαντικές φθορές, ασύμφορες να επισκευαστούν. Τότε όμως οι κάτοικοι της Καλαμάτας λέγεται ότι ζήτησαν από τον Morosini να μην κατεδαφίσει το κάστρο υποσχόμενοι ότι με δικά τους έξοδα θα βοηθήσουν στις επισκευές. Δεν είναι βέβαια κατανοητός ο λόγος της αποδοχής των αιτημάτων των Ελλήνων από τους Βενετούς αλλά τότε και μέχρι το 1693, το κάστρο επισκευάστηκε και ενισχύθηκε με το εξωτερικό τείχος του και τη σημερινή κεντρική του πύλη που «βλέπει» στα νότια. Από αυτή την επισκευή και προσθήκη βρίσκεται «καρφωμένο» στο υπέρθυρο της εισόδου του κάστρου, φθαρμένο πλέον από τα χρόνια, το πέτρινο λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, το «έμβλημα» της Βενετίας.

Στις 20 Σεπτεμβρίου ήρθε η ώρα της Ζαρνάτας. Οι Τούρκοι παρέδωσαν αμαχητί το κάστρο και μαζί με πολλούς Έλληνες αποχώρησαν για τη Μπαρμπαριά. Στις 23 Σεπτεμβρίου η Αρμάδα έφτασε στο Οίτυλο που κι αυτό παραδόθηκε αμέσως. Στη συνέχεια οι Βενετοί παρέλαβαν και το εγκαταλελειμένο κάστρο του Κελεφά που το κατεδάφισαν.

Ο Morosini συνέχισε με τον περίπλου της Μάνης και έφτασε στο Μαραθονήσι, έξω από το Γύθειο. Ο Σουηδός κόμης, στρατηγός Wilhelm Königsmark αποβιβάστηκε για άμεση προσβολή και κατάληψη του Μυστρά, ενώ ο Morosini συνέχισε για τη Μονεμβασιά αλλά δεν κατάφερε να την καταλάβει. Στις 25 Ιουλίου του 1686 επιτέθηκε στο Άργος ενώ ο Königsmark κατέλαβε το Παλαμήδι. Και την επόμενη χρονιά οι Βενετοί είχαν φτάσει στη Ναύπακτο και την Κόρινθο. Ολόκληρος ο Μοριάς, εκτός από τη Μονεμβασιά, είχε περάσει στους Βενετούς του αρχιστράτηγου Francesco Morosini και του στρατηγού Königsmark.    

Στις 28 Οκτωβρίου 1685, μόλις με μια κανονιά, κατέλαβαν και το κάστρο της Ηγουμενίτσας που ο Morosini διέταξε την κατεδάφισή του. Στις 4 Νοεμβρίου η Αρμάδα κατευθύνθηκε για την Κέρκυρα για να ανεφοδιαστεί και να ξεχειμωνιάσει.

Αφού πέρασε ο χειμώνας, στις 27 Μαρτίου 1686 η Αρμάδα ξεκίνησε από την Κέρκυρα και έφτασε στο Οίτυλο την 1η Απριλίου. Αφού έδιωξαν τους Τούρκους από τον Πασαβά, στις 6 Απριλίου ανεφοδίασαν το κάστρο της Ζαρνάτας. Ξαναγύρισαν στην Κέρκυρα για τον εορτασμό του Πάσχα και στις 15 Απριλίου έφτασαν στη Λευκάδα. Εκεί η Αρμάδα ενισχύθηκε και περνώντας από τη Ναύπακτο, προκάλεσε μεγάλες απώλειες στις εκεί τουρκικές δυνάμεις.

Την 1η Ιουνίου έφτασαν στο Παλιοναβαρίνο που παραδόθηκε αμέσως. Οι Βενετοί προωθήθηκαν στο Νιόκαστρο όπου ξεκίνησαν πολιορκία. Στο νησάκι στο κέντρο του όρμου του Ναβαρίνου (βραχονησίδα Χελωνήσι), εγκατέστησαν ένα κανόνι που βομβάρδιζε συνεχώς το κάστρο. Στις 18 Ιουνίου, με σημαντική ενίσχυση Ελλήνων, οι Βενετοί επιτέθηκαν στο Νιόκαστρο και αιχμαλώτισαν τον γιο του του πασά, αρχηγού της φρουράς. Ένα ατύχημα με ανάφλεξη των πολεμοφοδίων του κάστρου, στις 19 Ιουνίου, ανάγκασε τους Τούρκους, στις 21 Ιουνίου μετά από πολιορκία 23 ημερών, να αποχωρήσουν και να παραδώσουν το Νιόκαστρο. Ακολούθησε κι εκεί, θριαμβευτική είσοδος του Morosini.

Η περιγραφή του Νιόκαστρου από τον συγγραφέα του ημερολογίου της Αρμάδας είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αφού περιγράφει ελληνικό οικισμό εκτός των τειχών, στη θέση της σημερινής Πύλου:

«…Είναι φρούριο πολύ ισχυρό με το να έχει και εσωτερικά τείχη, όπου κατέφευγαν οι άνθρωποι για να αποφύγουν τις βόμβες. Έχει πυροβολαρχίες θαυμαστές προς την ξηρά και τη θάλασσα. Προς την πλευρά του λιμανιού υπάρχει ένας οικισμός ερειπωμένος, ενώ άλλος προς την μεριά της θάλασσας είναι κατοικημένος από Έλληνες. Το κάστρο αυτό είναι σπουδαίο εμπορικό κέντρο, καθώς έχει ένα πολύ ευρύχωρο λιμάνι και γιαυτό από ’κει ξεκινούσαν πολλές επιδρομές και μεγάλες αιχμαλωσίες σκλάβων από τα μέρη του Κόλπου του Λέοντος (=Λυώνος) (Lion Golfo) και της  Απουλίας. Με την κατάληψη του Νέου Ναβαρίνου εξέλειψε η αιτία τόσων αποτρόπαιων εγκλημάτων ….».    

(Με την Αρμάδα στο Μοριά 1684-1687, επιμ. Ευτυχία Λιάτα, έκδ. ΟΛΚΟΣ, Αθήνα 1998, σ. 41).

Στο Νιόκαστρο, μετά το 1686, έγιναν επισκευές και νέες διαρρυθμίσεις στο κάστρο. Στην αρχική κατασκευή προστέθηκαν ακόμα τρεις μικροί προμαχώνες. Πάνω από την κεντρική πύλη ο πύργος του Αγίου Αντωνίου, στην ανατολική βέργα, μεταξύ της παλιάς κύριας εισόδου και της σημερινής, ο κυλινδρικός πύργος της Αγίας Αγνής ή κατοπινός προμαχώνας του Μακρυγιάννη και τέλος στη δυτική βέργα κατασκευάστηκε ο πύργος του Αγίου Πατρικίου. Κυρίως όμως τότε διαμορφώθηκε το πιο όμορφο κομμάτι του κάστρου, η εξαγωνική του ακρόπολη. Στους πέντε προμαχώνες της, υπάρχουν θολωτές στέρνες για τη συλλογή των ομβρίων και καταπακτές για την εξυπηρέτηση της φρουράς. Το πάχος της κατασκευής φθάνει εδώ τα τρία μέτρα. Κατά την πολιορκία από τα στρατεύματα του Francesco Morosini, τη νύχτα της 19ης Ιουνίου του 1686, μετά την απόφαση για την παράδοση του κάστρου, έντονες διαφωνίες και φιλονικίες στην τουρκική φρουρά είχαν σαν αποτέλεσμα την ανάφλεξη των πολεμοφοδίων και την ανατίναξη του προμαχώνα της ακρόπολης στα βόρεια, πίσω ακριβώς από την κύρια είσοδο του κάστρου. Ετσι και μόνη η παρουσία του Morosini ήταν αρκετή, για να γίνουν οι προμαχώνες και της εδώ εξαγωνικής ακρόπολης, ακόμα και μετά την επισκευή τους… πέντε. Αυτή η έκρηξη αλλά και η αιχμαλωσία του γιου του πασά, αρχηγού της φρουράς, έγιναν η αφορμή για την άμεση παράδοση του κάστρου στους Βενετούς, στις 21 Ιουνίου 1686.