Δευτέρα, 18 Μαϊος 2026 19:55

«Ποιος θα έρθει μαζί μου;» *

Γράφτηκε από τον

«Ποιος θα έρθει μαζί μου;» *

Με τον Ηλία Μπιτσάνη

Γιορτάζεται αύριο η επέτειος για τη μάχη της Καλαμάτας (28/4/1941) και υπάρχουν πράγματα που έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «μάχη», ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια μεμονωμένων ανδρών του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος να «σώσουν" την υπόθεση της απαγκίστρωσης χιλιάδων ανθρώπων που οπισθοχωρούσαν άτακτα. Οι μισοί περίπου ήδη είχαν αναχωρήσει με τα πλοία, οι άλλοι μισοί περίμεναν το βράδυ τη νηοπομπή για να τους παραλάβει. Τα γερμανικά στρατεύματα όμως προχώρησαν ταχύτητα από δύο κατευθύνσεις (Γιάννενα και Αθήνα), αιφνιδίασαν την οπισθοφυλακή των βρετανικών στρατευμάτων και μια μονάδα τους έφτασε στο λιμάνι χωρίς να γίνει αντιληπτή. Ηταν κάτι έξω από τις προβλέψεις του σχεδίου απαγκίστρωσης και μετακίνησης σε ασφαλές σημείο. Ορισμένοι μεμονωμένοι μαχητές αγνοώντας σχετικές διαταγές, πήραν την υπόθεση στα χέρια τους. Σε μια άλλη αφήγηση της ιστορίας, το κείμενο που ακολουθεί μιλάει για το νεοζηλανδό λοχία Χίντον με τον εύγλωττο τίτλο «Ποιος θα έρθει μαζί μου;». Ηταν αυτός που πήρε την υπόθεση της μάχης πάνω του, τραυματίστηκε, συνελήφθη, οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, παρασημοφορήθηκε και πάντα μιλούσε για τους άλλους ήρωες εκείνης της ημέρας.

Ο Τζακ Χίντον δεν μπορούσε να ανεχθεί άλλο πια τις αερολογίες για την υποχώρηση. Ηταν Απρίλιος του 1941 και με στρατιωτικούς όρους η κατάσταση για το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα στην Ελλάδα ήταν ξεκάθαρα χαμένη. Νεοζηλανδοί και Βρετανοί στρατιώτες, στα περίχωρα της Καλαμάτας, περίμεναν να επιβιβαστούν στα πλοία. Κι ενώ πλησίαζε ένας σχηματισμός γερμανικών θωρακισμένων δυνάμεων, ο λοχίας Χίντον εμβρόντητος άκουσε, μπροστά στα μάτια του, τον Βρετανό ταξίαρχο Πάρινγκτον να διατάζει τους άντρες να παραδοθούν. "Αντε πνίξου" είπε, σε ένα εξαιρετικό δείγμα αγενέστατης συμπεριφοράς και ασέβειας, από τους αποίκους προς την μητρόπολη. “Θα σε περάσω στρατοδικείο που μου απευθύνεσαι με αυτόν τον τρόπο” αντιγύρισε οργισμένος ο ταξίαρχος Πάρινγκτον. “Αν δεν προσέξεις”, απάντησε ο Χίντον, “θα σε περάσω εγώ στρατοδικείο, που μιλάς για παράδοση”.

Τον γερμανικό σχηματισμό αποτελούσαν αρκετά θωρακισμένα οχήματα, πυροβόλα 2 ιντσών, όλμοι 3 ιντσών και δύο ακόμα πυροβόλα 6 ιντσών. Οι διοικούντες (των συμμάχων) εκτίμησαν ότι μία ενέργεια εναντίον των Γερμανών δεν θα είχε καμία ελπίδα, αλλά καθώς η κατάσταση γινόταν ολοένα και πιο χαοτική, ο λοχίας Χίντον προσχώρησε αμέσως σε αυτούς που αποφάσισαν να αντεπιτεθούν. Αργότερα εκείνη τη νύχτα, 28 προς 29 Απριλίου, o Χίντον παρέμενε ακόμα εξοργισμένος και με καμία απολύτως διάθεση να ακολουθήσει τις οδηγίες να αποσυρθεί και να αναζητήσει καταφύγιο. Αυτό που χρειαζόταν ήταν να δημιουργηθεί και να κρατηθεί ένα προγεφύρωμα, ώστε η εκκένωση να μπορέσει να πραγματοποιηθεί. "Στο διάολο με αυτό!" φώναξε. Ηταν το είδος της ανυπακοής που μπορούσε να δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα σε έναν στρατιώτη. Αυτό που ακολούθησε, οδήγησε στην απονομή του Σταυρού της Βικτωρίας στον λοχία Χίντον, το ανώτατο παράσημο για την επίδειξη γενναιότητας από στρατιώτη. "Ποιος θα έρθει μαζί μου;" φώναξε και γυρνώντας στον στρατιώτη Αλαν Τζόουνς, από το Ινβερκάργκιλ, του είπε: “Κάλυψέ με”. (Αργότερα, ο Τζόουνς έγραψε πνευματωδώς: "Θεωρώ ότι σε οποιονδήποτε ήταν διατεθειμένος να δεχτεί κάλυψη πυρός εκ μέρους μου θα έπρεπε να του απονεμηθεί ο Σταυρός της Βικτωρίας, για την πράξη του αυτή και μόνο").

Η εφημερίδα “London Gazette” δημοσίευσε την περιγραφή του Τζόουνς για την επίθεση του Χίντον: "Κάλυψε τρέχοντας αρκετή απόσταση προς τα πλησιέστερα πυροβόλα - που έβαλαν εναντίον του, αλλά αστόχησαν -, και πέταξε δύο χειροβομβίδες οι οποίες εξολόθρευσαν τα πληρώματα των όπλων αυτών. Στη συνέχεια επιτέθηκε με εφ’ όπλου λόγχη, ακολουθούμενος από πολλούς Νεοζηλανδούς. Οι Γερμανοί στρατιώτες εγκατέλειψαν το πρώτο από τα δύο πυροβόλα των 6 ιντσών και υποχώρησαν σε δύο σπίτια. Ο λοχίας Χίντον έσπασε τα παράθυρα και μετά την πόρτα του πρώτου σπιτιού και με χειροβομβίδες, αλλά και την ξιφολόγχη, προκάλεσε λουτρό αίματος. Εκανε το ίδιο και σε ένα δεύτερο σπίτι και, ως αποτέλεσμα, οι Νεοζηλανδοί κατέλαβαν τα πυροβόλα, έως ότου έφτασαν κατά πολύ υπέρτερες γερμανικές δυνάμεις”. Συνέχισε να κυνηγά τους σε πανικό υποχωρούντες Γερμανούς, μέχρι που δέχθηκε μια σφαίρα στην κοιλιά και συνελήφθη αιχμάλωτος.

Σε μία πιο συναισθηματική καταγραφή προβαίνει η Γαμπριέλ Μακ Ντόναλντ, στην βιογραφία του Τζακ Χίντον “Jack Hinton VC, A Man Among Men”. Περιγράφοντας την ακρότητα της μανιασμένης επίθεσής του, γράφει: “Ενιωθε παγιδευμένος· μπορούσε να νιώσει την καρδιά του να σφυροκοπά στο στήθος του. Αυτό είναι, σκέφτηκε. Εχω μια δουλειά να κάνω και πρέπει να την κάνω. Ηταν φοβισμένος, φοβισμένος πραγματικά, αλλά πάνω κι από αυτό το συναίσθημα υπερίσχυε μια αίσθηση τρελής έξαψης, σχεδόν σαν να υπήρχε κάποια αόρατη δύναμη που τον παρακινούσε και τον κατέλαβε πλήρως. Του έλεγε να κάνει αυτά τα τρελά πράγματα, να ρισκάρει τη ζωή του. Ξαφνικά, ήξερε χωρίς αμφιβολία γιατί είχε ταξιδέψει όλες αυτές τις χιλιάδες χιλιόμετρα. Ο,τι είχε κάνει τα προηγούμενα χρόνια ήταν προετοιμασία για αυτήν τη στιγμή. Του φάνηκε τόσο ξεκάθαρο που σχεδόν ξέσπασε σε γέλια". Αν και αυτή ήταν η πρώτη μάχιμη εμπειρία του, ο Τζακ Χίντον δεν ήταν ούτε άπειρος, ούτε αφελής. Γεννημένος στο Κόλακ Μπέι το 1906, ήταν ένας από τους πρώτους που ανταποκρίθηκε στην επιστράτευση τον Σεπτέμβριο του 1939 και -ήδη στα 31 χρόνια του- ένας από από τους μεγαλύτερους σε ηλικία που το έκαναν. Παράλληλα, όμως, ήταν “ψημένος” και στη ζωή. Είχε αφήσει το σπίτι του στα 12 ή τα 14 χρόνια του (οι σχετικές πληροφορίες διαφωνούν) για να γίνει μούτσος σε ένα νορβηγικό φαλαινοθηρικό. Υπήρξε, μεταξύ άλλων, περιπλανώμενος εργάτης στα χρόνια της μεγάλης ύφεσης, τσοπάνης, χρυσοθήρας, εργάτης σε σταύλο, αλλά και αρχηγός σε μια συμμορία του δρόμου, στην δυτική ακτή.

Δεν ήταν σίγουρα, πάντως, ένας τυπικός, κλασικός, υπαξιωματικός. Ησυχος και χαμηλών τόνων, όπως θυμούνται, αλλά και εξαιρετικά αποφασισμένος. Ηταν επίσης εντυπωσιακός στα παιχνίδια ράγκμπι που έπαιζαν όταν βρέθηκαν στην έρημο της Αιγύπτου. Ο Τζακ Χίντον ήταν αιχμάλωτος πολέμου όταν του απονεμήθηκε το παράσημο του Σταυρού της Βικτωρίας. Περιορισμένος σε απομόνωση, με ξύλινες σανίδες δεμένες στα πόδια εν είδει των αρβυλών που είχε χάσει όταν τραυματίστηκε, κλήθηκε στη μέση του χώρου συνάθροισης του στρατοπέδου αιχμαλώτων και ένας Γερμανός στρατηγός του επέδωσε ένα αντίγραφο του παράσημου, τον χαιρέτησε στρατιωτικά και του έσφιξε το χέρι. Ο διοικητής του στρατοπέδου τον προσκάλεσε στη λέσχη των αξιωματικών όπου έκανε πρόποση με σαμπάνια για το παράσημο. Ακολούθησαν δύο εβδομάδες απομόνωσης που τον έφεραν στα όρια της λιμοκτονίας, επειδή -όπως φέρεται- δήλωσε στον διοικητή “να βάλει τη σαμπάνια εκεί που ξέρει”… Aποθεώθηκε από τους συγκρατούμενούς του και στη συνέχεια επέστρεψε αμέσως στην απομόνωση. Οταν απελευθερώθηκε το στρατόπεδο, οδηγήθηκε στην Αγγλία όπου έλαβε το παράσημο επισήμως από τον βασιλιά Γεώργιο Στ΄, στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ.

Με την επιστροφή του στη Νέα Ζηλανδία και στη γενέτειρά του το Κόλακ Μπέι έγινε αποδέκτης πολλών τιμών, αλλά έγινε αντιληπτό ότι αυτή η λατρεία τον στενοχωρούσε και τον έφερνε σε δύσκολη θέση -όπως συνέβη και σε πολλούς άλλους που χαρακτηρίστηκαν ήρωες. Προσπάθησε να μεταφέρει τα συναισθήματά του αυτά, μιλώντας σε δημοσιογράφους για συμπολεμιστές του -όπως ο Αλαν Τζόουνς, ο Τζιμ Εσσαν, ο Ντάγκ Πάτερσον, ο Μπομπ Ο’ Ρουρκ, ο Πάτ Ριντ των οποίων τα ονόματα δεν έλεγαν τίποτα στους εν λόγω ρεπόρτερ. "Αυτούς θα πρέπει να συγχαίρετε, όχι εμένα" έλεγε…

* Το κείμενο προέρχεται από τη νεοζηλανδική ιστοσελίδα www.stuff.co.nz, το έχει αλιεύσει και μεταφράσει ο καλός συνάδελφος και φίλος Βασίλης Μπακόπουλος.