Φτάνοντας σήμερα στη Χώρα, στο ιερό του Αη-Γιώργη, υπάρχει μια μαρμάρινη στήλη, το ηρώο των πεσόντων. Στη βάση της μιας πλευράς, που αφορά τους δεκαεννέα πεσόντες στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή:
«ΔΙΑΒΑΤΑ
ΣΤΗΘΙ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΗΤΙ
ΠΡΟ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ
ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΤΗΣ ΠΛΕΣΣΙΑΔΟΣ
ΟΙΤΙΝΕΣ ΓΕΝΝΑΙΩΣ ΑΓΩΝΙΟΜΕΝΟΙ
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΙΑΙΦΟΝΟΥΣ ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ
ΕΓΕΝΟΝΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟΙ
ΠΙΩΝΤΕΣ ΤΟ ΥΔΩΡ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ
ΕΚ ΤΗΣ ΜΕΛΑΝΥΔΡΟΥ
ΚΡΗΝΗΣ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ»
Ας δούμε όμως γιατί:
Στις 10 Δεκεμβρίου 1893, ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης παραδέχθηκε επίσημα στο ελληνικό κοινοβούλιο, ότι η χώρα πτώχευσε. Η Ελλάδα μπήκε κάτω από διεθνή οικονομικό έλεγχο. Οι επιπτώσεις της πτώχευσης είχαν φυσικά τεράστιο αντίκτυπο στην ελληνική κοινωνία, που φτωχοποιήθηκε ακόμα περισσότερο.
Το 1896 το Κρητικό Ζήτημα είχε οξυνθεί. Οι Έλληνες της Κρήτης, που ανήκε ακόμα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, επιθυμούσαν διακαώς την Ένωση με την Ελλάδα και ξεσηκώθηκαν ξανά. Είχαν προηγηθεί κι άλλοι ξεσηκωμοί, το 1885, το 1888 και το 1889. Μια νέα επανάσταση, το 1896, έφερε την ένοπλη δράση εκεί, ελληνικών αντάρτικων σωμάτων της «Εθνικής Εταιρείας», μιας στρατιωτικο-πολιτικής μυστικής οργάνωσης που είχε υποκαταστήσει το Κράτος, καθόρισαν την κήρυξη του πολέμου από την Οθωμανική αυτοκρατορία κατά της Ελλάδας. Οι Μεγάλες Δυνάμεις όμως, απέτρεψαν την κίνηση του ελληνικού αποσπάσματος και στις 18 Φεβρουαρίου, με διακοίνωση τους προς την ελληνική κυβέρνηση, παραχώρησαν στην Κρήτη καθεστώς αυτονομίας, υπό την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου, αποκλείοντας την ένωσή της με την Ελλάδα. Η Τουρκία συμφώνησε με αυτή τη λύση ενώ αντίθετα η ελληνική κυβέρνηση την απέρριψε. Ακολούθησε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 που υποχρέωσε την Ελλάδα σε καταβολή αποζημιώσεων στην Τουρκία τεσσάρων εκατομμυρίων λιρών.
Μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα, το κύμα της μετανάστευσης από την πάμφτωχη Ελλάδα για τη «γη της Επαγγελίας», την Αμερική, γιγαντώθηκε. Τα εργατικά χέρια της Ελλάδας έφυγαν. Η χώρα ερημώθηκε. Έτσι και στη Λιγούδιστα, τη σημερινή Χώρα της Μεσσηνίας, από την επταμελή οικογένεια του Παναγιώτη Μπίρη, μέσα σε δύο χρόνια, από το 1904 μέχρι το 1906, έφυγαν και τα τέσσερα αγόρια της. Πρώτος ο Γιαννάκης, μετά ο Νίκος και στη συνέχεια τα δυο μικρότερα, ο Χρήστος και ο Φώτης. Κάνοντας ότι δουλειά μπορούσαν, προσπάθησαν να στεριώσουν στην Αμερική.
Πίσω στην Ελλάδα, τα πράγματα άλλαξαν. Το κίνημα στου Γουδή το 1909 και κυρίως η κήρυξη των Βαλκανικών πολέμων, ανέτρεψαν την κατάσταση. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913 ήταν αναμφισβήτητα μια σημαντική στιγμή στη Νεότερη Ιστορία της Ελλάδας. Η Ελλάδα, διαθέτοντας υπεροπλία στη θάλασσα μπήκε στον πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό των Βαλκάνιων Συμμάχων της. Σε μια αξιοσημείωτη συμμαχία, η Βουλγαρία, η Σερβία και το Μαυροβούνιο ένωσαν τις δυνάμεις τους με την Ελλάδα για να απελευθερώσουν τα εθνικά εδάφη και τους ομοεθνείς τους, που εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό τον τουρκικό ζυγό. Επιπλέον η Ελλάδα επιθυμούσε να αποπλύνει την ήττα του άτυχου πολέμου του 1897, που της είχε φέρει πολλά δεινά.
Η πρόσκληση του βασιλιά για επιστροφή των μεταναστών, έφερε και τους δύο μεγαλύτερους από τους τέσσερις αδελφούς από τη Λιγούδιστα, πίσω στην Ελλάδα. Με μια σημαία στον ώμο, μπήκαν σε πλοία εθελοντών μεταναστών και επέστρεψαν κι αυτοί για να υπηρετήσουν την πατρίδα. Έφτασαν στην Καλαμάτα όπου κατατάχτηκαν εθελοντές. Τον έναν, τον Γιαννάκη, τον έστειλαν στη στρατιά της Ηπείρου. Τον Νίκο στη στρατιά της Μακεδονίας.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ήπειρο είχαν «κολλήσει» για περισσότερο από τρεις μήνες στο Μπιζάνι. Ο Νίκος, με τη στρατιά της Μακεδονίας, πήρε μέρος στη μάχη στην κοιλάδα του Οστρόβου, που οδήγησε στην απελευθέρωση της Φλώρινας και στις 20 Φεβρουαρίου 1913, μπήκε κι αυτός νικητής στα Ιωάννινα και να ζήσει την «άνευ όρων» παράδοση της πόλης στον Ελληνικό Στρατό, στις 21 Φεβρουαρίου 1913, από τον Τούρκο Διοικητή της, Εσσάτ Πασά.
Το τέλος του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, βρήκε την Ελλάδα να έχει απελευθερώσει την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου στις 17 Μαΐου 1913, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλα τα εδάφη της στη βαλκανική χερσόνησο. Έμενε να γίνει μόνο η διανομή των εδαφών μεταξύ των συμμάχων. Εκεί υπήρχαν μεγάλες διαφορές που οδήγησαν στον Β΄Βαλκανικό πόλεμο, μια ολιγοήμερη πολεμική σύρραξη μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Τα αιματηρά επεισόδια άρχισαν στις 17 Ιουνίου ενώ ο πόλεμος ξεκίνησε στις 19 Ιουνίου 1913, όταν ο ελληνικός στρατός συνέτριψε τον βουλγαρικό στη μάχη Κιλκίς – Λαχανά. Αυτή την πρώτη ημέρα του Β΄Βαλκανικού (ελληνοβουλγαρικού) πολέμου, έπεσε ηρωικά μαχόμενος έξω από το Κιλκίς και ο Νίκος Μπίρης.
Ένα ποίημα που εμφανίστηκε ξανά, περίπου εκατό χρόνια μετά τη σύνθεσή του, μιλάει για αυτή την τραγική απώλεια:
«Την 19ην Ιουνίου 1913, ημέρα Τετάρτη, ηρωϊκώς πεσών εις Κιλκίς».
Εις τον ηρωϊκώς πεσόντα αδελφό μου Νικόλαο Μπίρη.
Πολεμώντας πέρασες βουνά, λαγκάδια, δάση
και έπεσες εις το Κιλκίς, εις τη μεγάλη μάχη
Σαν λέοντας πολέμησες παντού ηρωικά
κι ο Βούλγαρος σου έδωσε δυο βόλια στην καρδιά.
Κι ως αετός γοργόφτερος επέταξες ψηλά
βαστάζοντας τα όπλα σου σφιχτά στην αγκαλιά
Χωρίς στεφάνι και κερί να βάλουν στη θανή σου
στους ουρανούς επέταξε με δόξα η ψυχή σου
Μη λυπηθείς που η μάνα σου δεν ήλθε να σε κλάψει
και με τα ίδια χέρια της το σάβανο να ράψει
Σου το ’ραψε η Πατρίδα σου, η πιο γλυκιά μητέρα
όπου γι’ αυτή πολέμησες νύχτα τε και ημέρα
Φώτιος Μπίρης
Σήμερα το όνομα του Νίκου Μπίρη, αν και με ορθογραφικό λάθος (Ν. Π. Μπύρης), κοσμεί το «Ηρώο των πεσόντων» στη Χώρα. Ο τάφος του ή τα οστά του δεν βρέθηκαν ποτέ.
