Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2026 20:10

Ιστορία της Μεσσηνίας: Η Επανάσταση εξαπλώνεται

Γράφτηκε από τον

Ιστορία της Μεσσηνίας: Η Επανάσταση εξαπλώνεται

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Μετά την Καλαμάτα και τα Καλάβρυτα, ακολούθησε ο ξεσηκωμός σε όλο τον Μοριά. Από τις 22 Μαρτίου 1821 που διακόπηκαν οι επικοινωνίες, οι δρόμοι έκλεισαν ενώ δεν λειτουργούσαν τα ταχυδρομεία. Οι Τούρκοι που κατοικούσαν μακριά από τα κάστρα, τρομαγμένοι από τις φήμες ότι για βοήθεια στον ξεσηκωμό των Ελλήνων «έφτασε η Φραγκιά», άφηναν τα χωριά ή τις πόλεις τους και κατέφευγαν για ασφάλεια στην Τριπολιτσά, τη Μονεμβασιά, τον Ακροκόρινθο, το Ναύπλιο, το Χλεμούτσι, την Πάτρα, την Κορώνη, τη Μεθώνη και το Νιόκαστρο. Από την άλλη πλευρά, οι για τόσα χρόνια καταπιεσμένοι Έλληνες, πολύ περισσότεροι αλλά ανοργάνωτοι ακόμα, άρχισαν να τους καταδιώκουν. Ακολούθησαν αψιμαχίες καὶ εντάσεις κατὰ τόπους, όπως στὰ Βουνάρια στὶς 25 Μαρτίου. Τα άγρια ένστικτα οδήγησαν σε πράξεις αντεκδίκησης και ωμότητες. Το κυνηγητό συνεχιζόταν σχεδόν σε κάθε τόπο αφού τα προσδοκώμενα λάφυρα ήταν ακόμα ένα σημαντικό κίνητρο. Οι Έλληνες, αφού αναθάρρησαν από τις επιτυχίες, άρχισαν να συγκροτούν σε πολλά στρατηγικά μέρη, στρατόπεδα ατάκτων.
Από τις 23 Μαρτίου, τίποτα δὲν μπορούσε νὰ σταματήσει τὸ αφρισμένο ποτάμι τοῦ ξεσηκωμού. Τὴν αναίμακτη παράδοση της Καλαμάτας απὸ τους Τούρκους της φρουράςτης, ακολούθησε η δοξολογία στον Νέδοντα. Μετὰ την Καλαμάτα και τα Καλάβρυτα ακολούθησε ο ξεσηκωμὸς σε όλο τον Μοριά. Στις 23 Μαρτίου άρχισε η εξέγερση και στα Λαγκάδια ενώ στις 25 Μαρτίου και στην Καρύταινα. Οι Τούρκοι, φοβισμένοι έφευγαν από παντού. Τα νέα έφτασαν σχεδόν αμέσως και σε κάθε γωνιά της μεσσηνιακής γης. Από την Κορώνη μέχρι τα Σουλιμοχώρια οι Έλληνες είχαν ξεσηκωθεί, ενώ οι Τούρκοι είχαν ήδη φύγει από τις εστίες τους και είχαν καταφύγει ή κατευθύνονταν στα κάστρα ή την Τριπολιτσά.
Μετὰ τη δοξολογία στον Νέδοντα, ο Κολοκοτρώνης με τον Παπαφλέσσα έφυγαν απὸ την Καλαμάτα και κατευθύνθηκαν βόρεια. Επιτελικός στόχος του Κολοκοτρώνη ήταν ο αποκλεισμός και η κατάληψη της Τριπολιτσάς. Όμως υπήρχαν κι άλλες απόψεις, που ζητούσαν πρώτα την απελευθέρωση της Μεσσηνίας και την κατάληψη των φρουρίων του Νιόκαστρου καὶ της Μεθώνης. Σύμφωνα με αυτές στη συνέχεια θα ακολουθούσε η πολιορκία της Τριπολιτσάς. Τελικά επικράτησε η άποψη του Κολοκοτρώνη.
Στὶς 24 Μαρτίου από τη Σκάλα όπου βρίσκονταν ο Κολοκοτρώνης καὶ ο Παπαφλέσσας, με επιστολή-προκήρυξη, γραμμένη την προηγούμενη στην Καλαμάτα, κάλεσαν τους ντρέδες της βόρειας Μεσσηνίας να συστρατευτούν στον Αγώνακαινα πάρουν ενεργὸ ρόλο στην Επανάσταση:
«Ἀδελφοὶ κάτοικοι τῆς Ἀρκαδιᾶς!
Ἡ ὥρα ἔφθασε, τὸ στάδιο τῆς δόξης καὶ τῆς ἐλευθερίας ἠνοίχθη• τὰ πάντα ἰδικάμας καὶ ὁ Θεὸς τοῦ παντὸς μεθ᾽ἡμῶν ἔσεται• μὴ πτοηθῆτε εἰς τὸ παραμικρόν. Σεῖ ςεἶσθε ἀτρόμητοι καὶ τῶν προγόνων μας ἀπόγονοι•γενικῶς ὁπλισθῆτε μὲ ἀνοικτὰ μπαϊράκια καὶ τρέξατε ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν φθάνομεν καὶ ἡμεῖς μὲ 10.000 στρατεύματα.
Σεῖς σφαλείσατε τοὺς Ἀρκαδίους Τούρκους καὶ μίαν ὥραν ἀρχήτερα ὡς λέοντες νὰ τοὺς ξεσχίσετε καὶ νὰ τοὺς στείλετε στὰ τάρταρα τοῦ Ἅδου. Μὴν καταδεχθῆτε νὰ σᾶς κατηγορήσῃ ὁ κόσμος καὶ ἡ ἱστορία•ἀλλὰ ν᾽ἀπαθανατίσετε τὰ ὀνόματά σας καὶ νὰ διαμείνετε αἰωνίως εἰς τὴν ἀθάνατον δόξαν καὶ σᾶς εὐχόμεθα ὑγείαν καὶ ἀνδρείαν συνηνωμένοι μὲ τὴν ὁμόνοιαν καὶ τὴν πειθαρχίαν•τὰς δὲ πράξεις σας νὰ μᾶς γράφετε μὲ πρῶτον πρὸς ὁδηγίαν καὶ ἡσυχίαν μας.
Τὴν 23 Μαρτίου, πρῶτον ἔτος τῆς ἐλευθερίας.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαῖος»
Την ίδια στιγμή οι Τούρκοι της Αρκαδιάς (της σημερινής Κυπαρισσίας),με περίπου δύο χιλιάδες ενόπλους, είχαν ενημερωθεί για τον ξεσηκωμὸ των Ελλήνων απὸ επιστολές, που έλαβαν απὸ την Τριπολιτσάαλλά και από τον Αμβρόσιο Φραντζή. Αυτός τους έστειλε «ενημερωτικό» γράμμα από τα Σουλιμοχώρια που τους «πληροφορούσε» για τη «δήθεν» έκρυθμη κατάσταση των γειτονικών χωριών λέγοντας ότι
«…κάμποι καὶ βουνὰ εἶναι γεμᾶταμὲ ἁρματωμένους».
Φυσικά εννοούσε τους ντρέδες.
Οι Τούρκοι, περίπου τέσσερις χιλιάδες άτομα μαζί με τα γυναικόπαιδα, με επικεφαλής τον αγά Mustafa Basioglou και τον μπέη Molla Halil, φοβισμένοι, την 23ηΜαρτίου, κατὰ τον Αθανάσιο Γρηγοριάδη, αποχώρησαν με τις οικογένειές τους για τα Μεσσηνιακά φρούρια, δηλαδή το Νιόκαστρο και τη Μεθώνη. Λίγο πριν αναχωρήσουν, οι Έλληνες, δήθεν φοβισμένοι κι αυτοί, ζήτησαν απὸ τους αποχωρούντες Τούρκους ράι, δηλαδή ένα έγγραφο πιστοποιητικό για να αποδεικνύουν την πίστη τους στον σουλτάνο. Την 25η Μαρτίου ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης στην από ημερών εγκαταλελειμμένη από τους Τούρκους, Ζούρτσα (τη σημερινή Νέα Φιγαλεία). Στο βιβλίο «Ἱστορικαὶ Ἀλήθειαι» ὁ Αθανάσιος Γρηγοριάδης αναφέρει:
«…Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Ἑλλην. Ἐπαναστάσεως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Τούρκων στρατιωτῶν μαχη τῶν συνεποσοῦτο εἰς 2.000 ὑπὸ ἀρχηγοὺς τὸν Μολᾶ Χαλὶλ Μπέην, τὸν Σουλῆ Ἀγᾶν, τὸν Κασδρᾶ Ἀγᾶν, τὸν Χασᾶν Ἀγᾶν καὶ τὸν Ἰμβραὴμ Ἀγᾶν Μπάσιογλου (ἦτο δὲ οὗτος υἱὸς τοῦ Μουσταφᾶ Ἀγᾶ Μπάσιογλου).
Πάντων γενικὸς ἀρχηγὸς διετέλει ὁ Μουσταφᾶ Ἀγᾶς Μπάσιογλου. Ὅλοι δὲ οὗτοι ἀνεχώρησαν ἐκ Κυπαρισσίας μετὰ 4.000 γυναικοπαίδων, καί τινων γερόντων, καὶ μεταβάντες ἠσφαλίσθησαν εἰς τὰ Μεσσηνιακὰ φρούρια Νεοκάστρου καὶ Μεθώνης. Οἱ Τοῦρκοι μὲ ὀλίγους Ἀλβανοὺς ἀνεχώρησαν ἐκ Τριφυλλίας τὴν23 Μαρτίου τοῦ 1821 καὶ περὶ ὥραν5ην τῆς πρωΐας τῆς ἡμέρας ἐκείνης.
Ἡ σημαία τῆς Ἑλλην. Ἐπαναστάσεως ἐν Τριφυλλίᾳ ὑψώθη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Ζούρτσαν ὑπὸ τοῦ Ἀθανασίου Γρηγοριάδου, ἀκριβῶς περὶ ὥραν10ην π.μ. τῆς 25ης Μαρτίου, ἀφοῦ ἐτελέσθη παράκλησις πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὸ πολλῶν ἱερέων πρὸς αἰσίαν ἔκβασιν τοῦ Ἱεροῦ Ἑλληνικοῦ Ἀγῶνος...».
Στις 26 Μαρτίου η Αρκαδιά καταλήφθηκε κι αυτή αναίμακτα απὸ τους Έλληνες. Την ίδια ημέρα οι επαναστάτες σύστησαν τις «Τριφυλλιακές Εφορίες» για τον ανεφοδιασμό των ενόπλων.
Συνεχίζει ὁΓρηγοριάδης:
«…Τὴν ἐπιοῦσαν, ὁ Ἀθ. Γρηγοριάδης μεθ᾽ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ,κινήσας ἐκεῖθεν εἰσῆλθεν εἰς Κυπαρισσίαν τὴν 11 π.μ. ὥραν μὲ ἀλαλαγμοὺς“Ζήτω ἡ Ἐλευθερία. Θάνατος εἰς τοὺς Τούρκους”καὶ τουφεκισμοὺς κηρύξας τὴν ἐπανάστασιν μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Γεωργίου, τοῦ Διονυσίου Παπαθεοδώρου (πρὸς μητρὸς θείου τῶν Γρηγοριαδῶν), τοῦ Δημητρίου Παπατσώρη μὲ τοὺς υἱούς του Ἀναγνώστην καὶ Ἀδάμ, τοῦ Ἰωάν. Μέλιου, τοῦ Παναγιώτου Ντούφα,τοῦ Κωνσταντίνου Μέλιου, τοῦ Γεωργίου Συράκου καὶ λοιπῶν ὁπλαρχηγῶν καὶ προυχόντων μὲ 1800 στρατιώτας. Ἀνεγνωρίσθη δὲ τότε γενικὸς στρατιωτικὸς ἀρχηγὸς ὁ Ἀθ. Γρηγοριάδης. Οὗτος μὲ τοὺς λοιποὺς προύχοντας συνέστησαν Τριφυλλιακὰς Ἐφορίας, ἵνα φροντίσωσι πρὸς προμήθειαν τροφῶν, ἐνδυμάτων, ὅπλων καὶ πολεμοφοδίων διὰ τὸ γενικὸν στρατόπεδον τῆς πολιορκίας τῶν φρουρίων Νεοκάστρου καὶ Μεθώνης».
Το πρωί της 27ης Μαρτίου οι επαναστάτες ξεκίνησαν για το Νιόκαστρο. Χίλιοι οκτακόσιοι ένοπλοι, στην πλειοψηφία τους ντρέδες, με επικεφαλής τον Αθανάσιο Γρηγοριάδη και οπλαρχηγούς τους Γιαννάκη καὶ Κωνσταντίνο Μέλιο, Δημήτρη Παπατσώρη και τα παιδιά του, τον Παναγιώτη Ντούφα, τον Γεώργιο Συράκο κ.ά. «κατηφόρισαν» για το Νιόκαστρο και τη Μεθώνη. Η διαδρομή τους ακολούθησε τη συντομότερη χερσαία στράτα, «ριζοβουνιά» στους πρόποδες του όρους Αιγάλεω. Η στράτα από την Αρκαδία μέχρι το Μουζάκι ήταν περίπου ένα τμήμα της σημερινής επαρχιακής οδού Κυπαρισσίας-Χώρας. Η στράτα ξεκινούσε από την Αρκαδιά, περνούσε από τους Αρμενιούς, το Περδικονέρι, τους Χριστιάνους και έφτανε στο Μουζάκι. Από εκεί κατευθυνόταν νότια στη Λιγούδιστα, την Καβελαριά, τα Πετράλωνα, την Καμπίροβα, το Πισάσκι, το Οσμάναγα (σημ. Κορυφάσιο) και κατηφόριζε για το Νιόκαστρο.
Το απόγευμα της 27ης Μαρτίου πλησιάζοντας στη Λιγούδιστα οι Έλληνες συνάντησαν ένα σώμα εξακοσίων ενόπλων Τούρκων, που επέστρεφε στηνΑρκαδιά με σκοπό να εξασφαλίσει τις εκεί περιουσίες τους και να ξαναπάρει την εξουσία από τους Έλληνες επαναστάτες. Η σύγκρουση στη Λιγούδιστα ήταν σφοδρή καὶ κράτησε περισσότερο από τρεις ώρες. Περιγράφει ο επικεφαλής της μάχης Γρηγοριάδης:
«Τὴν 27 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1821 περὶ ὥραν6ην τῆς πρωΐας ἐκ Κυπαρισσίας, ὁ Γρηγοριάδης μὲ τὸν ἀδελφό του Γεώργιον, τὸν θεῖον του Παπαθεοδώρου, τοὺς Παπατσωραίους καὶ λοιποὺς ὁπλαρχηγοὺς καὶ πολλοὺς καπιτάνους (ἀξιωματικοὺς) μετὰ 1.800 Ἀρκαδίων ὁπλιτῶν, φέρων κυανόλευκον σημαίαν ἔχουσαν σύμβολον μὲν τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐπιγραφὴν δὲ τὰς λέξεις
“ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ” ἐπορεύετο διὰ νὰ πολιορκήσῃ τὰ φρούρια τοῦ Νεοκάστρου καὶ Μεθώνης. Καὶ φθάσας τὴν 4ηνὥραν μετὰ μεσημβρίαν παρὰ τὴν Λιγούδισταν, κωμόπολιν τῆς Τριφυλλίας, κειμένη πρὸς βορρᾶν καὶ περὶ τὰς 4 ὥρας ἀπέχουσαν ἐκ τοῦ Νεοκάστρου, συνήντησεν καθ᾽ ὁδὸν ὑπὲρ τοὺς 400 Τούρκους, καὶ 200 Ἀλβανοὺς διωκουμένους ἀπὸ τὸν Χαλὶλ Μπέην, Ἰμβραὴμ Μπάσιογλου καὶ Σαλῆ Ἀγᾶ, ἐρχομένους εἰς Κυπαρισσίαν πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν Ἑλλήνων. Ἐκεῖ δὲ τότε μεταξὺ τῶν Ἀρκαδίων καὶ τῶν Τούρκων καὶ Ἀλβανῶν, συνεκροτήθη μάχη πεισματώδης καθ᾽ ἣν 5κις λυσσωδῶς ἐφορμήσαντες οἱ Τοῦρκοι καὶ Ἀλβανοὶ κατὰ τῶν Ἀρκαδίων, ἵνα τοὺς ἐκτοπίσωσιν ἀπὸ τὰς θέσεις των, ἀπεκρούσθησαν γενναίως διὰ συνεχοῦς καὶ πυκνοῦ τουφεκισμοῦ. Τέλος μετὰ 3 ὡρῶν μάχην πεισματώδη, ἡγουμένου τοῦ γενικοῦ ἀρχηγοῦ Γρηγοριάδου σπασάμενοι τὰ ξίφη καὶ τὰ γιαταγάνια ἐφώρμησαν ἀτρομήτωςἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, τοὺς ἔτρεψαν εἰς ἄτακτον φυγὴν καὶ τοὺς κατεδίωξαν μέχρι τοῦ Νεοκάστρου, ὅπου καὶ στενῶς τοὺς ἐπολιόρκησαν.
Εἰς ταύτην τὴν μάχην ἐφονεύθησαν ἀπὸ τοὺς Ἀρκαδίους 12 καὶ 7 ἐπληγώθησαν, διεκρίθησαν ἐπ΄ἀνδρείᾳ ὁ Ἀθανάσιος Γρηγοριάδης καὶ ὁ σημαιοφόρος αὐτοῦ Ἠλίας Γαλανόπουλος, ὁ Ἰ. Μέλιος καὶ ὁ Ἀδὰμ Παπατσώρης.
Ἀπὸ δὲ τοὺς Τούρκους ἐφονεύθησαν 40 καὶ ἐπληγώθησαν 17 καὶ ἐζωγρήθησαν 5 τοὺς ὁποίους ὁ Γρηγοριάδης ἔπεμψεν εἰς Κυπαρισσίαν».
Από την προσεκτική μελέτη του χάρτη του 1829 του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος και την ανίχνευση των δρόμων της εποχής φαίνεται ότι η σύγκρουση έγινε λίγο πριν τη Λιγούδιστα, στο παλιό πέτρινο γεφύρι του Σέλα, στη Μαυρόπετρα.
Το ίδιο έγινε και στη μετακίνηση των τουρκικών οικογενειών από το Φανάρι της Ολυμπίας για την Τριπολιτσά. Οι περίπου πέντε χιλιάδες Τούρκοι της περιοχής, με 1.700 ενόπλους προσπαθούσαν να φθάσουν στην Τριπολιτσά, μέσω Καρύταινας, για βοήθεια των εκεί αποκλεισμένων ομοεθνών τους.Τους Φαναρίτες χτύπησαν ο Κολοκοτρώνης καιο Πλαπούτας και κατάφεραν να τους ανακόψουν στη γέφυρα του Αλφειού. Οι περισσότεροι όμως, με τη συνδρομή των Τούρκων της Καρύταινας, μπήκαν στο φρούριο. Μετά την επιτυχία τους στον Αλφειό, οι Έλληνες συγκρότησαν το πρώτο ελληνικό στρατόπεδο γύρω από το φρούριο. Πέντε έως έξι χιλιάδες άνδρες και ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης, οι αδελφοί Πλαπούτα, ο Αναγνωσταράς κ.α. Γυναικόπαιδα από τα γύρω χωριά άρχισαν να τους φέρνουν τρόφιμα, κρασιά αλλά και ρούχα. Γράφει ο Φωτάκος:
«…Εδώ εβλέπαμεν την μεγαλύτερην προθυμίαν του λαού… το δε στρατόπεδο ωμοίαζε εις αυτήν την περίστασις χωρικών πανηγύρι».
Όμως, παρά τον ενθουσιασμό και την αρχική αριθμητική υπεροχή τους, οι απειροπόλεμοι Έλληνες διαλύθηκαν και σκόρπισαν μπροστά στο τουρκικό στρατιωτικό σώμα που έφτασε για βοήθεια των πολιορκημένων στις 31 Μαρτίου.
Παρά την αποτυχία της πολιορκίας της Καρύταινας, τότε φάνηκε η στρατηγική οξυδέρκεια του Κολοκοτρώνη. Αφού κατάφερε να συγκεντρώσει μια μικρή δύναμη διακοσίων ατάκτων άρχισε να τους μαθαίνει να πολεμούν. Κι ενώ οι περισσότεροι πίστευαν ότι θα έπρεπε να συνεχίσουν την εξέγερση στα όρια της Μεσσηνίας, ο Κολοκοτρώνης έβαλε ως κύριο στόχο της εξέγερσης, την Τριπολιτσά. Αν δεν έπεφτε η Τριπολιτσά, η Επανάσταση που μόλις είχε ξεκινήσει θα έσβηνε. Κατάφερε να επιβάλει τη γνώμη του και να αναγνωριστεί ως αρχιστράτηγος του Μοριά ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, που ανέλαβε την υποχρέωση του εφοδιασμού και της στρατολόγησης. Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά άρχισε να σχηματίζεται.
Χωρίς ναυτική κάλυψη όμως η Επανάσταση ήταν καταδικασμένη. Στις 3 Απριλίου επαναστάτησαν οι Σπέτσες, το πρώτο από τα τρία πλούσια νησιά (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά), που ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης. Τα τρία νησιά δεν είχαν τουρκικό πληθυσμό, ήταν αυτοδιοικούμενα με υποτέλεια φόρου στον καπουδάν-πασά. Οι ξεσηκωμένοι Σπετσιώτες συγκρότησαν τοπική διοίκηση και ειδοποίησαν για τις εξελίξεις την Ύδρα, τα Ψαρά και όλα τα μέρη που βρίσκονταν σε επικοινωνία. Ταυτόχρονα ο στόλος των Σπετσών ανέλαβε και πέτυχε τον αποκλεισμό δύο απόρθητων από τις χερσαίες επιθέσεις φρουρίων της ανατολικής πελοποννησιακής ακτής, της Μονεμβασιάς με τον Γεώργιο Πάνου και του Ναυπλίου με τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Ο μόνος τρόπος για να «πέσουν» τα κάστρα ήταν ο θαλάσσιος αποκλεισμός ώστε να σταματήσει η τροφοδοσία τους από τη θάλασσα. Με τις ενέργειες αυτές επιταχύνθηκε η προσχώρηση στην Επανάσταση της Ύδρας και των Ψαρών. Τα σπετσιώτικα πλοία ενίσχυσαν τον αποκλεισμό της Μονεμβασιάς που είχαν ξεκινήσει πριν λίγες ημέρες, στις 28 Μαρτίου, από την ξηρά οι τοπικοί οπλαρχηγοί. Τα Ψαρά ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 10 Απριλίου, ανήμερα το Πάσχα, ενώ ακολούθησαν επαναστατικές κινήσεις στη Σάμο από τον Κωνσταντή Λαχανά από το Βαθύ, στις 18 Απριλίου. Τελικά, η Σάμος σήκωσε την επαναστατική σημαία με επικεφαλής τον Λυκούργο Λογοθέτη, στις 8 Μαΐου στο Καρλόβασι και στις 12 Μαΐου στην πόλη της Σάμου. Στη συνέχεια ο Λογοθέτης ίδρυσε τον Στρατοπολιτικό Διοργανισμό της νήσου Σάμου, δηλαδή το επαναστατικό πολίτευμα του νησιού και αφού ανακηρύχθηκε Γενικός Διοικητής και Στρατηγός, έγινε ο μεγάλος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της σαμιακής επανάστασης, οργανώνοντας ταχύτατα τη Σάμο σε αυτόνομο διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του αγώνα.
Στην Ύδρα, η Επανάσταση ξεκίνησε στις 16 Απριλίου, αφού έπρεπε να ξεπεραστούν οι ενδοιασμοί του Λάζαρου Κουντουριώτη που δεν ήθελε ούτε να ακούσει τα σχέδια των Φιλικών. Οι Υδραίοι πρόκριτοι εξωθήθηκαν στη μεταβίβαση των εξουσιών και της διοίκησης του νησιού στον μυημένο στη Φιλική Εταιρεία, πλοίαρχο Αντώνη Οικονόμου. Παρά την σχεδόν άμεση απομάκρυνση του Οικονόμου από την εξουσία, η Ύδρα είχε ήδη μπει στον αγώνα. Ο Οικονόμου μετά από διωγμούς και φυλακίσεις, δολοφονήθηκε από άνδρες του Λόντου, ανάμεσα στο Κουτσοπόδι και το Άργος, ενώ πήγαινε στην Α΄ Εθνοσυνέλευση, ενδεχομένως για να εκδικηθεί τους διώκτες του Υδραίους προκρίτους.
Στις 5 Μαΐου εξεγέρθηκε η Κάσος και αποτέλεσε σημαντικό στήριγμα στο Αιγαίο και προφυλακή της Κρήτης στον ξεσηκωμό. Τα κασιώτικα καράβια ελευθέρωσαν το Καστελλόριζο, πέρασαν από την Αττάλεια και έφτασαν στην Αμμόχωστο. Τα λάφυρα ήταν πολλά, αρκετά για να εξοπλίσουν το νησί αλλά και να στείλουν και στον ξεσηκωμένο Μοριά.

[Φωτογραφία: Λεζάντα: Αθανάσιος Γρηγοριάδης (1793 - Αθήνα 1871)]