Δευτέρα, 06 Ιουλίου 2026 16:15

Ιστορία της Μεσσηνίας: Η πολιορκία του Νιόκαστρου

Γράφτηκε από τον

Ιστορία της Μεσσηνίας: Η πολιορκία του Νιόκαστρου

 

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Μετά την κατάληψη της Καλαμάτας, οι δυνάμεις των εξεγερμένων Ελλήνων χωρίστηκαν. Ο αδελφός του Πετρόμπεη και γιος του Πιέρρου Μαυρομιχάλη, Αντώνιος Μαυρομιχάλης«Πιερράκος» με τους Μανιάτες του κατευθύνθηκε για τα φρούρια της Κορώνηςκαι της Μεθώνης. Ο Κολοκοτρώνης με τον Ηλία Μαυρομιχάλη, τον Αναγνωσταράκαι τον Παπαφλέσσα κινήθηκαν προς τα ενδότερα του Μοριά, έχοντας ως στόχο τους την Τριπολιτσά. Τότε ο Κολοκοτρώνης κι ο Παπαφλέσσας κάλεσαν και τους Αρβανίτες της Τριφυλίας, τουςΝτρέδες,να πάρουν ενεργό ρόλο στην Επανάσταση.

Από τον ύστερο μεσαίωνα, στην Πελοπόννησο οι Αρβανίτες κατοικούσαν στην Κορινθία, την Αργολίδα, στα βόρεια της Αρκαδίας και στα ανατολικά της Αχαΐας, στις πλαγιές του Ταϋγέτου και τη Μονεμβασιά, στα βουνά της Ηλείας, στην Καρύταινα,  στην ορεινή Τριφυλία αλλά και στα χωριά της Πυλίας και της Κορώνης. Αρχικά, ζούσαν ανεξάρτητοι στους τόπους τους, σε μια στρατιωτική ομοσπονδία, ακολουθώντας δικούς τους νόμους και έθιμα. Η περιοχή της Τριφυλίας ήταν χωρισμένη σε τέσσερα τμήματα (κόλια):

  1. του Κάμπου με έδρα τη Φλεσιάδα, την Εράνη και την Κυπαρισσία,
  2. του Σουλιμά με έδρα το Άνω Δώριο και τον Αυλώνα,
  3. των Κοντοβουνίων με έδρα τον Αετό και την Τριπύλη και
  4. της Ζούρτσας-Άλβαινας (Φιγαλία).

Τα Σουλιμοχώρια βρίσκονται στη βορειοδυτική πλευρά της Μεσσηνίας, την ορεινή Τριφυλία στα νοτιοδυτικά του Τετράζιου όρους, σε μια φυσικά οχυρή, ορεινή  έκταση, περίπου εκατόν είκοσι τετραγωνικών χιλιομέτρων. Τα χωριά αυτά είναι:

  • το Σουλιμά (Άνω Δώριο) από το αρβανίτικο Suli i madh (ψηλό Σούλι) και
  • το Κάτω Σουλιμά (Δώριο),
  • ο Άγιος Γεώργιος,
  • το Ψάρι και το Άνω Ψάρι,
  • το Ρίπεσι (Κεφαλόβρυση),
  • τα Γουβαλάρια (Άγιος Πέτρος),
  • η Κλέσουρα (Αμφιθέα),
  • το Βλάκα (Χρυσοχώρι),
  • το Λάπι (Ριζοχώρι),
  • το Πιτσά (Σιτοχώρι),
  • του Γκλιάτα (Ηλέκτρα),
  • ο Χαλκιάς,
  • η Αγριλιά,
  • του Κούβελα,
  • το Γκουρ Κατσούρι (Παλιοχώρι) και
  • το Κατσούρα (Άνω Βασιλικό) που προήλθε από την μετακίνηση των κατοίκων του Γκουρ Κατσούρι μετά το 1860.

Τον 18ο αιώνα, στα Σουλιμοχώρια οι ένοπλοι αρβανιτόφωνοι πήραν το όνομα Ντρέδες. Ντρες σημαίνει αντρειωμένος, παλικάρι, περήφανος, πολεμιστής και όλα αυτά μαζί. Ο όρος προέρχεται από το αρβανίτικο drejt που σημαίνει ίσιος ή ευθύς. Οι Ντρέδες είχαν σοβαρή συμβολή στην έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης αλλά και κατά τη διάρκεια του Αγώνα, στην άμυνα κατά την επέλαση του Ιμπραήμ.

Με το πέρασμα του χρόνου και την ενσωμάτωση των Ντρέδων στον Αγώνα για την ανεξαρτησία, τα Σουλιμοχώρια έγιναν πηγή αγωνιστών. Όπως συνέβη στη Μάνη έτσι και στα Σουλιμοχώρια, οι ντρέδες από το 1780 μέχρι το 1821 αυτοδιοικούνταν:

«Το Ψάρι και του Σουλιμά τα δυο κεφαλοχώρια, χαράτσι δεν πληρώνουνε, Τούρκο δεν προσκυνάνε, γιατί ‘ναι ο Ντάρας το θεριό και ο Τάσης Παπατσώρης, πιάνουν και στέλνουν μήνυμα σ’ όλα τα παλικάρια, πάρτε τα καρυοφύλλια σας και πιάστε καραούλι, ποδάρι Τούρκου να μην μπει μεσ’ στα Σουλιμοχώρια, γιατί ’ναι οι Ντρέδες ξακουστοί και πρώτοι στο σημάδι, βόλι δεν πάει αλάθευτο και γιαταγάνι κούφιο».

Οι Ντρέδες, μετά τον διωγμό των κλεφτών του 1805, πέρασαν στη Ζάκυνθο και μπήκαν στα τότε συγκροτηθέντα ελαφρά πελοποννησιακά τάγματα του αγγλικού στρατού. Μεταξύ πολλών άλλων, στη Ζάκυνθο μέχρι την αρχή της Επανάστασης υπηρετούσαν ο Γιαννάκης Μέλιος από το χωριό Σουλιμά και οι δυο αδελφοί του Δημήτριος και Κωνσταντής. Ο Γιαννάκης Μέλιος είχε φτάσει στον βαθμό του λοχαγού του πεζικού. Επίσης ονομαστός οπλαρχηγός ήταν και ο Παναγιώτης Ντούφας από του Κούβελα, ο οποίος κατατάχθηκε στα αγγλικά πελοποννησιακά τάγματα στην Ζάκυνθο και έφτασε στον βαθμό του επιλοχία.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί από τους αγωνιστές για την απελευθέρωση, όπως ο Μήτρος Αναστασόπουλος, ο Αναστάσης Παπατσώρης, ο Γιώργης Συράκος και ο Γιαννάκης Γκρίντζαλης, ήταν ντρέδες.

Οι Ντρέδες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Κολοκοτρώνη και του Παπαφλέσσα και μπήκαν στον Αγώνα της Επανάστασης. Η πρώτη φορά που οι ντρέδες συμμετείχαν ενεργά στον Αγώνα ήταν στην κατάληψη της κοντινής Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας). Στη συνέχεια πολέμησαν στα Φιλιατρά, στη Λιγούδιστα, στο Παλιοναβαρίνο και στο Νιόκαστρο, στη Μεθώνη, στο Βαλτέτσι, στη Γράνα, στην Τριπολιτσά και στα Δερβενάκια.

Μετά τη μάχη στη Λιγούδιστα, τηνπρώτη μάχη του Αγώνα στις 27 Μαρτίου 1821,απότο στρατιωτικό σώμα των Τριφυλίων και των Ντρέδων υπό τονΑθανάσιο Γρηγοριάδη και την καταδίωξη των Τουρκαλβανών, ξεκίνησε η συστηματική πολιορκία του Νιόκαστρου.

Τότε,τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου1821,επέστρεψε από τη Ζάκυνθο στην Αρκαδιά(Κυπαρισσία) ο προσωπικός φίλος του Κολοκοτρώνη, ο Νικόλαος Πονηρόπουλος, ο οποίος διέθετε μεγάλη περιουσία.Αφού στρατολόγησε οκτακόσιους ακόμαΝτρέδες, κατευθύνθηκε στο Νιόκαστρο και ενίσχυσε τη δύναμη των πολιορκητών.

Ο Επίσκοπος Μεθώνης, Γρηγόριος Παπαθεοδώρου (1770 - 1825), είχε γεννηθείστην Άλβαινα Ηλείαςτον Νοέμβριο του 1770. Η οικογένειά τουκαταγόταν από τη Ζούρτσατης επαρχίας Ολυμπίας, τη σημερινή Νέα Φυγαλεία.Ήταν γιος τουιερέα και πολιτικούπαπα-Θεόδωρου Οικονόμου. Είχετέσσερις αδελφούς και μια αδελφή, την μητέρα του Αθανάσιου Γρηγοριάδη.Ο Επίσκοπος Μεθώνης είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από τον Αντώνιο Πελοπίδα,το 1817 και την 25η Μαρτίου 1821 συγκέντρωσε τους Έλληνες οπλαρχηγούς στο Μεσοχώρι,τρία τέταρτα της ώρας από τη Μεθώνη, όπουτέλεσε δοξολογία και κήρυξε την επανάσταση στην Πυλία.

Στις 29 Μαρτίου 1821,οργάνωσε και πήρε μέρος στον ξεσηκωμό στη Μεθώνη. Εκεί οι εξεγερμένοιανάγκασαν τους Τούρκους να κλειστούν στο κάστρο. Αυτοίαντιστάθηκαν όμως σθεναράκαι απέτρεψαν την εισβολή των εξεγερμένων σε αυτό. Την επόμενη ημέρα, 30 Μαρτίου,ο Επίσκοπος Μεθώνηςμε τριακόσιους Μεθωναίους,γύρισε στο Μεσοχώρι, όπου σχημάτισε στρατόπεδο κυρίως για την ενίσχυση της πολιορκίας του Νιόκαστρου.

Το Μεσοχώρι, λόγω της εποπτικής θέσηςτου, πρόσφερε στους επαναστάτες σημαντικό πλεονέκτημα. Η ανεμπόδιστη θέα τους επέτρεπε να παρακολουθούν κάθε κίνηση, τόσο από τα κάστρα της Μεθώνης και του Νιόκαστρου όσο κι’ από  την ενδοχώρα.Στην ευρύτερη περιοχή,στους γύρω λόφους,είχαν εγκατασταθεί και παρατηρητήρια για την έγκαιρη ενημέρωση για πιθανές απόπειρες ανεφοδιασμού μεταξύ των δύο κάστρων.Στο Μεσοχώρι έφτασε στη συνέχεια και ο Φιλικός, οπλαρχηγός Αναγνώστης Βουτιέρος ή Βουτιερίδης από τη Μεθώνηκαθώς και οι οπλαρχηγοί Ευστάθιος Δρακόπουλος, Ιωάννης και Νικόλαος Οικονομίδης, Ανδρέας Σαρατσιώτης, Γεώργιος Τσελίκης, Αδάμης Κορέλας, Θεόδωρος Βλάσσης και άλλοι.

Ο Αναγνώστης ή και Γεώργιος Βουτιέρος ή Βουτιερίδης ήταν έμπορος, ισχυρός οικονομικός παράγοντας και προεστός στη Μεθώνη.Σε ηλικία 48 ετών, είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρία,στη Ζάκυνθο, στις 10 Ιουνίου 1819 από τονΓεώργιο Λαδόπουλο.Η οικογένεια του Βουτιέρου δεν κατάφερε να διαφύγει από τη Μεθώνη. Η  γυναίκα και τα μικρότερα παιδιά του συνελήφθησαν από τους Τούρκους και κρατήθηκαν ως όμηροι. Ο οπλαρχηγός κατάφερε να φυγαδεύσει τα τρία μεγαλύτερα παιδιά του.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 13 Απριλίου, έφτασαν στο Νιόκαστρο διακόσιοι Μανιάτες με επικεφαλής τον πρωτότοκο γιο του Πιέρρου Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνο-Πιερράκο Μαυρομιχάλη καθώς και ένα ζακυνθινό πλοίο του Γεώργιου Δενδρολίβανου, εξοπλισμένο με δέκα τηλεβόλα.

Ενισχύσεις για την πολιορκία συνέχισαν να φτάνουν στο Νιόκαστρο. Στις 20 Απριλίου έφτασαν οι Κουμουνδουράκηδες με διακόσιους Μανιάτες και στις 26 του μήνα έφτασαν ακόμα περίπου διακόσιοι ένοπλοι από τη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά. Το στρατόπεδο των Ελλήνων έφτασε τους τεσσεράμισι χιλιάδες ενόπλους και επικεφαλής τους ορίστηκε ο επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος Παπαθεοδώρου. Οι εξακόσιοι από αυτούς, κυρίως Ντρέδες, που είχαν αναλάβει την πολιορκία της Μεθώνης στρατοπέδευαν κι αυτοί στο Μεσοχώρι.

Η πολιορκία του Νιόκαστρου ήταν σκληρή καιδεν επέτρεπε την τροφοδοσία των πολιορκημένων.Στις 5 Αυγούστου 1821, οι Τούρκοι του Νιόκαστρου μετά από την πολύμηνη πολιορκία υπέγραψαν με τον Επίσκοπο Μεθώνης Γρηγόριο Παπαθεοδώρου, αλλά και τον Νικόλαο Πονηρόπουλο, τον αρχηγό των Μανιατών Κωνσταντίνο-Πιερράκο Μαυρομιχάλη κ.ά. συμφωνία παράδοσης του φρουρίου και ασφαλούς μεταφοράς τους στην Τύνιδα.

Την επόμενη ημέρα όμως, οι πολιορκημένοι Τούρκοι της Μεθώνης έκαναν δοκιμαστική έξοδο κατά την οποία σκοτώθηκε ο Κωνσταντίνος-Πιερράκος Μαυρομιχάλης. Έτσι με αφορμή τον θάνατο του Μαυρομιχάλη δεν τηρήθηκαν τα υπεσχημένα στην αποχώρηση των Τούρκων του Νιόκαστρου και ακολούθησανωμότητες και πλιάτσικο.

Μια μελανή σελίδα της ιστορίας της Επανάστασης γράφτηκε τότε στον όρμο του Ναβαρίνου. Γενική και άγρια σφαγή των Τούρκων που περίμεναν μάταια να επιβιβασθούν στα πλοία. Τα βραχάκια της ακτής, λίγο πιο κάτω από το κάστρο, έγιναν ο τόπος της εκτέλεσης των αποχωρούντων Τούρκων. Όσοι από αυτούς είχαν καταφέρει να μπουν σε βάρκες, εγκαταλείφθηκαν στο Χελωνήσι, στο κέντρο του όρμου, όπου και πέθαναν μετά από μέρες δίψας και ασιτίας. Τα λάφυρα τα πήραν οι νικητές, ο καθένας για τον εαυτό του «ξεχνώντας το Δημόσιον»… 

Το έγγραφο της συμφωνίας για την παράδοση του Νιόκαστρου, ενώ αναφερόταν ότι είχε καταστραφεί από τον Νικόλαο Πονηρόπουλο, υπάρχει στα Αρχεία Εθνικής Παλιγγενεσίας, τομ. 1, σελ. 445, 446. Έκδοση 1857.

 

 

 

Στο πρακτικό της παράδοσης του Νιόκαστρου υπογράφει και ο αρχηγός των Ντρέδων Γιαννάκης Μέλιος. Λίγο αργότερα, μετά την επιτυχή συμφωνία για τη λήξη της πολιορκίας, σε ένα καφενείο της περιοχής, μετά από φιλονικία με τον οπλαρχηγό Αναστάσιο Παπαδημητρόπουλο ή Παπαναστάση από το Χαλαζόνι για το χρυσό σπαθί του μπέη Molla Halil που είχε λαφυραγωγήσει ο Παπαναστάσης, ο Μέλιος σκοτώθηκε. Η απώλεια ήταν τεράστια για τους Ντρέδες. Ο Παπαναστάσης έφυγε αμέσως για τα Φιλιατρά.

Στις 22 Οκτωβρίου, οι Ντρέδες και οι συγγενείς του Μέλιου διψώντας για εκδίκηση, βρήκαν το κρησφύγετο του Παπαναστάση στα Φιλιατρά. Στη σύρραξη που έγινε όμως εκεί σκοτώθηκε όμως και ο Παναγιώτης Ντούφας. Τα αδέλφια και οι συγγενείς των σκοτωμένων Ντρέδων οπλαρχηγών τραυμάτισαν στο πόδι τον Παπαναστάση, αλλά αυτός κατάφερε να ξεφύγει και να κρυφτεί σε μια σπηλιά, στον Άι-Λιά. Στα Φιλιατρά ακολούθησαν βιαιοπραγίες και ωμότητες ως πράξεις εκδίκησης για τον φόνο των δυο Ντρέδων οπλαρχηγών. Σε λίγο όμως οι Ντρέδες βρήκαν το κρησφύγετο του Παπαναστάση και μετά από οκταήμερο αποκλεισμό τον συνέλαβαν. Αφού τον διαπόμπευσαν περνώντας τον από τα Φιλιατρά, τον φυλάκισαν στην ακρόπολη του κάστρου της Κυπαρισσίας. Την επόμενη ημέρα τον σκότωσαν, πλακώνοντάς τον με πέτρες. Έτσι από ένα ατυχές περιστατικό μετά την παράδοση του Νιόκαστρου, χάθηκαν τρεις οπλαρχηγοί της Τριφυλίας. Την αξία των απωλειών αποτιμά ο Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφοντας τη δράση και τις συνήθειες των Ντρέδων:

«…εις τας πρώτας των εφορμήσεις εν οποιαδήποτε μάχη και αν ευρέθησαν, εστάθησαν  γενναίοι και ατρόμητοι· αλλ’ έπειτα ημαυρούντο όλαι των αι ανδραγαθίαι από την γρήγορον εις τα ίδια επιστροφήν των, άλλ’ εάν τούτο αποδοθή ως φυσικόν ιδίωμα των Αρκαδίων (των Ντρέδων κατ’ εξοχήν), δεν είναι και άπο αληθείας ότι δεν επέτυχον και οδηγιών συμφώνων με το πνεύμα των· εάν έζη ο Γιαννάκης Μέλιος και ελάμβανε την Αρχηγίαν των Ντρέδων, ή ο Παναγιώτης Ντούφας, ίσως αυτοί ήθελαν φθάσει να λάβουν επιρροήν εις τα πνεύματα των Αρκαδίων Ντρέδων· επειδή ούτοι εθανατώθησαν (κρίμασιν οις οίδε Κύριος!), αποκατέστησαν οι Αρκάδιοι Αρχηγόν των κατ’ εκλογήν αυτών ιδίαν και απαραβίαστον θέλησιν τον Μήτρον Αναστασόπουλον…»

Η άνιση διανομή της λείας στο Νιόκαστρο, ήταν και η αιτία που όσοι δεν πρόλαβαν να πάρουν μερτικό από τις τουρκικές περιουσίες, έχασαν το ενδιαφέρον τους για τον σχεδιαζόμενο, αμέσως μετά αποκλεισμό της Μεθώνης και της Κορώνης. Η Μεθώνη και η Κορώνη δεν έπεσαν, αφού άντεξαν μέχρι το τέλος Αυγούστου και ανεφοδιάστηκαν από τον τουρκικό στόλο του Καρά Αλή.


(Φωτογραφία: Η κύρια πύλη του Νιόκαστρου σήμερα )