Πρόκειται για τον κύκλο «μικρές ΜΕΓΑΛΕΣ εκθέσεις», που ξεκινά τον Φεβρουάριο και θα φιλοξενείται στην εξαγωνική αίθουσα «Αγγελική Κουτσομητοπούλου». Ο κύκλος περιλαμβάνει μικρής έκτασης εκθέσεις – αφιερώματα σε ζωγράφους, γλύπτες και θεματικές, με έργα που προέρχονται αποκλειστικά από τη συλλογή της Πινακοθήκης Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης, η οποία αριθμεί περισσότερα από 500 έργα κυρίως Ελλήνων δημιουργών. Οι «μικρές ΜΕΓΑΛΕΣ εκθέσεις» εστιάζουν σε έργα που δεν έχουν παρουσιαστεί ξανά στο κοινό, σε νεότερα αποκτήματα της συλλογής ή σε έργα που επανερμηνεύονται μέσα από νέες θεματικές και διαφορετικές οπτικές προσεγγίσεις. Μικρές σε μέγεθος, αλλά μεγάλες σε καλλιτεχνικό αποτύπωμα και επιδραστικότητα, φιλοδοξούν να αναδείξουν τον πλούτο και τη δυναμική της συλλογής. Η πρώτη έκθεση του κύκλου είναι αφιερωμένη στον ζωγράφο Νίκολας Εγκον και περιλαμβάνει οκτώ έργα του, τα οποία παραχωρήθηκαν στη Λαϊκή Βιβλιοθήκη Καλαμάτας ως δωρεά της οικογένειας Ματρώνας Egon-Ξυλά, εις μνήμην αυτής. Τα έργα παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό και συγκροτούν μια ενότητα τοπιογραφίας: ελαιώνες, βουνά και αμμουδιές, λουσμένα στο φως, το χρώμα και τις σκιές. Πρόκειται για χαρακτηριστικές αποτυπώσεις του ελληνικού τοπίου, το οποίο ο Νίκολας Εγκον είχε επιλέξει ως τόπο μόνιμης κατοικίας μέχρι το τέλος της ζωής του, το 2017. Με τον νέο αυτό κύκλο εκθέσεων, η Λαϊκή Βιβλιοθήκη Καλαμάτας και η Πινακοθήκη Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης ενισχύουν τον ρόλο τους ως ζωντανών πολιτιστικών πυρήνων, προσκαλώντας το κοινό σε μια διαρκή γνωριμία με τη σύγχρονη ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία. Η έκθεση των έργων του Νίκολας Εγκον λειτουργεί στο ωράριο της Πινακοθήκης Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης της Λαϊκής Βιβλιοθήκης Καλαμάτας, Τετάρτη και Πέμπτη: 11 π.μ.-1 μ.μ. και 5 μ.μ.-7 μ.μ.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟΛΑΣ ΕΓΚΟΝ
Ο Νίκολας Εγκον γεννήθηκε στο Μπρνο της Τσεχοσλοβακίας το 1921. Ο ζήλος του για τις ξένες γλώσσες τού επέτρεψε, σε μικρή ηλικία, να διαβάζει και να γράφει στα τσέχικα, τα ουγγρικά, τα σλοβακικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα λατινικά, ενώ αργότερα έμαθε ιταλικά, καθώς και λίγα αραβικά και ελληνικά. Ταυτόχρονα με το ενδιαφέρον του για την ευρωπαϊκή ιστορία και λογοτεχνία, είχε και εμφανές ταλέντο και κλίση στη ζωγραφική. Σε ηλικία δεκαέξι ετών, έχοντας διαφωνήσει με τον πατέρα του σχετικά με την κατεύθυνση των σπουδών του, εγκατέλειψε το πατρικό σπίτι και αναζήτησε την περιπέτεια και την ανεξαρτησία στα κοσμοπολίτικα θέρετρα της εποχής. Έτσι, το έσκασε από το σπίτι και πήγε στη νότια Γαλλία και από εκεί στο Λονδίνο. Εγγράφηκε στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, το οποίο διέθετε τμήμα νυχτερινών μαθημάτων για εργαζομένους. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας και Ψυχολογίας με διακεκριμένους καθηγητές.
Επειδή ο πόλεμος είχε ήδη ξεσπάσει, τις νύχτες συμμετείχε στις ομάδες εθελοντών πυροφυλάκων του Κολεγίου, μαζί με γνωστές προσωπικότητες, όπως ο J. D. Bernal, ο φιλόσοφος Cyril Joad και ο τεχνοϊστορικός Nicholas Pevsner, οι οποίοι έγιναν και φίλοι του. Ο στρατός τον απέσπασε από τις ακαδημαϊκές του φιλοδοξίες. Το 1940 κατατάχθηκε στην Τσεχική Στρατιά ως επίσημος πολεμικός σχεδιαστής. Η πρώτη του παραγγελία ήταν να φιλοτεχνήσει ένα έργο με θέμα «Η υπεράσπιση του Στάλινγκραντ». Μετά το τέλος του πολέμου, ο Egon εργάστηκε στο Κολέγιο Καλών Τεχνών της R.A.F. στο Κάιρο, διδάσκοντας σχέδιο. Το 1946 επέστρεψε στο Λονδίνο, έχοντας αποφασίσει να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική. Λίγο αργότερα διορίστηκε ως Senior Lecturer in Fine Arts στο Sir John Cass College (νυν τμήμα του City University), όπου δίδαξε από το 1946 έως το 1950. Παράλληλα, επί τέσσερα χρόνια, παρέδιδε εβδομαδιαίες διαλέξεις στη National Gallery με θέμα «Τέχνη και Ιστορία των Ιδεών». Το 1949 βρέθηκε στην Ελλάδα, όπου δημιούργησε τα πορτρέτα του βασιλιά Παύλου Α΄, της βασίλισσας Φρειδερίκης και άλλων μελών της βασιλικής οικογένειας. Μαζί με το πορτρέτο, η άλλη μεγάλη πτυχή της τέχνης του Εγκον είναι η τοπιογραφία. Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών και διαμονών του στην Αίγυπτο, τη Νιγηρία, το Μαρόκο, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία, τη Σικελία και την Ελλάδα (από το 1978 και εξής), απεικόνιζε τοπία και αρχαιολογικούς χώρους. Τα ελληνικά τοπία του ξεχωρίζουν από αυτό το σύνολο και παρουσιάζουν μεγάλο εύρος ως προς τις επιλεγμένες τοποθεσίες, τις στιγμές της ημέρας, τις εποχές και τις συνθήκες φωτισμού.
