Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012 21:42

Ο Νησιώτης ποιητής Γ. Μαρκόπουλος στην "Ε": «Βουλευτές και υπουργοί τόσο ασήμαντοι και ανάξιοι»

Ο Νησιώτης ποιητής Γ. Μαρκόπουλος στην "Ε": «Βουλευτές και υπουργοί τόσο ασήμαντοι και ανάξιοι»

"Πιστεύω ότι θα υπάρξει ξέσπασμα και το εύχομαι, αλλά έτσι όπως το θέλω και το φαντάζομαι θα είναι ξέσπασμα ειρηνικό" τονίζει ο πολυβραβευμένος Νησιώτης ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος, μιλώντας στην "Ε" την επαύριο της ψήφισης του μνημονίου. Και προσθέτει ότι κατά τη γνώμη του "αυτό θα γίνει αυτόματα και αυθόρμητα διότι κανένα πολιτικό σχήμα έτσι όπως σήμερα λειτουργούν αυτά, δεν μπορεί να εμπνεύσει το λαό". Οργισμένος εξομολογείται ότι "δεν φανταζόμουν ότι δεκαετίες τώρα θα κυβερνούσαν τη χώρα βουλευτές και υπουργοί τόσο ασήμαντοι και ανάξιοι σε σχέση με την ιστορία της και τον περήφανο λαό της".

Σεμνός μέχρι παρεξηγήσεως ο Γιώργος Μαρκόπουλος αποφεύγει να μιλήσει για τις σημαντικές πρόσφατες βραβεύσεις του από την Ακαδημία Αθηνών και με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Τονίζει όμως πως "η τέχνη είναι από μόνη της πολιτική πράξη" και ότι "οι πνευματικοί άνθρωποι δεν είναι κόμμα, δεν είναι ομάδα, δεν είναι ούτε καν γκρουπούσκουλο". Εκφράζει φόβους ότι "το μέλλον θα είναι ακόμη πιο ζοφερό" και μιλάει με νοσταλγία για το Νησί της παιδικής του αθωότητας.



- Με τι σκέψεις ξυπνήσατε την επόμενη ημέρα του δεύτερου μνημονίου;

«Με μια πίκρα να με έχει καταλάβει, με έναν πολτό λύπης μέσα μου, για την αντιμετώπιση, την πρωτόγνωρη αντιμετώπιση από την Αστυνομία αθώων πολιτών που κατέβηκαν κατά χιλιάδες, για να διαδηλώσουν. Είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι η Αστυνομία πρώτη ξεκίνησε όλη αυτή την "ιστορία" ρίχνοντας τρομερά μεγάλες ποσότητες από αυτά τα υπόπτου προελεύσεως και συνθέσεως δακρυγόνα, σε κοσμάκη στου οποίου τα πρόσωπα διέκρινες μια γαλήνη αλλά και ένα ήθος σπάνιο -το ήθος του μεροκαματιάρη που δεν μπορεί πλέον να ζήσει. Και το χειρότερο; Την λύπη μου την επέτεινε -την άλλη μέρα- και η σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό, ότι η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου επίτηδες ολιγωρούσε δύο ολόκληρα χρόνια, από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, για να φτάσουμε στο δεύτερο μνημόνιο, έτσι ώστε η υποδούλωσή μας να είναι πιο στέρεη και ο "εξευτελισμός μας να γίνει τέλειος", όπως λέει και ένα παλαιότερο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη. Η οικογένεια Παπανδρέου, η μοίρα της, φαίνεται να μην "δένει" καλά με την Πλατεία Συντάγματος, από τον αρχηγό της δυναστείας Γεώργιο και τα "Δεκεμβριανά", μέχρι και σήμερα».

- Τι σκέπτεστε για τους βουλευτές που ψήφισαν "ναι";

«Ενα τετράστιχο του Γιώργου Σεφέρη από το ποίημά του "Οι σύντροφοι στον Αδη", της συλλογής του "Στροφή":
"Πεινούσαμε στης γης την πλάτη,
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι"».

- Τι σκέπτεστε για εκείνους που ψήφισαν "όχι";
«Το θέμα εδώ είναι πιο σύνθετο. Πιστεύω ότι πολλοί ψήφισαν καθ’ υπαγόρευσιν της συνείδησής τους, όντως -και αναφέρομαι στα τρία κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση Παπαδήμου- και άλλοι για διάφορους και ποικίλους λόγους. Αν κοιτάξει κανείς τον κατάλογο των ψηφισάντων "όχι", μερικοί ανήκουν στην ίδια περιφέρεια και δεν ήθελαν μετά τις επικείμενες εκλογές να υστερήσουν έναντι του ανταγωνιστή τους. Αλλοι ξέρουν πως δεν θα ξαναέβγαιναν ποτέ, ενώ άλλοι έβλεπαν ότι το κόμμα τους βγήκε χαμένο από την συμμετοχή τους σε αυτή την κυβέρνηση».

- Εχουν τελικά ευθύνες οι πνευματικοί άνθρωποι για όλα αυτά που φτάσαμε να ζούμε;
«Την ακούω πολύ συχνά αυτή την ερώτηση και, με την ευκαιρία, θέλω να διευκρινίσω ότι οι πνευματικοί άνθρωποι δεν είναι κόμμα, δεν είναι ομάδα, δεν είναι ούτε καν γκρουπούσκουλο. Είναι άνθρωποι απλοί, οι περισσότεροι μεροκαματιάρηδες, που σαν απλοί πολίτες είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι πράττουν και το καθήκον τους και ότι έχουν έντονα ανεπτυγμένες τις ανησυχίες τους για το μέλλον αυτού του τόπου.
Κάποιες παλαιότερα αποτελούσαν αιχμή του δόρατος, διότι και η κοινωνία ήταν διαφορετική αλλά, μην ξεχνάτε, ότι και η Μακρόνησος ήταν γεμάτη από χιλιάδες εξορίστους, καθώς και ο Μούδρος και ο Αϊ- Στράτης, αλλά και τα πνευματικά μεγέθη ήταν τόσο μεγάλα που ο λόγος τους μπορούσε να κουνήσει συθέμελα τους κρατούντες».

- Ως αριστερός, ποιες ευθύνες αποδίδετε στην Αριστερά;
«Χαίρομαι για την ερώτηση διότι μου δίνεται η ευκαιρία να ξεκαθαρίσω την θέση μου σχετικά με την έννοια "αριστερός". Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που ως έφηβος, όντας φοιτητής, γαλουχήθηκα από πράγματα πολύ φρέσκα. Με βιβλία μοντέρνα, του Ελντριτζ Κλήβερ, του Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, του Σαρτρ, από το γαλλικό "Μάη", από την γενναία προσωπικότητα του Τσε Γκεβάρα, απ' τις ΕΑΜογενείς δυνάμεις και τους αντρειωμένους πολεμιστές του ΕΛΑΣ επί Κατοχής κ.λπ. κ.λπ.
Μετά την δικτατορία όμως τα πράγματα άλλαξαν, νομιμοποιήθηκαν τα κόμματα, δοκίμασα και εγώ να γνωρίσω τόσο τον χώρο της παραδοσιακής Αριστεράς, όσο και τον χώρο της ανανεωτικής. Δεν μπόρεσα όμως, ίσως εξ ιδιοσυγκρασίας  να ενταχθώ· όπως επίσης, δεν μπόρεσα να ενταχθώ -ως οργανωμένος εννοώ- ούτε και στις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Οι φίλοι μου όμως προέρχονται και ανήκουν σε όλους τους παραπάνω χώρους και με γεμίζει χαρά, πολύ μεγάλη χαρά η εκτίμηση και η αγάπη που διαισθάνομαι να μου τρέφουν. Είναι όμως πολύ μικρό το ανάστημά μου για να αποδώσω ευθύνες. Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, κρατώ επιφυλάξεις απέναντι στην παραδοσιακή Αριστερά για την μόνιμη προσκόλλησή της σε θεωρίες και θέσεις που σήμερα πια πιστεύω ότι είναι ανεπαρκείς. Οπως επιφυλάξεις κρατώ και απέναντι στην ανανεωτική Αριστερά, διότι σαράντα και πλέον χρόνια τώρα δεν μπορεί να βρει τον δρόμο της, πάσχοντας μάλιστα τον τελευταίο καιρό από έναν απλοϊκό "Πτωχοπροδρομισμό" που πολλές φορές, τις περισσότερες μάλιστα, όχι μόνο δεν την ωφελεί, αλλά την βλάπτει και από πάνω. Ζω στην Πλατεία Βικτωρίας και μέχρι προχθές ζούσα στον Αγιο Παντελεήμονα, όπου το μεταναστευτικό πρόβλημα ταλανίζει την περιοχή και οι σύντροφοι που μένουν μάλιστα και αλλού, σε πολύ καλύτερες περιοχές, πάνω στο θέμα αυτό δεν ξέρουν πού πατούν και πού πηγαίνουν.
Για την ιστορία όμως, ευγνωμονώ την μοίρα μου και τους ευχαριστώ, διότι από το 1975 μέχρι και τον τελευταίο μήνα του 1979 -οπότε και σταμάτησα με την θέλησή μου- μου έδωσαν απεριόριστες ελευθερίες και χώρο στην εφημερίδα της νεολαίας, στον τρισαγαπημένο μου "Θούριο" όπου ευτύχησα να γράψω ίσως τα πιο γόνιμα κείμενα -πάντα- για τους Ελληνες ποιητές. Μεγάλη τιμή για μένα.
Και πάλι και για την ιστορία θέλω να τονίσω ότι η σπουδαιότερη εφημερίδα, δεκαετίες τώρα, στον χώρο της τέχνης, είναι η "Αυγή", που μάχεται χωρίς έσοδα, αλλά με αυτοθυσία για την προώθηση και την ελευθερία κυρίως του πνεύματος. Οι σελίδες της είναι μια όαση για εμάς αλλά και τους αναγνώστες· σελίδες που τις διευθύνουν άνθρωποι με ψυχή λιονταριού».

- Είναι η τέχνη πολιτική πράξη ή με ποιον τρόπο θα μπορούσε να γίνει πολιτική πράξη;
«Η τέχνη είναι από μόνη της πολιτική πράξη, μια και αποτελεί από την φύση της μια μορφή αμφισβήτησης. Αλλωστε τα πάντα, κάθε μας ενέργεια, ακόμη και πώς χαιρετάμε τον γείτονα στον δρόμο, αποτελεί πολιτική πράξη».

- Νιώθετε πια ότι ζείτε σε μια χώρα που δεν την γνωρίζετε;
«Ναι, και δυστυχώς δεν το περίμενα και δεν το φανταζόμουν. Δεν φανταζόμουν κυρίως ότι δεκαετίες τώρα θα την κυβερνούσαν βουλευτές και υπουργοί τόσο ασήμαντοι και ανάξιοι σε σχέση με την ιστορία της και τον περήφανο λαό της. Βουλευτές και υπουργοί που υπήρξε η υποψία ότι ήσαν προστάτες ζωοκλεπτών, συνδικαλιστές που δεν δούλεψαν ποτέ τους, "δικηγορίσκοι", "οικονομολόγοι" και "κοινωνιολόγοι" που κατέλαβαν έδρες στα πανεπιστήμια χωρίς καν ένα σύγγραμμα υποτυπώδες, άνθρωποι που δεν ήξεραν ούτε μια λέξη της Αγγλικής και παρά τρίχα να βρεθούν ευρωβουλευτές, άνθρωποι που άρπαξαν την κάλπη από την αίθουσα της Βουλής, "φίλαθλοι" βουλευτές που μούντζωναν τους διαιτητές δίνοντας έτσι ένα ωραίο παράδειγμα για την καταπολέμηση της βίας στα γήπεδα, μέλη επιτροπών που αθώωναν καλωδιωμένους της Siemens και νερουλάδες λιμνών και γλεντοκόποι παντρεμένοι που διασκέδαζαν με νεαρά κοριτσάκια (ένα μάλιστα σκοτώθηκε σε τροχαίο μετά από διασκέδαση με τον βουλευτή στα μπουζούκια) τάζοντάς τους μια θέση στο Δημόσιο. Και ξέρετε ποιο είναι το χειρότερο; Το ότι των περισσοτέρων συνέχισαν την "ένδοξη πορεία τους" οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους».

- Ο κόσμος είναι οργισμένος, βλέπετε ξέσπασμα και τι χαρακτηριστικά μπορεί να πάρει αυτό;
«Πιστεύω ότι θα υπάρξει ξέσπασμα και το εύχομαι, αλλά έτσι όπως το θέλω και το φαντάζομαι θα είναι ένα ξέσπασμα ειρηνικό από την άκρη του Εβρου μέχρι την άκρη της Κρήτης, όπου θα βγει όλος ο λαός ανεξαρτήτως φρονημάτων, θα χτυπάει τις καμπάνες, θα γεμίζει τις πλατείες και θα τους διώξει όλους όσοι τόσα χρόνια κακοποίησαν τη μοίρα του».

- Δεν χρειάζεται ένα κίνημα για να σχηματοποιήσει αυτό τον ξεσηκωμό;
«Πιστεύω ότι θα γίνει αυτόματα και αυθόρμητα διότι κανένα πολιτικό σχήμα σήμερα έτσι όπως λειτουργούν δεν μπορεί να εμπνεύσει το λαό. Κι όταν παραπάνω σας έλεγα για τους πνευματικούς ανθρώπους εννοούσα ότι τότε υπήρχε ένα όραμα που τους συσπείρωνε. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα όραμα. Ακόμη και επί χούντας όλοι ήμασταν συσπειρωμένοι ενάντια στην κακοποίηση της ελευθερίας που η ίδια η χούντα είχε επιφέρει. Τώρα ο κόσμος θα συνειδητοποιήσει και πάλι από μόνος του την κοινωνική κακότητα που η σημερινή κατάσταση έχει επιφέρει».

- Εχουν αλλάξει οι εικόνες που αντικρίζετε κάθε φορά που βγαίνετε από το σπίτι σας;
«Ναι. Κάποτε ήσαν όλα όμορφα, πανέμορφα, πλην όμως "Αυτό το άνθος δεν πρέπει νάτανε για μας.
Εμείς κατηναλώσαμεν ολόκληρον τον χρόνον της ημέρας μας
σε αφελείς και αδέξιες επιδόσεις·
ατημέλητοι, με το χέρι στην τσέπη, περιπλανηθήκαμεν
ανά τους δρόμους και τας πλατείας αυτής της πόλεως·
ιδανικά αδιάφοροι, εγκαταλείψαμε την προσοχή μας
σε κάθε λογής επουσιώδεις περισπασμούς...
Αυτό το άνθος, επομένως, δεν πρέπει νάτανε για μας.
Γιατί όταν περί το μεσονύκτιον, επιστρέφοντας,
διερχόμεθα από κείνον τον ημίφωτο δρομάκο,
όταν λέγω, πίσω από τα βαριά παραπετάσματα
του υψηλοτέρου παραθύρου ενός παμπάλαιου μεγάρου
πρόβαλε κείνο το αβρό παρθενικό χεράκι
και μας το πέταξε τρέμοντας,
εμείς, όλως ανέτοιμοι και αναρμόδιοι ως ήμεθα,
το αρπάξαμε μηχανικά στον αέρα
και το φάγαμε -
το άνθος! Καταλαβαίνετε;
Το φάγαμε, το μασουλήσαμε κι αυτό,
με την ίδια ακριβώς ανευθυνότητα
που όλη τη μέρα μασουλούσαμε
στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!...
Ω! ασφαλώς, ασφαλώς!
Αυτό το άνθος δεν πρέπει,
δεν μπορεί να ήτανε για μας!..."
(Αλεκ Σχινάς: "Το άνθος", 1952)».

- Τι ποίημα θα γράφατε για αυτή την ζοφερή πραγματικότητα;
«Δεν ξέρω, γιατί τα ποιήματα έρχονται μόνα τους και εκείνα σου λένε τι θα γράψεις».

- Τι φοβάστε για το μέλλον;
«Οτι θα είναι ακόμη πιο ζοφερό. Οχι μόνο για εμάς που περάσαμε ήδη τα 60 και δεν τους ενδιαφέρουμε -θέλουν μάλιστα να πεθάνουμε για να γλυτώνουν τις συντάξεις αλλά και όσα φάρμακα δεν έχουν καταφέρει ακόμη να τα περάσουν στα "καλλυντικά"- αλλά κυρίως για την νεολαία μας, την περήφανη νεολαία μας που την πούλησαν ως δούλους στο διεθνές και στο ντόπιο κεφάλαιο».

- Οταν ακούτε τη λέξη Νησί, τι φέρνετε στο νου σας;

«Φέρνω στο νου μου τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Φέρνω τη φωτογένεια της παιδικής μου αθωότητας ακόμη κι όταν θυμάμαι τις μέρες που έβρεχε. Το Νησί και γενικά η Μεσσηνία είναι ένας νομός που συνδυάζει τη θάλασσα με το ατέλειωτο πράσινο της πεδιάδας, γι' αυτό και οι ψυχές των Μεσσηνίων έχουν βγει τόσο καθαρές χωρίς την ελάχιστη "συννεφιά" που αναγκαστικά γεμίζει τις ψυχές άλλων ανθρώπων που γεννήθηκαν σε νομούς ορεινούς.
Η νοσταλγία της Μεσσήνης με συνοδεύει στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Αυτό το μοβ χρώμα των δέντρων όταν πηγαίναμε προς τα μέρη της Πυλίας είναι διαρκώς στη μνήμη και στα μάτια μου. Επίσης μην ξεχνάτε ότι η Καλαμάτα είναι μια πόλη που διαθέτει λιμάνι και οπωσδήποτε εκείνο τον καιρό το λιμάνι ήταν πόλος έλξης ανθρώπων ιδιαιτέρως "ζωηρών". Ερχεται στην όσφρησή μου πολύ συχνά, σχεδόν κάθε μέρα η μυρωδιά του αέρα της πατρίδας καθώς και από το λιμάνι της Καλαμάτας όταν σουρούπωνε, τα χωριά του Ταϋγέτου με τα φωτάκια τους που ήταν σαν ένα απίθανο χριστουγεννιάτικο δέντρο που κρατούσε όλο το χρόνο».


Συνέντευξη στη
Μαρία Τομαρά