Δευτέρα, 06 Μαϊος 2024 20:20

Μάθιος Πόταγας: Ο πρώτος αντιστασιακός

Μάθιος Πόταγας: Ο πρώτος αντιστασιακός

 

Επιμέλεια: Βασίλης Δικαιουλάκος, αντιπρόεδρος της Ε.Ε.Φ. Παράρτημα Μεσσηνίας

 

«Σταθείτε! Δεν θα μας σκλαβώσετε! Είμαι εδώ μόνος. Αλλά η Ελλάδα ολόκληρη ακολουθεί!».

Βασίλης Δικαιουλάκος  Φυσικός Αντιπρόεδρος της Ε.Ε.Φ. Παράρτημα Ν. Μεσσηνίας.                                                                                                        

 «Το μεσημέρι της Μεγάλη Πέμπτη 1941, ο 17χρονος μαθητής της Ε΄ Γυμνασίου του Βαρβακείου από τη Βυτίνα, Μάθιος Πόταγας, πετάχτηκε άοπλος στη μέση του δρόμου, ύψωσε το χέρι και φώναξε στη φάλαγγα των αρμάτων μάχης των ναζί που έφτασαν στη γέφυρα Κουτρουμπή, στο δημόσιο δρόμο, που περνούσε έξω από τη Βυτίνα: «Σταθείτε. Δεν θα μας σκλαβώσετε. Είμαι εδώ μόνος. Αλλά η Ελλάδα ολόκληρη ακολουθεί». Έκπληκτος ο διοικητής της φάλαγγας, ρώτησε το διερμηνέα, τι λέει αυτό το παιδί. Όταν ο διερμηνέας του εξήγησε, ο διοικητής με το αυτόματό του σκότωσε τον Πόταγα. Αλλά δεν έφτανε στον ναζί αξιωματικό μόνον ο θάνατος. Διέταξε τους στρατιώτες του και με έναν ογκόλιθο συνέθλιψαν το κεφάλι του νέου που τόλμησε να υψώσει το ανάστημά του απέναντι στο Γ΄ Ράιχ και το στρατό του...».

Σύμφωνα εξ άλλου με τη μαρτυρία του Χρήστου Κουτσούγερα, (arcadians.gr), το γεγονός διαδραματίστηκε ως εξής:

«Ένα παιδί 18 χρονών στην Βυτίνα ο Ματθαίος Πόταγας συγχρόνως σχεδόν, λες και είχαν συνεννοηθεί με το Σάντα και τον Γλέζο που κατεβάσανε την σημαία από την Ακρόπολη, αυτό το παιδί των 18 χρόνων στην Βυτίνα δεν μπορούσε να συμβιβαστεί στην ιδέα ότι η πατρίδα υποδουλώθηκε, ότι θα ζει σκλάβος. Και κατάμονος μόνος χωρίς να είναι οργανωμένος πουθενά, ούτε είχε παρέα, πήρε το πιστόλι του πατέρα του το γέμισε και πήγε στην θέση Κουτρουμπή αφού έμαθε, μαθεύτηκε στην Βυτίνα ότι θα περάσουν οι Γερμανοί, πήγε στην θέση Κουτρουμπή σε ένα βράχο στην στροφή του δρόμου και όρθιος ο Ματθαίος Πόταγας μόλις ήρθαν οι Γερμανοί άδειασε το πιστόλι στα σιδερένια αυτοκίνητα των Γερμανών. Τι να έκανε δηλαδή. Σταματήσανε οι Γερμανοί, κάνουν μία κυκλική κίνηση, το πιάσανε το παιδί και του λιώσανε το κεφάλι στο σημείο εκείνο που διάλεξε να στήσει την ενέδρα. Αυτό έκανε ο Ματθαίος Πόταγας». Ας έχουμε υπ’ όψη μας αυτό το συγκλονιστικό περιστατικό, ιδιαίτερα στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε – καιρούς απαξίωσης και εξανδραποδισμού των πάντων -.

Ένα 17χρονο παιδί, ένας άλλος Ευαγόρας Παλληκαρίδης, προτάσσει την ίδια τη ζωή του μπροστά στους σιδερόφραχτους που επιβουλεύονται την ελευθερία τη δική του και βέβαια ολόκληρης της πατρίδας του. Ασυγκίνητος και κυνικός ο «τύραννος», ο σύγχρονος και επαρμένος αυτός Κρέων, αποφασισμένος όχι μόνο να συντρίψει δια των όπλων κάθε αντίσταση, αφαιρώντας ζωές, αλλά και με μίσος να εξαλείψει οτιδήποτε μπορεί να παραγάγει ελεύθερη σκέψη και βούληση, ακόμα κι αν αυτό είναι το μυαλό ενός νεκρού.

Δεν έμαθε βέβαια ποτέ αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας ότι, (σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή ότι πρώτα τον σκότωσαν και μετά συνέθλιψαν το κεφάλι του), αν μη τι άλλο, σεβόμαστε τους νεκρούς, γιατί προφανώς ποτέ του δεν διδάχθηκε αρχαία ελληνική ιστορία, ποτέ του δεν διάβασε Αντιγόνη, ποτέ του δεν έμαθε ότι οι νόμοι της ηθικής και του καθήκοντος υπερτερούν των νόμων των φαύλων, δοκησίσοφων και υπερφίαλων κυβερνώντων.  Δεν έμαθε επίσης ποτέ του ότι οι φιλελεύθερες ιδέες και αξίες, όσο πιο πολύ καταπιέζονται και περιορίζονται, τόσο περισσότερο φουντώνουν και βρίσκουν τρόπους να διαδίδονται, όσα κεφάλια κι αν συντρίψεις, όσο μεγάλοι κι αν είναι οι ογκόλιθοι που θα χρησιμοποιήσεις. Είναι κάτι σαν τη φωτιά, που όσο τη φυσάς για να σβήσει, τόσο εκείνη θεριεύει. Νύχτα μέρα στριφογυρίζουν στο μυαλό μου τα λόγια αυτού του αγνού νέου, του πρωτοπόρου της μαθητικής αντίστασης, από τότε που διάβασα την ιστορία του. Έρχονται και φεύγουν σαν αντίλαλος, ούτε στιγμή δε μ’ αφήνουν να ησυχάσω, με κατατρύχουν και μου θυμίζουν τη βαριά κληρονομιά μου - την κληρονομιά όλων μας – που, αντί για δρομοδείχτης, κατάντησε άγος δυσβάσταχτο στις πλάτες μας και την απαρνηθήκαμε. Με μαστιγώνει αλύπητα η σκέψη ότι την κληρονομιά αυτή τη βγάλαμε στο σφυρί για λίγα αργύρια, την ξεπουλήσαμε όσο – όσο, κόψαμε τον ομφάλιο λώρο με το παρελθόν και τώρα χωρίς ταυτότητα πορευόμαστε σαν παρίες, ζητιανεύοντας στις γειτονιές του κόσμου.

 

Το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Μανώλη Γλέζου «Εθνική Αντίσταση 1940 -1945», Εκδόσεις Στοχαστής, 2006 - Με πληροφορίες από palmografos.com