Κυριακή, 14 Ιουνίου 2026 20:22

Η Ελλάδα ανάμεσα στη γεωοικονομία της κρίσης και την τουρκική αναθεωρητική στρατηγική

Γράφτηκε από την

Η Ελλάδα ανάμεσα στη γεωοικονομία της κρίσης και την τουρκική αναθεωρητική στρατηγική

Του Χρήστου Καπούτση

Οι αντιφατικές δηλώσεις Ουάσινγκτον και Τεχεράνης για την υπό διαμόρφωση πυρηνική συμφωνία αποκαλύπτουν ότι βρισκόμαστε ακόμη στη φάση της πολιτικής διαχείρισης και όχι στην ανακοίνωση ενός οριστικά κλεισμένου διπλωματικού φακέλου του τριγώνου ΗΠΑ- ΙΣΡΑΗΛ - ΙΡΑΝ.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει να εμφανίσει μια πιθανή συμφωνία ως προσωπική στρατηγική επιτυχία, υποστηρίζοντας ότι πέτυχε εκεί όπου απέτυχαν προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις: να ανακόψει την πορεία του Ιράν προς την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη επιχειρεί να πείσει το εσωτερικό της ακροατήριο ότι δεν υπέκυψε σε αμερικανικές πιέσεις, αλλά ότι επέβαλε μέρος των δικών της θέσεων στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις δημόσιες δηλώσεις. Βρίσκεται στις κινήσεις που τις συνοδεύουν. Η ενημέρωση που φέρεται να πραγματοποίησε ο Αμερικανός πρόεδρος προς τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, τους ηγέτες των αραβικών κρατών του Κόλπου και τον πρόεδρο της Τουρκίας υποδηλώνει ότι δεν συζητείται απλώς μια συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Συζητείται η επόμενη ημέρα της αρχιτεκτονικής ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.

Η εξέλιξη αυτή αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Η χώρα μας δεν παρακολουθεί τις διεθνείς κρίσεις από ασφαλή απόσταση. Η γεωγραφική της θέση, η ναυτιλιακή της ισχύς, οι ενεργειακές της εξαρτήσεις και ο αναβαθμισμένος στρατηγικός της ρόλος την τοποθετούν στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων κάθε μεγάλης αναταραχής. Η κλιμάκωση των διεθνών κρίσεων απειλεί να προκαλέσει άνοδο στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αυξημένο κόστος για τη ναυτιλία λόγω ακριβότερων ασφαλίστρων και μεγαλύτερων κινδύνων, καθώς και διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, με συνέπειες για το εμπόριο, την παραγωγή και τον τουρισμό.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται χωρίς ορατό ορίζοντα τερματισμού. Η Μέση Ανατολή παραμένει εύφλεκτη. Οι θαλάσσιες οδοί της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου του Άντεν απειλούνται, ενώ οι ανταγωνισμοί για ενέργεια, μεταφορές και στρατηγική επιρροή συνδέουν πλέον τη Βαλτική με τον Περσικό Κόλπο σε μια ενιαία ζώνη γεωπολιτικής αστάθειας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική κυβέρνηση προβάλλει την Ελλάδα ως πυλώνα σταθερότητας: μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, ενεργό συμμετέχοντα στην ευρωπαϊκή επιχείρηση «ΑΣΠΙΔΕΣ», στρατηγικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών, ενεργειακό κόμβο υγροποιημένου φυσικού αερίου και κρίσιμο κρίκο των νέων διαδρόμων που συνδέουν την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή και την Ινδία.
Πράγματι, η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, τα λιμάνια, οι ενεργειακές υποδομές και η ελληνική ναυτιλία αυξάνουν καθημερινά τη γεωστρατηγική σημασία της χώρας. Όμως εδώ ακριβώς αναδύεται και το μεγάλο παράδοξο της εποχής μας: όσο μεγαλύτερη είναι η γεωπολιτική αξία της Ελλάδας, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η έκθεσή της στους κινδύνους των διεθνών συγκρούσεων.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο περιθώριο της γεωπολιτικής καταιγίδας. Βρίσκεται στο επίκεντρό της.

Το ελληνοτουρκικό μέτωπο ως δοκιμασία αποτροπής και οι γεωοικονομικοί κίνδυνοι

Η γεωπολιτική αξία της Ελλάδας αυξάνεται ταχύτερα από την αποτρεπτική της ισχύ. Αυτή είναι η ουσία του σημερινού στρατηγικού προβλήματος. Η χώρα μετατρέπεται σε κρίσιμο κόμβο της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, με τη Σούδα, την Αλεξανδρούπολη, τα δίκτυα LNG και τη ναυτιλιακή της ισχύ, αλλά η Τουρκία συνεχίζει να αμφισβητεί εμπράκτως το status quo στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα έχει αναβαθμισμένη γεωστρατηγική σημασία, αλλά αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να αλλάξει τη συμπεριφορά της Άγκυρας.
Η Τουρκία, δεν αντιμετωπίζει πλέον την Κυπριακή Δημοκρατία μόνο ως άλυτο εθνικό ζήτημα. Τη θεωρεί προκεχωρημένο γεωστρατηγικό στήριγμα του Ισραήλ και αντιλαμβάνεται τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, υπό αμερικανική υποστήριξη, ως τμήμα μιας ευρύτερης προσπάθειας περιορισμού της τουρκικής ισχύος. Η τουρκική στρατηγική κουλτούρα έχει έντονη ευαισθησία απέναντι στην αίσθηση «περικύκλωσης». Όταν αυτή ενισχύεται, η αντίδραση της Άγκυρας τείνει να είναι περισσότερο αναθεωρητική παρά συμβιβαστική.

Το περιστατικό παρενόχλησης αποστολών ευρωπαϊκών κρατών που μετέφεραν υπουργούς Άμυνας στη Λευκωσία είχε γι’ αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν εκδηλώθηκε σε κάποια μακρινή εμπόλεμη ζώνη, αλλά από τα υπό στρατιωτική κατοχή κυπριακά εδάφη, δηλαδή από κατεχόμενο ευρωπαϊκό έδαφος, εναντίον αποστολών κρατών-μελών της Ε.Ε., με προορισμό τη Λευκωσία, τη μοναδική διαιρεμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης. Το μήνυμα της Άγκυρας δεν αφορούσε μόνο την Κύπρο, αφορούσε την ίδια την ευρωπαϊκή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάρος από ό,τι πριν από μια δεκαετία. Η αναβάθμιση αυτή είναι πραγματική και μετρήσιμη. Δεν αρκεί όμως από μόνη της. Η αποτρεπτική ισχύς δεν κρίνεται μόνο από τις συμμαχίες, τις βάσεις ή τα εξοπλιστικά προγράμματα. Κρίνεται από το αν ο αντίπαλος μεταβάλλει τη συμπεριφορά του και από το αν η χώρα μπορεί να απορροφήσει τους οικονομικούς κραδασμούς μιας διεθνούς κρίσης.

Μέχρι στιγμής, η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει τη λογική της «Γαλάζιας Πατρίδας» ούτε τις πιέσεις σε Κύπρο και Αιγαίο. Και η Ελλάδα, παρά τη στρατηγική της αναβάθμιση, παραμένει εκτεθειμένη σε έναν νέο γεωοικονομικό σεισμό που θα μπορούσε να ξεκινήσει από τη Μέση Ανατολή και να φτάσει γρήγορα στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Η μεγάλη πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι απλώς να είμαστε «πυλώνας σταθερότητας». Είναι να μετατρέψουμε τη γεωστρατηγική σημασία της χώρας σε πραγματική εθνική ισχύ: στρατιωτική, ενεργειακή, οικονομική και πολιτική.

Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της εθνικής αυταπάτης ούτε της εθνικής παραίτησης. Τα κενά μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής τείνουν να καλύπτονται , είτε από φωνές εθνοπαροξυσμού που αντιμετωπίζουν τον πόλεμο ως εύκολη λύση, είτε από αντιλήψεις εθνομηδενισμού που υποτιμούν τη σημασία της ισχύος και της γεωγραφίας. Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή και από την Κύπρο έως το Αιγαίο, οι εξελίξεις επιταχύνονται. Και σε περιόδους ιστορικών ανακατατάξεων, η απουσία εθνικής στρατηγικής δεν αποτελεί απλώς πολιτική αδυναμία, αλλά μετατρέπεται σε παράγοντα εθνικού κινδύνου.