«ἔσσεταιἦμαρὅτ᾽ ἄνποτ᾽ ὀλώλῃἼλιοςἱρὴ…»
(θα ‘ ρθει μια μέρα που θα χαθεί το ιερό κάστρο της Τροίας….)
Όμηρος, Ιλιάς, Ραψωδία Δ’, στ. 448
Στις αρχές του 1989 στις κομμουνιστικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης επικρατούσε αναβρασμός, καθώς η υποβόσκουσα λαϊκή δυσαρέσκεια για τον αυταρχισμό και την υποκρισία των τοπικών καθεστώτων είχε προκαλέσει ένα διαρκώς διευρυνόμενο κύμα διαμαρτυριών. Τίποτα όμως δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, όταν μέσα σε λίγες μόλις ώρες κατέρρευσε το εκτρωματικό Τείχος του Βερολίνου και μαζί του οι δεκαετίες καταπίεσης και προπαγάνδας ενός ολόκληρου συστήματος.
Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, τα σκάνδαλα κυριαρχούσαν στην πολιτική επικαιρότητα, ενώ η παραπαίουσα κυβέρνηση του ασθενούς Ανδρέα Παπανδρέου προσπαθούσε απεγνωσμένα να γαντζωθεί στην εξουσία, αλλάζοντας το εκλογικό σύστημα σε απλή αναλογική και μεταθέτοντας την ημερομηνία των εκλογών στο απώτατο θεσμικό όριο, για τις αρχές Ιουλίου του ‘89. Τίποτα ωστόσο δεν μπορούσε να προβλέψει ό,τι συνέβη μετεκλογικά, καθώς, εξ αιτίας της μη αυτοδυναμίας κανενός κόμματος και προ του κινδύνου παραγραφής ποινικών ευθυνών για τα σκάνδαλα, οι άλλοτε ορκισμένοι εχθροί του εμφυλίου πολέμου, Δεξιά και Αριστερά, πραγματοποίησαν μια ιστορική υπέρβαση, σχηματίζοντας μια συγκυβέρνηση ειδικού σκοπού για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Αυτή η περίοδος έμεινε στην ιστορία για κάποιους ως το «βρώμικο ‘89».
Ερχόμενοι στα καθ’ ημάς, η εγχώρια πολιτική ατμόσφαιρα παρουσιάζει ανησυχητικές ομοιότητες με την περίοδο του ’89, καθώς η κυβέρνηση πνίγεται στα σκάνδαλα που εξέθρεψε η υπερεπταετής παραμονή της στην εξουσία και η έλλειψη θεσμικών αντιβάρων που η ίδια μεθόδευσε και δρομολόγησε. Την ίδια στιγμή, στην ελληνική κοινωνία κυριαρχούν αισθήματα απογοήτευσης και θυμού για τη γενικευμένη αδικία και τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση ποντάρει στον πολυκερματισμό και την ασάφεια της αντιπολίτευσης, όλα τα κόμματα ομονοούν, εμμέσως πλην σαφώς, σε ένα πράγμα: ότι η ατιμωρησία των διεφθαρμένων κυβερνώντων πρέπει να τερματιστεί και ότι η κατάσταση αυτή δεν πάει άλλο. Αυτή η κατ’ αναλογία επιστροφή του «βρώμικου ‘89» είναι ο μεγαλύτερος ανομολόγητος φόβος των ενοίκων του Μεγάρου Μαξίμου, που εκφράστηκε προ ημερών από το φιλοκυβερνητικό αναλυτή Ανδρέα Δρυμιώτη: Αν δηλαδή το κυβερνών κόμμα συγκεντρώσει στις προσεχείς εκλογές ποσοστό έστω και οριακά μικρότερο από το 25%, θα εκλέξει μόλις 75 βουλευτές και έτσι η αντιπολίτευση θα βρει τις ψήφους για να μπορεί να παραπέμψει το σημερινό πρωθυπουργό στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Το ζήτημα όμως είναι ευρύτερο και δεν αφορά απλώς μια εκδικητική συμπεριφορά ορισμένων προσώπων έναντι άλλων αλλά το ύφος και το ήθος της ασκούμενης εξουσίας, καθώς, από το 2019 που κυβερνά ο σημερινός πρωθυπουργός, διαψεύστηκαν στην πράξη οι περισσότερες προσδοκίες της κοινωνικής πλειοψηφίας σε σχέση με τις προεκλογικές του εξαγγελίες. Τα περί κυβέρνησης των αρίστων με ολιγομελές κυβερνητικό σχήμα έγιναν η πολυπληθέστερη ελληνική κυβέρνηση όλων των εποχών, ένα ιδιότυπο μείγμα πρώην σημιτικών πασοκτζήδων, ακροδεξιών σταγονιδίων και αποφοίτων του Κολλεγίου Αθηνών. Τα περί διαφάνειας και ευρωπαϊκής αντίληψης έγιναν ένας εσμός σκανδάλων με τεράστιο οικονομικό κόστος και απόλυτη αδιαφάνεια στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, από τη χρηματοδότηση των ημετέρων μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ έως το μοίρασμα των πολύτιμων πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης σε τσέπες λίγων ημετέρων. Η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης, που σωστά είχε επικριθεί ως σοβαρό σφάλμα της διακυβέρνησης Τσίπρα, συνεχίστηκε ακάθεκτη μέσω της έμμεσης φορολογίας που, ελέω πληθωρισμού, γεμίζει τα δημόσια ταμεία με αχρείαστα υπερπλεονάσματα, το 90% των οποίων καταλήγει στους δανειστές της χώρας. Οι κατηγορίες περί παρασυστήματος των προηγούμενων επισκιάστηκαν από το οργανωμένο παρακράτος των υποκλοπών που ενορχήστρωνε ο πρωθυπουργικός ανεψιός εις βάρος βασικών δημοσίων λειτουργών. Τα δημόσια μέσα μεταφοράς ελάχιστα ενισχύθηκαν ενώ το σιδηροδρομικό δίκτυο απαξιώθηκε περαιτέρω με την τραγωδία των Τεμπών να εξελίσσεται σε συλλογικό τραύμα. Οι κοινωνικές και διαπεριφερειακές ανισότητες διευρύνονται διαρκώς καθώς τα ευρωπαϊκά κονδύλια διανέμονται είτε σε λίγους ισχυρούς παίκτες, προσδίδοντας στην κυβερνητική πολιτική επικίνδυνα ταξικό πρόσημο, είτε στις Περιφέρειες που «γουστάρει» ο πρωθυπουργός (π.χ Κρήτη) εις βάρος των υπολοίπων. Την ίδια στιγμή η εξωτερική πολιτική διαπνέεται από επικίνδυνες εκθέσεις και εμμονές σε πολεμικά πεδία (Ουκρανία, Μέση Ανατολή) χωρίς πρακτικά αποτελέσματα ανάσχεσης της τουρκικής επιθετικότητας.
Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με την απίστευτη οίηση και την απαξίωση κάθε αντίθετης άποψης (ακόμη και πρώην πρωθυπουργών και προέδρων του κυβερνώντος κόμματος)που αναλαμβάνουν εργολαβικά τα «ανώνυμα» κυβερνητικά τρολς του διαδικτύου έχουν ήδη οδηγήσει την κοινωνική πλειοψηφία σε διαφορετικές επιλογές. Παρά λοιπόν το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή δεν υφίσταται ακόμα ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, οι εξελίξεις και η κοινωνική πίεση μπορεί να επιφέρουν απρόσμενα αποτελέσματα μέσα σε πολύ γρήγορο χρόνο και να επιβάλουν τις αναγκαίες υπερβάσεις. Το φάντασμα του ’89 πλανάται ήδη πάνω από το Μαξίμου και τους ενοίκους του και η πτώση μοιάζει πιο κοντά από ποτέ. Κατ’ ιστορική προβολή, στο «βρώμικο ’89» αρχιμάγειρας στο «μενού» της κάθαρσης ήταν ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού. Και, ως γνωστόν, η εκδίκηση είναι πάντα ένα πιάτο που τρώγεται κρύο.
*Ο Νίκος Θεοδώρου είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και Διδάκτωρ Δημοσίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ludwig-Maximilians του Μονάχου. Ιστοσελίδα: www.ntheodorou.gr
