Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2026 10:47

Η «Φόνισσα» ξαναγεννήθηκε στη Σκιάθο - Μια ξεχωριστή πρεμιέρα στη γενέτειρα του Παπαδιαμάντη

Γράφτηκε από την

Η «Φόνισσα» ξαναγεννήθηκε στη Σκιάθο - Μια ξεχωριστή πρεμιέρα στη γενέτειρα του Παπαδιαμάντη

Στη Σκιάθο, εκεί όπου η θάλασσα, τα μονοπάτια και τα τοπωνύμια κουβαλούν ακόμη τη μνήμη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, η «Φόνισσα» (1903) επέστρεψε στη γενέθλια γη του δημιουργού της για να αποκτήσει μια διαφορετική σκηνική ζωή.

Μέσα στην υποβλητική φύση του νησιού και στην απόλυτη ησυχία του δειλινού, η αυλή της Ιεράς Μονής Ευαγγελιστρίας έγινε το βράδυ της Δευτέρας 21ης Σεπτεμβρίου ο τόπος μιας ιδιαίτερης συνάντησης: η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, η μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη ερμηνευμένη μοναδικά από το Ergon Ensemble και η καθηλωτική αφήγηση της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη συναντήθηκαν σε ένα νέο μελόδραμα, υπό τη μουσική διεύθυνση του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου.

Πρόκειται για μία συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του Εθνικού Θεάτρου, με τη Σκιάθο να αποτελεί τον πρώτο σταθμό της παράστασης πριν από την παρουσίασή της σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα.

Η νέα αυτή εκδοχή συνομιλεί με την επιτυχημένη ομώνυμη όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2014 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, με συνεχόμενα sold out. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η μουσική της γίνεται η πρώτη ύλη για μία νέα ανάγνωση του έργου, με διαφορετική δραματουργική δομή, μικρότερο μουσικό σύνολο και τον παπαδιαμαντικό λόγο να επιστρέφει αυτούσιο στη σκηνή. Δεκατρείς μουσικοί και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ανέλαβαν να μεταφέρουν την τραγική ιστορία της Φραγκογιαννούς, η οποία επιστρέφει στη θεατρική σκηνή για να λυτρωθεί για μια ακόμα φορά «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης».

Ακολουθώντας πιστά την παρτιτούρα της μουσικής, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, διάβασε αποσπάσματα της «Φόνισσας» σε μια πυρετική και απαιτητική αφήγηση, αναδεικνύοντας τη μουσικότητα του γλωσσικού ιδιώματος του Παπαδιαμάντη και διατηρώντας ακέραιη τη δραματική του ένταση. Με τη χαρακτηριστική ερμηνευτική της δύναμη, έδωσε φωνή στη Φραγκογιαννού και στις σκοτεινές σκέψεις της, οδηγώντας σταδιακά τους θεατές στον κόσμο της «Φόνισσας».

Η μοναδική αυτή σύμπραξη λόγου και μουσικής επιχείρησε να φωτίσει εκ νέου το έργο, εστιάζοντας τόσο στη διαχρονικότητα όσο και στην επικαιρότητά του. Η προσήλωση με την οποία παρακολούθησε το κοινό την αφήγηση, αλλά και η συγκίνηση και το θερμό χειροκρότημα στο τέλος, επιβεβαίωσαν πως το αριστούργημα του Σκιαθίτη συγγραφέα, εξακολουθεί να συνομιλεί άμεσα με το σήμερα.

Ο αρχιμουσικός Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, ο οποίος υπογράφει τη δραματουργική επεξεργασία του «κοινωνικού μυθιστορήματος» του Παπαδιαμάντη και τη διασκευή της μουσικής του Γιώργου Κουμεντάκη για μικρό σύνολο, εξηγεί στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι η ιδέα γεννήθηκε από την επιθυμία του να συνεχίσει τη συνεργασία του με την Κ. Καραμπέτη, αναζητώντας ένα έργο στο οποίο «ο λόγος και η μουσική θα είχαν ισότιμη θέση». Η «Φόνισσα» του Κουμεντάκη δεν ήταν αρχικά η προφανής επιλογή. Όπως λέει, την απέρριψε στην αρχή, θεωρώντας ότι δεν υπήρχε χώρος για μια νέα προσέγγιση. Η πανδημία, ωστόσο, έμελλε να αλλάξει τη ματιά του πάνω στο έργο. Η εμπειρία του εγκλεισμού και της κοινωνικής απομόνωσης και το πώς αυτή η συνθήκη μπορεί να οδηγήσει σε εξαιρετικά βίαιες και παράλογες συμπεριφορές, έκανε, όπως σημειώνει, το κείμενο του Παπαδιαμάντη και τη μουσική του Κουμεντάκη να γίνουν εξαιρετικά επίκαιρα.

Από εκεί ξεκίνησε μια επίπονη διαδικασία μεταγραφής. Ο Χρυσικόπουλος πήρε το πρωτότυπο κείμενο του Παπαδιαμάντη και κράτησε τους βασικούς αφηγηματικούς σταθμούς, τους φόνους, αλλά και τις εμμονές του συγγραφέα γύρω από την προίκα και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία της εποχής. «Η αλήθεια είναι ότι επικεντρώθηκα στο έργο με έναν πιο "φραγκογιαννοκεντρικό τρόπο", εστιάζοντας κυρίως στις σκέψεις της ηρωίδας και στους φόνους που κάνει, αφήνοντας ως δευτεραγωνιστές τον εισαγγελέα, τους αστυνομικούς, ακόμα και τις κόρες της. Το μόνο επεισόδιο που μου φάνηκε ενδιαφέρον από κοινωνική άποψη να ενταχθεί στο έργο, είναι αυτό όπου ο Μούτρος πάει να σφάξει την αδελφή του, αλλά τελικά θεωρούν χρέος τους και αυτή και η μάνα της να τον προστατεύσουν. Αυτό, παρότι δεν βοηθούσε άμεσα την οικονομία της δραματουργίας, αποφάσισα να το κρατήσω γιατί θεώρησα ότι φωτίζει ακόμα περισσότερο τη νοοτροπία ή, πιο συγκεκριμένα, την ασυλία που απολαμβάνει ένας άντρας, ακόμα και θεσμικά, σε μία τέτοια κοινωνία», αναφέρει.

Στη συνέχεια προσπάθησε να αντιστοιχίσει το κείμενο στη μουσική της ήδη υπάρχουσας όπερας. Όμως καθώς το λιμπρέτο ακολουθούσε διαφορετική δραματουργική πορεία από εκείνη που είχε επιλέξει ο ίδιος, ο Χρυσικόπουλος αναζήτησε κάποια αφαιρετικά μοτίβα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «γέφυρες» ανάμεσα στις διαφορετικές αφηγηματικές ενότητες: το παιδικό μοτίβο που συνόδευε τους φόνους στην όπερα, αλλά και εκείνο που συνδέεται με τη Φόνισσα όταν εξαντλημένη αποκοιμιέται ή βλέπει οράματα. Την ίδια στιγμή, ο μουσικολόγος, κλαρινετίστας και αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Γιάννης Σαμπροβαλάκης μετέγραψε την παρτιτούρα για 13 όργανα, κάνοντας τη νέα παράσταση περισσότερο ευέλικτη και επιτρέποντας τη μεταφορά της πέρα από τις μεγάλες σκηνές.

ΑΠΕ - ΜΠΕ