Σύμφωνα με τον ΣΚΕΑΚ, η εστίαση αποτελεί έναν από τους πλέον εντάσεως εργασίας κλάδους της οικονομίας, καθώς η λειτουργία ενός καταστήματος ξεκινά πολλές ώρες πριν από την άφιξη του πρώτου πελάτη και ολοκληρώνεται αρκετή ώρα μετά την αποχώρηση του τελευταίου. Προετοιμασία, παραλαβές, παραγωγή, εξυπηρέτηση, καθαρισμός, διαχείριση προσωπικού και συμμόρφωση με το θεσμικό πλαίσιο συνθέτουν μια καθημερινότητα με υψηλό λειτουργικό κόστος. Ο σύλλογος επισημαίνει ότι ο ΦΠΑ αποτελεί μόνο μία από τις επιβαρύνσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις, καθώς ακολουθούν το μισθολογικό και ασφαλιστικό κόστος, οι πρώτες ύλες, η ενέργεια, τα ενοίκια, οι τραπεζικές προμήθειες, οι πλατφόρμες διανομής, τα δημοτικά τέλη, οι ασφαλίσεις, οι συντηρήσεις, οι αποσβέσεις και το χρηματοοικονομικό κόστος. Όπως αναφέρει, ο μεγαλύτερος όγκος του τζίρου κατευθύνεται άμεσα σε αυτές τις υποχρεώσεις, αφήνοντας περιορισμένο περιθώριο για κέρδος, αποθεματικό και νέες επενδύσεις. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει αυξημένη κίνηση για λίγες ώρες της ημέρας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι συνολικά κερδοφόρα, αφού τα λειτουργικά έξοδα «τρέχουν» από την πρώτη έως την τελευταία ώρα λειτουργίας. Παράλληλα, τονίζεται ότι η εστίαση στηρίζει την απασχόληση, την πρωτογενή παραγωγή, το εμπόριο, τις μεταφορές και τον τουρισμό, γεγονός που καθιστά –κατά τον ΣΚΕΑΚ– τη βιωσιμότητά της ζήτημα ευρύτερης οικονομικής πολιτικής.
Ο ΣΚΕΑΚ ζητεί χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση, ουσιαστική μείωση του μη μισθολογικού κόστους, σταθερό θεσμικό πλαίσιο και συνθήκες που θα επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να παράγουν πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα, σημειώνοντας ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αποτελεί την αρχή μιας ευρύτερης καμπάνιας ενημέρωσης για την πραγματική εικόνα της ελληνικής εστίασης. Η ανάλυση του infographic Το infographic επιχειρεί να αποτυπώσει με απλό τρόπο πού καταλήγουν τα 100 ευρώ που πληρώνει ένας πελάτης σε μια επιχείρηση εστίασης. • 24%–30% του τζίρου κατευθύνεται σε φόρους και τέλη (ΦΠΑ, φόρος εισοδήματος, προκαταβολή φόρου, δημοτικά τέλη, ΓΕΜΗ, επιμελητήριο και λοιπές επιβαρύνσεις). • 20%–25% απορροφάται από το μισθολογικό κόστος και τις εργοδοτικές εισφορές, που αποτελούν τη μεγαλύτερη επένδυση κάθε επιχείρησης στο ανθρώπινο δυναμικό. • 30%–35% αφορά το κόστος παραγωγής, δηλαδή πρώτες ύλες, ποτά, αναλώσιμα, συσκευασίες, μεταβολές τιμών και απώλειες προϊόντων. • 15%–20% αντιστοιχεί στα καθημερινά λειτουργικά έξοδα, όπως ενοίκια, ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, internet, τραπεζικές προμήθειες, πλατφόρμες delivery, ασφάλειες, συντηρήσεις, άδειες και λογιστική υποστήριξη. • Το τελευταίο 5%–10% αφορά επενδύσεις και χρηματοοικονομικό κόστος, όπως αποσβέσεις, ανακαινίσεις, αντικατάσταση εξοπλισμού, δάνεια και νέες επενδύσεις.
Το βασικό μήνυμα της καμπάνιας συνοψίζεται στη φράση ότι «η συζήτηση δεν είναι μόνο ο ΦΠΑ, αλλά το συνολικό κόστος λειτουργίας», με τον ΣΚΕΑΚ να επιδιώκει να μεταφέρει στη δημόσια συζήτηση ότι η βιωσιμότητα μιας επιχείρησης εστίασης εξαρτάται από το σύνολο των επιβαρύνσεων και όχι από έναν μόνο φορολογικό συντελεστή.

