Την περίοδο Οκτωβρίου 2025 - Μαρτίου 2026 οι εισαγωγές στην Ε.Ε. έφτασαν τους 121.481 τόνους, έναντι 105.384 τόνων την αντίστοιχη περίοδο της ελαιοκομικής περιόδου 2024/25. Η αύξηση είναι ακόμη μεγαλύτερη σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας, που ήταν 92.590 τόνοι.
Κυρίαρχη θέση στις εισαγωγές της Ε.Ε. διατηρεί η Τυνησία, από την οποία εισήχθησαν 98.421 τόνοι ελαιολάδου, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 81% του συνόλου. Σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο 2024/25, οι εισαγωγές από την Τυνησία αυξήθηκαν κατά 19,7%.
Στη δεύτερη θέση βρέθηκε το Μαρόκο, με 10.312 τόνους και μερίδιο 8%, καταγράφοντας εντυπωσιακή αύξηση 712,6% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Ακολούθησε η Αίγυπτος με 4.639 τόνους και μερίδιο 4%, παρουσιάζοντας αύξηση 122,4%.
Αντίθετα, σημαντική μείωση καταγράφηκε στις εισαγωγές από την Τουρκία, οι οποίες περιορίστηκαν στους 535 τόνους, από 10.917 τόνους την αντίστοιχη περίοδο 2024/25. Μειωμένες ήταν και οι ποσότητες από την Αργεντινή, τη Συρία και τη Χιλή. Οι εισαγωγές από την Αργεντινή διαμορφώθηκαν στους 1.330 τόνους, μειωμένες κατά 53,4%, από τη Συρία στους 183 τόνους, μειωμένες κατά 83,1%, και από τη Χιλή στους 1.166 τόνους, μειωμένες κατά 35,2%.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι οι εισαγωγές από τρίτες χώρες παραμένουν σημαντικός παράγοντας για την τροφοδοσία της ευρωπαϊκής αγοράς ελαιολάδου, με την Τυνησία να καλύπτει τη μεγάλη πλειοψηφία των ποσοτήτων.
Παράλληλα, στο ισοζύγιο της ελαιοκομικής περιόδου 2025/26, η Κομισιόν προβλέπει παραγωγή 2,047 εκατ. τόνων ελαιολάδου στην Ε.Ε. και εισαγωγές 200.000 τόνων, ανεβάζοντας τη συνολική προσφορά στα 2,618 εκατ. τόνους, μαζί με τα αρχικά αποθέματα των 371.000 τόνων.
Στην πλευρά της χρήσης, οι εξαγωγές εκτιμώνται σε 805.000 τόνους και η κατανάλωση σε 1,443 εκατ. τόνους. Τα τελικά αποθέματα προβλέπεται να διαμορφωθούν στους 371.000 τόνους, δηλαδή στο ίδιο επίπεδο με τα αρχικά αποθέματα της περιόδου.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ελαιοπαραγωγικές χώρες της Ε.Ε., όπως η Ελλάδα, καθώς δείχνει μια ευρωπαϊκή αγορά με αυξημένες εισαγωγές από τρίτες χώρες, αλλά και με σημαντική εσωτερική κατανάλωση. Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι εμπορικές ισορροπίες και οι τιμές του ελαιολάδου.
