Σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο επιβάτες υπολογίζεται ότι θα ανέλθει η επιβατική κίνηση στο αεροδρόμιο Καλαμάτας προς το τέλος της 40ετούς περιόδου παραχώρησης, σύμφωνα με τις προβλέψεις του επιχειρηματικού σχεδίου που συνοδεύει τη σύμβαση παραχώρησης. Η εκτιμώμενη αυτή αύξηση μετατρέπει τον αερολιμένα σε μία από τις σημαντικότερες διεθνείς πύλες εισόδου της νότιας Ελλάδας, ενώ η ίδια η σύμβαση εισάγει έναν υποχρεωτικό μηχανισμό: οι μελλοντικές επεκτάσεις των υποδομών δεν εξαρτώνται από την επιχειρηματική διακριτική ευχέρεια του παραχωρησιούχου, αλλά ενεργοποιούνται αυτόματα μόλις εξαντληθεί η διαθέσιμη χωρητικότητα και σημειωθεί κορεσμός, ιδιαίτερα κατά τις ώρες αιχμής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σύμβαση δεν προβλέπει σήμερα επέκταση του διαδρόμου προσγείωσης-απογείωσης ως υποχρεωτικό έργο της παραχώρησης. Ωστόσο, δεν αποκλείει μια τέτοια εξέλιξη στο μέλλον. Αν το εγκεκριμένο Master Plan ή οι μελλοντικές ανάγκες του αεροδρομίου οδηγήσουν σε πρόταση επέκτασης, αυτή μπορεί να εξεταστεί, αλλά μόνο με τις εγκρίσεις και τον συντονισμό που προβλέπει το Πλαίσιο Συνεργασίας με την Πολεμική Αεροπορία, την ΑΠΑ και την ΥΠΑ.
Οι επενδύσεις που προβλέπει η σύμβαση παραχώρησης βασίζονται σε μια μακροχρόνια εκτίμηση ότι η επιβατική κίνηση θα συνεχίσει να αυξάνεται σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της 40ετούς παραχώρησης, μετατρέποντας το αεροδρόμιο σε μία από τις σημαντικότερες διεθνείς πύλες εισόδου της νότιας Ελλάδας.
Στο επιχειρηματικό σχέδιο που συνοδεύει τη σύμβαση παρουσιάζονται αναλυτικές προβλέψεις για την εξέλιξη της επιβατικής κίνησης μέχρι το 2055. Σύμφωνα με αυτές, το αεροδρόμιο αναμένεται να εξυπηρετεί περίπου 350.000 επιβάτες το 2026, να φτάσει τις 460.000 το 2030, να ξεπεράσει τις 570.000 το 2035, να προσεγγίσει τις 690.000 το 2040, να ανέλθει στις 810.000 το 2045 και να υπερβεί το 1,07 εκατομμύριο επιβάτες προς το τέλος της περιόδου παραχώρησης. Δηλαδή, μέσα σε τρεις δεκαετίες η επιβατική κίνηση εκτιμάται ότι θα υπερτριπλασιαστεί σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.
Οι προβλέψεις αυτές βασίζονται στην εκτίμηση ότι η Μεσσηνία και συνολικά η Πελοπόννησος θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται ως διεθνής τουριστικός προορισμός, με περισσότερες απευθείας αεροπορικές συνδέσεις, επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και νέες επενδύσεις στον τουρισμό. Ωστόσο, η ίδια η σύμβαση αντιμετωπίζει αυτές τις εκτιμήσεις ως εργαλείο σχεδιασμού και όχι ως δεδομένη εξέλιξη. Γι' αυτό και οι επενδύσεις μετά την πρώτη φάση δεν συνδέονται με συγκεκριμένες ημερομηνίες, αλλά με την πραγματική αύξηση της επιβατικής κίνησης και τη χρήση των υποδομών.
Οι επεκτάσεις γίνονται υποχρεωτικές όταν το αεροδρόμιο φτάνει στα όριά του
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της σύμβασης είναι ότι οι μελλοντικές επεκτάσεις δεν επαφίενται στην επιχειρηματική κρίση του παραχωρησιούχου. Αντίθετα, προβλέπεται ένας συγκεκριμένος μηχανισμός που ενεργοποιείται όταν αποδεικνύεται ότι οι εγκαταστάσεις δεν επαρκούν πλέον για την εξυπηρέτηση της ζήτησης.
Η σύμβαση καθορίζει συγκεκριμένους δείκτες χωρητικότητας για τον επιβατικό σταθμό, τους χώρους αναχωρήσεων και αφίξεων, τις αίθουσες αναμονής, τις θέσεις στάθμευσης αεροσκαφών και άλλες κρίσιμες υποδομές. Εάν οι δείκτες αυτοί δείξουν για δύο συνεχόμενα χρόνια ότι η διαθέσιμη χωρητικότητα έχει εξαντληθεί ή ότι οι εγκαταστάσεις δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν ικανοποιητικά την επιβατική κίνηση και τις ώρες αιχμής, ο παραχωρησιούχος υποχρεώνεται να προχωρήσει στην επέκταση των υποδομών.
Με άλλα λόγια, η κατασκευή του νέου αεροσταθμού δεν αποτελεί το τέλος των επενδύσεων, αλλά την αρχή ενός μηχανισμού συνεχούς ανάπτυξης. Όταν οι πραγματικές ανάγκες το επιβάλουν, η εταιρεία παραχώρησης θα πρέπει να εκπονήσει τις απαιτούμενες μελέτες, να εξασφαλίσει τις αναγκαίες αδειοδοτήσεις και να χρηματοδοτήσει τα νέα έργα χωρίς να απαιτείται νέα σύμβαση ή νέα πολιτική απόφαση.
Η χωρητικότητα δεν μετριέται μόνο με τους ετήσιους επιβάτες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο αξιολογείται η ανάγκη για νέες επενδύσεις. Η σύμβαση δεν εξετάζει μόνο τον συνολικό αριθμό επιβατών κάθε έτους, αλλά κυρίως τις συνθήκες που επικρατούν στις ώρες αιχμής.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν η συνολική επιβατική κίνηση βρίσκεται εντός των προβλέψεων, μπορεί να απαιτηθούν νέες επεκτάσεις όταν, για παράδειγμα, πολλές διεθνείς πτήσεις συγκεντρώνονται την ίδια χρονική περίοδο και οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις δεν επαρκούν για την εξυπηρέτησή τους. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται το φαινόμενο να λειτουργεί ένα αεροδρόμιο χωρίς προβλήματα για το μεγαλύτερο μέρος του έτους, αλλά να παρουσιάζει εικόνες κορεσμού κατά τους θερινούς μήνες.
Η σύμβαση προβλέπει επίσης συγκεκριμένες μεθόδους υπολογισμού της απαιτούμενης επιφάνειας του επιβατικού σταθμού και της δυναμικότητας των εγκαταστάσεων, ώστε κάθε νέα επέκταση να βασίζεται σε αντικειμενικά τεχνικά δεδομένα και όχι σε εκτιμήσεις ή επιχειρηματικές επιλογές.
Master Plan από τους πρώτους μήνες
Για να λειτουργήσει αυτός ο μηχανισμός ανάπτυξης, ο παραχωρησιούχος υποχρεώνεται μέσα στους πρώτους πέντε μήνες από την έναρξη της παραχώρησης να καταρτίσει και να υποβάλει ολοκληρωμένο Master Plan για το αεροδρόμιο. Στο σχέδιο αυτό θα αποτυπώνεται η μελλοντική ανάπτυξη των εγκαταστάσεων, οι ανάγκες σε υποδομές, οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, οι προβλέψεις επιβατικής κίνησης και ο προγραμματισμός των επόμενων επενδύσεων. Το Master Plan δεν θα είναι στατικό, αλλά θα επικαιροποιείται περιοδικά, ώστε να προσαρμόζεται στις πραγματικές συνθήκες και στην εξέλιξη του αεροδρομίου.
Μια σύμβαση που προβλέπει την ανάπτυξη και όχι μόνο τα πρώτα έργα
Η ανάγνωση των τεχνικών και οικονομικών παραρτημάτων δείχνει ότι η παραχώρηση του αεροδρομίου Καλαμάτας δεν περιορίζεται στην κατασκευή ενός νέου αεροσταθμού ή στην αναβάθμιση της πίστας. Δημιουργεί ένα πλαίσιο συνεχούς ανάπτυξης για τα επόμενα σαράντα χρόνια, με σαφείς κανόνες για το πότε και πώς θα πραγματοποιούνται οι επόμενες επενδύσεις. Ουσιαστικά, η σύμβαση επιχειρεί να διασφαλίσει ότι η ανάπτυξη του αεροδρομίου θα ακολουθεί την ανάπτυξη του τουρισμού στη Μεσσηνία, χωρίς να επαναληφθούν στο μέλλον προβλήματα κορεσμού που παρατηρούνται σήμερα στις περιόδους υψηλής ζήτησης.
Ποιος πληρώνει, ποιος εισπράττει και ποιος αναλαμβάνει το ρίσκο
Η συζήτηση για την παραχώρηση του αεροδρομίου Καλαμάτας έχει επικεντρωθεί μέχρι σήμερα κυρίως στις νέες υποδομές, στον αεροσταθμό και στις επενδύσεις που θα αλλάξουν την εικόνα του αερολιμένα. Πίσω όμως από τα τεχνικά σχέδια βρίσκεται ένα ιδιαίτερα σύνθετο οικονομικό μοντέλο, το οποίο καθορίζει ποιος χρηματοδοτεί τα έργα, ποιος εισπράττει τα έσοδα, ποιος αναλαμβάνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο και ποιες εγγυήσεις προβλέπονται για την προστασία του Δημοσίου.
Η σύμβαση παραχώρησης των 40 ετών είναι μια ολοκληρωμένη συμφωνία λειτουργίας και εκμετάλλευσης, η οποία προσδιορίζει με λεπτομέρεια τα οικονομικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τόσο του Δημοσίου όσο και του παραχωρησιούχου.
45 εκατ. ευρώ με την υπογραφή της σύμβασης
Το πρώτο οικονομικό όφελος για το Δημόσιο προκύπτει με την έναρξη της παραχώρησης. Ο παραχωρησιούχος καταβάλλει 45 εκατ. ευρώ ως προκαταβολή της αμοιβής παραχώρησης, ποσό που εισπράττει το Υπερταμείο με την ενεργοποίηση της σύμβασης. Παράλληλα, το συνολικό επενδυτικό πρόγραμμα της πρώτης φάσης εκτιμάται στα 125 εκατ. ευρώ, τα οποία βαρύνουν τον παραχωρησιούχο και όχι τον κρατικό προϋπολογισμό.
Το Δημόσιο δεν εισπράττει μόνο μία φορά
Η οικονομική σχέση δεν εξαντλείται στο αρχικό τίμημα. Η σύμβαση προβλέπει ότι κατά τα τρία πρώτα χρόνια ο παραχωρησιούχος θα καταβάλλει σταθερή ετήσια αμοιβή παραχώρησης ύψους 30.000 ευρώ, η οποία αναπροσαρμόζεται με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Από το τέταρτο έτος αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού. Η σταθερή αμοιβή αντικαθίσταται από μεταβλητή αμοιβή, η οποία αντιστοιχεί στο 0,10% των ετήσιων εσόδων του παραχωρησιούχου. Αν όμως το ποσό αυτό είναι μικρότερο από το ελάχιστο εγγυημένο αντάλλαγμα που προβλέπει η σύμβαση, τότε εφαρμόζεται το δεύτερο. Με αυτόν τον τρόπο το Δημόσιο διασφαλίζει ότι θα έχει κάθε χρόνο ένα ελάχιστο εγγυημένο έσοδο, ακόμη και αν τα οικονομικά αποτελέσματα του αεροδρομίου είναι χαμηλότερα των προσδοκιών.
Οι επενδύσεις γίνονται με χρήματα του παραχωρησιούχου
Η σύμβαση είναι απολύτως σαφής ως προς τη χρηματοδότηση των έργων. Ο παραχωρησιούχος αναλαμβάνει με δικά του κεφάλαια και με δική του ευθύνη τη χρηματοδότηση, την αναβάθμιση, τη λειτουργία, τη συντήρηση και τη διαχείριση του αεροδρομίου, καθώς και την εκτέλεση όλων των έργων που προβλέπει η σύμβαση, εκτός από εκείνα που έχουν ανατεθεί ρητά στο Δημόσιο.
Αυτό σημαίνει ότι τόσο ο νέος αεροσταθμός όσο και οι μελλοντικές επεκτάσεις, τα πληροφοριακά συστήματα, οι ενεργειακές παρεμβάσεις και οι υπόλοιπες επενδύσεις χρηματοδοτούνται από τον παραχωρησιούχο, ο οποίος αναλαμβάνει και τον επιχειρηματικό κίνδυνο της επένδυσης.
Το ρίσκο της αγοράς περνά στον επενδυτή
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης είναι ότι μεταφέρει στον παραχωρησιούχο τον κίνδυνο της αγοράς.
Αν η επιβατική κίνηση δεν εξελιχθεί όπως προβλέπεται, αν μειωθούν οι πτήσεις ή αν υπάρξει κάμψη του τουρισμού, ο παραχωρησιούχος εξακολουθεί να έχει την υποχρέωση να λειτουργεί το αεροδρόμιο, να το συντηρεί και να εκπληρώνει τις συμβατικές του δεσμεύσεις. Η απόδοση της επένδυσης εξαρτάται από την επιτυχία της εμπορικής εκμετάλλευσης του αεροδρομίου και όχι από κάποια κρατική εγγύηση εσόδων. Η σύμβαση προβλέπει ειδικούς μηχανισμούς μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως γεγονότα ανωτέρας βίας ή συγκεκριμένες παρεμβάσεις του Δημοσίου.
Υποχρεωτικές εγγυήσεις και ασφαλιστικές καλύψεις
Για την προστασία του Δημοσίου, η σύμβαση δεν αρκείται στις γενικές δεσμεύσεις του επενδυτή. Προβλέπει εγγυητικές επιστολές, υποχρεωτικές ασφαλιστικές καλύψεις και συνεχή έλεγχο της πορείας των επενδύσεων. Επίσης, συνδέει ακόμη και την καταβολή ορισμένων ποσών με την πραγματική πρόοδο των έργων, ώστε να αποτρέπεται το ενδεχόμενο καθυστερήσεων ή απόκλισης από το συμφωνημένο επενδυτικό πρόγραμμα.
Τι συμβαίνει αν δεν τηρηθεί η σύμβαση
Η σύμβαση περιλαμβάνει και ένα αυστηρό πλαίσιο κυρώσεων. Εάν ο παραχωρησιούχος δεν υλοποιήσει τις επενδύσεις που έχει αναλάβει ή παρουσιάσει σημαντικές αποκλίσεις από το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα χωρίς να συντρέχουν αναγνωρισμένοι λόγοι καθυστέρησης, ενεργοποιούνται οι διαδικασίες που προβλέπει η σύμβαση για την αντιμετώπιση της αθέτησης. Οι καθυστερήσεις δεν αντιμετωπίζονται ως απλές τεχνικές εκκρεμότητες, αλλά μπορούν να εξελιχθούν σε συμβατικές παραβάσεις με σοβαρές συνέπειες.
Και μέτοχος το Δημόσιο
Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη παραχώρηση είναι ότι το Υπερταμείο αποκτά ποσοστό 10% στην εταιρεία παραχώρησης χωρίς αντάλλαγμα, διατηρώντας έτσι συμμετοχή στη μελλοντική πορεία της εταιρείας και δικαίωμα στα αντίστοιχα μερίσματα, εφόσον υπάρχουν. Με τον τρόπο αυτό το Δημόσιο δεν περιορίζεται στον ρόλο του παραχωρητή, αλλά συμμετέχει και στη μετοχική σύνθεση της εταιρείας που θα διαχειρίζεται το αεροδρόμιο.
Ένα μοντέλο που συνδέει τα έσοδα με την ανάπτυξη
Η φιλοσοφία της σύμβασης είναι ότι όσο αυξάνεται η δραστηριότητα του αεροδρομίου, τόσο αυξάνονται και τα οφέλη του Δημοσίου. Το κράτος εισπράττει το αρχικό τίμημα, συμμετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, λαμβάνει ετήσιες αμοιβές παραχώρησης και εξακολουθεί να διατηρεί την κυριότητα του αεροδρομίου. Από την άλλη πλευρά, ο παραχωρησιούχος αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις, να αναπτύξει το αεροδρόμιο και να διαχειριστεί τον επιχειρηματικό κίνδυνο της επένδυσης για τα επόμενα σαράντα χρόνια.
