Ο τίτλος εκφράζει με αμφισημία το περιεχόμενο του βιβλίου και το τέλος που συνδέεται με την αρχή προβληματίζει σχετικά με το τι ήταν ψέμα και τι αλήθεια. Τι έγινε στην πραγματικότητα και τι ονειρεύτηκε ο ήρωας. Τι μπορεί να είναι όνειρο και τι εφιάλτης.
Ο ήρωας, ο Ορέστης, ζει στο κέντρο της Αθήνας, στην Πλάκα. Με αφορμή μια ταβέρνα γίνεται αναφορά στον μύθο του Διογένη του κυνικού και στη διάσημη φράση του «Ψάχνω έναν άνθρωπο». Η φράση αυτή θα επανέλθει κατά την ολοκλήρωση της ιστορίας, προσδιορίζοντας το κεντρικό μήνυμα του βιβλίου.
Από την αρχή γνωρίζουμε ότι ο Ορέστης βρίσκεται αντιμέτωπος με τον θάνατο των γονιών του. Όχι με έναν οποιοδήποτε θάνατο αλλά με τον θάνατό τους στο σπίτι τους που κάηκε σχεδόν ολοσχερώς. Κι επί πλέον βρίσκεται κι αντιμέτωπος με τη φήμη ότι τη φωτιά την έβαλε ο πατέρας του για να εισπράξει την ασφάλεια. Είναι ποτέ δυνατόν;
Με νοσταλγική διάθεση διαβάζεται η ιστορία, καθώς ο ήρωας πηγαινοέρχεται από την παιδική του ηλικία στην ενήλικη ζωή του αναδεικνύοντας τη σχέση του με τους γονείς του. Δύο ανθρώπους αγαπητούς στο περιβάλλον τους, έτοιμους να δώσουν και να πάρουν αγάπη, αφού και μεταξύ τους μοιράζονται απεριόριστη αγάπη, την οποία δίνουν και στον γιο τους.
Ο Ορέστης θα μάθει από τον πρόξενο στην Πράγα, όπου είχε βρεθεί για διακοπές, για τον θάνατο των γονιών του. Εκεί θα γνωρίσει τη Συλβί, σε μια πραγματικά χαριτωμένη σκηνή όπου στην κοπέλα σκίζεται η τσάντα με τα πορτοκάλια που κουβαλάει και ο Ορέστης της μιλάει αγγλικά, ενώ είναι σίγουρος ότι δεν τον καταλαβαίνει καθώς οι περισσότεροι Τσέχοι μιλάνε γερμανικά για να αποδειχτεί τελικά ότι είναι Ελληνίδα.
Ονειρικά ξεκινάει η ιστορία με τον μικρό Ορέστη να συνομιλεί με τους «Βράχους», αφού είχε την τύχη να βλέπει τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης από το σπίτι του. Με τους βράχους αυτούς έφτιαχνε ιστορίες με ιππότες και περιπέτειες σίγουρος ότι πάντα θα έβγαιναν νικητές. Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία, πολεμούσαν, ψιθύριζαν, έδιναν συμβουλές και μετά τους καληνύχτιζε και κοιμόταν. Ένας εφιάλτης όμως θα τον ξυπνήσει και θα φωνάξει έντρομος τη μαμά του. Η μαμά του δεν θα τον αφήσει να διηγηθεί τι τον τρόμαξε καθώς το είχε για κακό να διηγηθεί κάποιος τον εφιάλτη του. Εξάλλου ήταν σίγουρη πως ο μικρός θα το είχε ξεχάσει με το πρωινό ξύπνημα.
Να ‘τος όμως ο εφιάλτης, μπροστά του σήμερα. Όνειρο ή πραγματικότητα; Ο αναγνώστης καλείται μόνος του να το ανακαλύψει ξεχωρίζοντας τις αλήθειες από τα ψέματα, όσο ωραία κι αν είναι.
Ένα μυθιστόρημα γεμάτο ιστορίες ανθρώπων που συναντήθηκαν με τους γονείς του, που οι ζωές τους κάποτε αλληλεπίδρασαν. Ενδιαφέροντες χαρακτήρες που ο καθένας προσθέτει κάτι στην ιστορία.
Γράφει ο συγγραφέας: «Ετούτες ήταν οι ιστορίες των ανθρώπων. Αληθινές πέρα για πέρα. Δεν έβγαζαν φτερά στους ώμους, δεν πετούσαν τριγύρω από τα κεφάλια τους, όμως ο Ορέστης το πίστευε τώρα με σιγουριά πως ήταν άγγελοι και όλη τους η χαρά ήταν να πουν μια κουβέντα, να πιουν ένα ποτήρι κρασί, να γελάσουν με την καρδιά τους για να παρηγορηθούν από τον θάνατο που παραμόνευε πίσω τους».
Γιατί οι ιστορίες μπορεί να είναι αληθινές πέρα για πέρα έστω κι αν κυοφορούν μερικά όμορφα ψέματα. Ποια όμως είναι άραγε αυτά. Όνειρο ή εφιάλτης; Ο Ορέστης θα έχει τον χρόνο να ανακαλύψει, ανακαλύπτοντας και τον εαυτό του, παρασύροντας σε ένα ταξίδι μνήμης τον αναγνώστη, μέσα από μικρές όμορφες στιγμές. Στιγμές που δεν τους δίνουμε αρκετή σημασία όταν τις ζούμε και αναγνωρίζουμε τη σημασία τους όταν πια μπορούμε να επανέλθουμε σε αυτές μόνο μέσα από τις αναμνήσεις μας. Όπως: «Οι Κυριακές του σπιτιού θαρρείς πως ρουφούσαν όλα τα χρώματα από τον ήλιο, τις μυρωδιές από το μαγειρευτό κρέας της κατσαρόλας ή τα ψητά του φούρνου, τους ήχους από τις φωνές των ανθρώπων τριγύρω που πλημμύριζαν την Πλάκα για την κυριακάτικη βόλτα τους… Οι Κυριακές της Πλάκας, αν δεν είναι καμβάς κάποιου λαϊκού ζωγράφου, μάλλον είναι κάποιο μυστικό τελετουργικό του Θεού».
Η γραφή παρασύρει σαν σε διήγηση σε προφορικό λόγο με τους συχνούς διαλόγους να κάνουν πιο ζωντανό το κείμενο.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Η αλήθεια είναι βαθιά κρυμμένη μέσα στις ψυχές μας. Στα όνειρά μας, στα παιδικά μας χρόνια, σε στιγμές -καλές και κακές- που συγκλονίζουν ολόκληρο το είναι μας. Έχει άλλοτε τη μορφή ενός ξαφνικού έρωτα ή ακόμα μπορεί να έχει τα μάτια μιας άψυχης μαριονέτας ή και το μεγάλο κόλπο ενός μάγου που ζητά απεγνωσμένα το χειροκρότημα του κοινού. Μπορεί, όμως να είναι και ο ίδιος ο θάνατος ή απλά να είναι ένας χορός. Ένας αχνιστός καφές. Ενα λουλούδι, ο ήχος μιας λατέρνας ή ακόμα μπορεί να είναι και στάχτες. Αποκαΐδια. Τα συντρίμμια μιας ολόκληρης ζωής. Ο Ορέστης θα τη ζήσει αυτήν την αλήθεια που θα αποκαλυφθεί μπροστά του, άλλοτε σαν να είναι η ίδια η Νέμεση και άλλοτε σαν Θείο δώρο. Οχι, δεν είναι μία η αλήθεια. Ποτέ δεν είναι μία η αλήθεια. Ούτε και πολλές αλήθειες υπάρχουν. Είναι πέπλα, που θαρρείς το ένα μετά το άλλο φεύγουν μπροστά από τα μάτια μας σαν να ξεθωριάζουν από τον καιρό που έμειναν μαζί μας και στο τέλος μάς αποκαλύπτουν τον απογυμνωμένο εαυτό μας σαν ένα μικρό παιδί που κλαίει με αναφιλητά, ξυπνώντας από ένα κακό όνειρο. Ομως, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν κακά όνειρα. Τα όνειρα είναι μόνο καλά. Διότι τα κακά όνειρα τα λέμε εφιάλτες!
Ο Γεώργιος B. Καϊάφας γεννήθηκε στην Πάτρα το 1967. Σήμερα, ζει κι εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε δημοσιογραφία – δημόσιες σχέσεις στο “ΙΕΚ-ΟΜΗΡΟΣ” αποφοιτώντας με άριστα. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνα και τηλεόραση ως αθλητικός συντάκτης. Είχε κάνει μαθήματα θεάτρου, κινησιολογίας και τραγωδίας για δύο χρόνια στο Θεατρικό Εργαστήρι Πετρούπολης. Συμμετείχε σε παραστάσεις σε περιοδεία που έκανε ο θίασος του εργαστηρίου ανά την Ελλάδα, σε μια διασκευή της κωμωδίας του Αριστοφάνη “Όρνιθες”, από τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Γιώργο Σουξέ, με τον τίτλο “Μια πόλη στα σύννεφα”. Είναι παντρεμένος με τη Γεωργία Αγγελοπούλου.
Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με τη συλλογή φωτογραφιών με θέμα την Αθήνα του 19ου αιώνα και την ίδια συλλογή κάνει για τη Μεσσηνία στις σελίδες του “Η Παληά Αθήνα” και “Μεσσηνία, Κάποτε” στο Facebook, ενώ αρθρογραφεί κυρίως στο blog του “vivlionet.blogspot.com”.
Το πρώτο του βιβλίο είχε τον τίτλο “Θαλάσματα” (άσματα της θάλασσας) (εκδόσεις Δωδώνη, 2010) και το δεύτερο τον τίτλο “Η αρχή του Καλού” (Δυάς εκδοτική, 2019)
Tου έχει απονεμηθεί τιμητικός έπαινος το 2008 από τον φιλολογικό σύλλογο “Παρνασσός” σε πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης για το έργο του “Καλησπέρα σου, ανθρωπότητα”.
