Δευτέρα, 02 Μαρτίου 2026 19:05

«Καλαμάτα, η πόλη με τα κηπάρια»

Γράφτηκε από τον

«Καλαμάτα, η πόλη με τα κηπάρια»

Του Ηλία Μπιτσάνη

Ο δημόσιος χώρος, η διαμόρφωση και η χρήση του χαρακτηρίζουν εποχές, χρήσεις και αντιλήψεις. Στοιχεία άλλοτε σταθερά και άλλοτε μεταβαλλόμενα συγκεντρώνουν το δημόσιο ενδιαφέρον. Τα τελευταία χρόνια οι «αναπλάσεις» στο δημόσιο απορροφούν μεγάλα ποσά αλλά τις περισσότερες φορές με προβληματικό αποτέλεσμα. Οι λόγοι πολλοί και διαφορετικοί και απασχολούν κατά περίπτωση την επικαιρότητα. Πολλές φορές γίνεται η σύγκριση με το παρελθόν από εκείνους που έχουν μνήμες παλαιότερων παρεμβάσεων, μέσω της οποίας επικρίνονται οι προχειρότητες της σημερινής εποχής και η απουσία μιας «κεντρικής ιδέας» για τη χρήση του δημόσιου χώρου.

Σε ένα βιβλίο που έγραψα και μπορεί να το βρει να το κατεβάσει και να το διαβάσει κάποιος ελεύθερα στο eleftheriaonline.gr, επιχειρείται μια επιστροφή στο παρελθόν και σε μια εποχή που καλύπτει ουσιαστικά τρεις δεκαετίες, στη διάρκεια της οποίας σταδιακά διαμορφώθηκε μια ενιαία «κηποτεχνική» εικόνα στην πόλη η οποία ακολουθούσε τη γαλλική σχολή της εντυπωσιακής αυστηρότητας και της ακρίβειας με τα κηπάρια στους ελεύθερους χώρους και μπορντούρες στους δρόμους. Δεν είναι ούτε η νοσταλγία, ούτε η διάθεση συγκρίσεων αλλά η ανάγκη να καταγραφεί η ιστορία αυτών των παρεμβάσεων που αποτελούν μέρος εκείνου που χαρακτηρίζουμε «συλλογική μνήμη» της πόλης.

Το αστικό πράσινο μπήκε από νωρίς στη συζήτηση, αναφέρεται ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ως ο εμπνευστής της πρώτης δενδροφύτευσης στο Φρούριο (Κάστρο) όταν υπηρετούσε ως Νομάρχης Μεσσηνίας γύρω στο 1914, η οποία όμως έγινε σε μεγάλη έκταση το 1925 επί δημαρχίας Σάλμα. Μικρή σε έκταση γύρω από την ιστορική πόλη η νεότερη την εποχή εκείνη, δεν διέθετε τους χώρους για τη δημιουργία μεγαλύτερων πλατειών μέχρι το μεσοπόλεμο. Από εκεί και ύστερα σταδιακά άρχισε να συνειδητοποιείται η ανάγκη, εξελίχθηκε μια περιπέτεια για τη δημιουργία της κεντρικής πλατείας και σχεδόν ταυτόχρονα ξεκίνησαν εκτεταμένες διαμορφώσεις των χώρων.

Τρία χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

- Η δημιουργία των κηπαρίων με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, σταδιακά και σε ολόκληρο τον άξονα από την Υπαπαντή μέχρι το λιμάνι, αλλά και τους ελεύθερους χώρους εκατέρωθεν αυτού του άξονα.

- Η εμφάνιση στα μέσα της δεκαετίας 1950-1960 του δενδροειδούς ιβίσκου στα πεζοδρόμια επίσης εκατέρωθεν αυτού του άξονα, αλλά και σε κάθετους δρόμους που έγινε «σήμα κατατεθέν για την πόλη.

- Η επαναλαμβανόμενη κατά καιρούς προσπάθεια για να μετατραπεί σε πάρκο ο χώρος στον οποίο τελικά δημιουργήθηκε το πάρκο σιδηροδρόμων, η οποία ξεκίνησε το 1937.

 Στο βιβλίο «Καλαμάτα, η πόλη με τα κηπάρια» γίνεται μια ιστορική αναδρομή για να τοποθετηθούν με χρονολογική σειρά τα κομμάτια της μεγάλης εικόνας στη θέση τους. Κομμάτια που απαθανατίζονται με βάση το φωτογραφικό υλικό που διασώζει ολόκληρα τα κηπάρια, θραύσματα από αυτά ή και λείψανα εκείνης της εποχής. Δεν υπάρχουν πάντα φωτογραφίες, οι περισσότερες είχαν ληφθεί για καρτ ποστάλ εποχής και από λίγους επισκέπτες, δυστυχώς τα «σεντούκια» δεν ανοίγουν εύκολα ενώ πολλά «πειστήρια» έχουν καταστραφεί ως άχρηστα σε εποχές που δεν δίναμε σημασία. Μετά τις φωτογραφίες ακολουθεί ένα κείμενο για τους δημιουργούς αυτών των παρεμβάσεων γιατί πίσω από κάθε «έργο» υπάρχουν και ένας ή περισσότεροι άνθρωποι. Και αμέσως μετά ένα κείμενο – γέφυρα γραμμένο από τον Γιάννη Λιοντήρη, πρώην διευθυντή Γεωτεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Καλαμάτας. Σε «πρώτο πρόσωπο» πιάνει το νήμα από την εποχή που η πόλη είναι σε μετάβαση, αναφέρεται στη γνωριμία του με τον σημαντική κηποτέχνη του Δήμου Κώστα Ορφανό και δίνει μια εικόνα για το έργο που είχε επιτελέσει, τον τρόπο που εργαζόταν, διαμόρφωνε και ανέπτυσσε τα κηπάρια. Και συνεχίζει μέχρι το σήμερα και τις αλλαγές που έχουν συμβεί.

Στα τέλη του 19ου αιώνα όταν γίνονται οι πρώτες απόπειρες οργάνωσης του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα, πραγματοποιούνται παρεμβάσεις που ακολουθούν τα πρότυπα της γαλλικής σχολής κηποτεχνίας. Αυτή η σχολή «υιοθετείται» καθώς αντανακλά τη λογική της τάξης και της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση. Χαρακτηρίζεται από την αυστηρή γεωμετρία και τη συμμετρία, οι κήποι σχεδιάζονται με ακρίβεια, ορίζονται στις πλευρές τους από ευθείες γραμμές και εσωτερικά παρουσιάζουν μια συμμετρία των τμημάτων στα οποία χωρίζονται. Οι θάμνοι και οι μπορντούρες διαμορφώνονται σε γεωμετρικά σχήματα, οριοθετούν αυστηρά τα εσωτερικά παρτέρια, τα οποία γεμίζουν με χαμηλά θαμνώδη φυτά και λουλούδια περίτεχνα τοποθετημένα. Χρησιμοποιούνται κεντρικοί άξονες στους μεγαλύτερους κήπους, η βλάστηση είναι ελεγχόμενη από τον άνθρωπο καθώς λουλούδια, θάμνοι και φράχτες υφίστανται σχολαστικό κλάδεμα. Το υδάτινο στοιχείο δίνει το παρόν με συντριβάνια και λίμνες που ακολουθούν και τονίζουν τη γεωμετρική διάταξη του χώρου. Πολλές φορές υπάρχουν και αγάλματα που έρχονται να τονίσουν τη γεωμετρική διάταξη αναλόγως τοποθετημένα. Η «αυστηρότητα» αυτή του δημόσιου χώρου συνδυάζεται με τα χαρακτηριστικά του νεοκλασσικισμού στο δομημένο χώρο, στα οποία κυριαρχούν η γεωμετρία, η συμμετρία, η απλότητα των γραμμών σε συνδυασμό με περίτεχνα στοιχεία στις όψεις και τα εξωτερικά στοιχεία των κτιρίων. Οργάνωση και έλεγχος στη θέση του ελεύθερου και άναρχου, είναι η φράση που θα μπορούσε να αποτυπώσει τα βασικά χαρακτηριστικά της γαλλικής σχολής κηποτεχνίας.

Τα πρώτα δείγματα της γαλλικής σχολής κηποτεχνίας έχουμε από την εποχή που μεταφέρεται στην Αθήνα η πρωτεύουσα της χώρας, τη δεκαετία του 1830. Τότε σχεδιάζεται η πλατεία Μουσών (Συντάγματος σήμερα) από τους αρχιτέκτονες Σταμάτη Κλεάνθη και Εντουαρντ Σάουμπερτ και αργότερα το σχέδιο τροποποιείται από τον Βαυαρό αρχιτέκτονα Λεον Φον Κλέτσε, ως ένας χώρος με κήπους μπροστά από τα Ανάκτορα (Βουλή σήμερα). Σταδιακά αρχίζουν να διαμορφώνονται με αυτόν τον τρόπο και οι πλατείες μακριά από την Αθήνα. Ενδεικτικά η Πλατεία στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας στις αρχές του 20ου αιώνα . Το κηπάριο της Αγίας Σοφίας στην Θεσσαλονίκη που διαμορφώθηκε αμέσως τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Αργότερα και κυρίως τη δεκαετία του 1930 δημιουργούνται πλατείες με αυτά τα χαρακτηριστικά σε επαρχιακές πόλεις όπως η Κόρινθος και η Καβάλα. Μια τάση που συνεχίστηκε και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια όπως η πλατεία Δαβάκη στην Καλλιθέα αλλά και σε μικρότερες πόλεις όπως η Μεσσήνη. Ολες αυτές οι παρεμβάσεις στο βιβλίο απαθανατίζονται σε φωτογραφίες και καρτ ποστάλ εποχής.

Στην Καλαμάτα αυτή η εποχή αρχίζει από το 1936, όταν γίνεται η πρώτη παρέμβαση που ήταν τα παρτέρια στην πλατεία Σιδηροδρομικού Σταθμού και ολοκληρώνονται το 1959 με τα κηπάρια… μέσα στο Σιδηροδρομικό Σταθμό. Στο διάστημα αυτό τα κηπάρια απλώνονται στους δημόσιους χώρους, ακόμη και σε πλατείες εκκλησιών, κατά μήκος του κεντρικού άξονα βορρά – νότου, δημιουργώντας ένα μοναδικό ίσως φαινόμενο σε όλη τη χώρα. Οι χώροι αυτοί νοητά συνδέονται μεταξύ τους με μια διάταξη από παρτέρια που φτάνουν μέχρι και την Κρήτης. Στο διάστημα αυτό αποκτάται από το δήμο στη σημερινή της έκταση, αλλάζει μορφή και διαμορφώνεται στο σύνολό της η κεντρική πλατεία. Αυτό το ξεχωριστό χαρακτηριστικό διαμόρφωσης του δημόσιου χώρου στην πόλη «σπάζει» και ανατρέπεται στη συνέχεια το 1973. Η πλατεία αλλάζει διαμόρφωση, αποκτά συνέχεια σε όλη της την έκταση και αρχίζει το τέλος της «πόλης με τα κηπάρια».

*Κείμενο διαμορφωμένο με βάση τα εισαγωγικά στοιχεία του βιβλίου που υπάρχει δωρεάν στο https://eleftheriaonline.gr/local/politismos/history/item/350182-kalamata-i-poli-me-ta-kiparia-neo-e-book-apo-ton-ilia-bitsani