Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2026 21:28

Ιστορία της Μεσσηνίας: Από το Βαλτέτσι μέχρι τις Καλτεζές

Γράφτηκε από τον

Ιστορία της Μεσσηνίας: Από το Βαλτέτσι μέχρι τις Καλτεζές

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Μετά την απελευθέρωση της Καλαμάτας οι δυνάμεις των εξεγερμένων χωρίστηκαν. Οι Μαυρομιχαλαίοιμε τους Μανιάτες και οι Αρκάδιοι με τους Ντρέδες κατευθύνθηκαν για το Νιόκαστρο και τα φρούρια της Κορώνης και της Μεθώνης. Ο Κολοκοτρώνης είχε βάλει ως κύριο στόχο της Επανάστασης την κατάληψη της Τριπολιτσάς.Στην κίνησή του προς τα ενδότερα του Μοριά, ο Κολοκοτρώνης είχε στο πλευρό τουτον Ηλία Μαυρομιχάλη, τον Αναγνωσταρά και τον Παπαφλέσσα. Ο κλοιός των επαναστατημένων γύρω από την πρωτεύουσα του Μοριά άρχισε να σχηματίζεται. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για την πολιορκία της Τριπολιτσάς, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης οργάνωσε στρατόπεδα στα υψώματα γύρω από την πόλη. Στα μέσα Απριλίου οχύρωσε τέσσερις λόφους δίπλα από το Βαλτέτσι.

Κι ενώ οι Έλληνες πολιορκούσαν τους Τούρκους στον Ακροκόρινθο και στην Τριπολιτσά, ο Τούρκος διοικητής του Μοριά, Χουρσίτ πασάς βρισκόταν στα Γιάννενα πολεμώντας τον «ανυπάκουο» Αλή-πασά. Ο Χουρσίτανησυχώντας για τα διαδραματιζόμενα, λόγω της εξέγερσης στον Μοριά και τη Στερεά Ελλάδα, απέστειλε ισχυρό στράτευμα υπό τον Κιοσέ Μεχμέτ για να διαλύσει τους επαναστατημένους.

Ο Κιοσέ Μεχμέτ χώρισε το στρατό του σε δυο τμήματα. Το ένα με επικεφαλής τον ίδιο και τον Ομέρ Βρυώνη κατευθύνθηκε στην ανατολική Στερεά Ελλάδα και το άλλο με τον κεχαγιάμπεη Μουσταφά ή Μουσταφά-μπέη και 3.500 Αλβανούς στη δυτική. Και τα δυο στρατεύματα, αφού θα κατάπνιγαν κάθε επαναστατική εστία στον δρόμο τους, είχαν τελικό προορισμό τους την Τριπολιτσά.

Μετά τη συνδυασμένη κάθοδο των Τούρκων στη Ρούμελη υπό τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ-Μεχμέτ πασά σε μια άνιση μάχη στις 23 Απριλίου 1821, στη γέφυρα της Αλαμάνας, κατάφεραν να συλλάβουν και να εκτελέσουν την επόμενη ημέρα στη Λαμία, τον Αθανάσιο Διάκο. Μετά τον θάνατο του Διάκου η κατάσταση έγινε κρίσιμη. Ο Ομέρ Βρυώνης πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να προσεταιρισθεί μισθοφορικά Έλληνες αρματωλούς για την καταστολή της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, δεν κατευθύνθηκε τότε στον Ισθμό. Αναζήτησε τον παλιό γνώριμό του, από το αρματωλίκι που του είχε παραχωρήσει ο Αλή πασάς, Οδυσσέα Ανδρούτσο. Μετά την αποστασία του Αλή πασά, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε εγκαταλείψει το αρματωλίκι του και πήγε στα Επτάνησα. Κατά τη διάρκεια του ξεσηκωμού βρισκόταν στην Πάτρα και με πλοίο πέρασε στο Γαλαξίδι όπου συναντήθηκε με τον Γκούρα. Ο Ομέρ Βρυώνης του ζήτησε να συναντηθούν στη Γραβιά και έταξε στον Ανδρούτσο, σε περίπτωση συνεργασίας τους, την οπλαρχηγία ολόκληρης της ανατολικής Ελλάδας. Ο Ομέρ Βρυώνης σκόπευε, μετά τη συνάντησή τους, να περάσει στον Μοριά από το Γαλαξίδι, αντί από τον Ισθμό. Ο Ανδρούτσος όμως, μαζί με τους Δυοβουνιώτη, Πανουργιά καιΚοσμά Σουλιώτη αποφάσισαν να δράσουν.

Ο Ομέρ Βρυώνης, στις 7 Μαΐου, αφήνοντας πίσω του τον Κιοσέ Μεχμέτ με εννέα χιλιάδες στρατιώτες, κατευθύνθηκε στη Γραβιά. Ο Ανδρούτσος είχε ταμπουρωθεί στο χάνι. Οι άλλοι οπλαρχηγοί στις δυο πλευρές του δρόμου. Φθάνοντας οι Τουρκαλβανοί σκόρπισαν τους λιγοστούς Έλληνες που βρίσκονταν στον δρόμο και κατευθύνθηκαν στο χάνι. Μετά την άρνηση του Ανδρούτσου για συνεργασία και τον φόνο του απεσταλμένου δερβίση από τον ίδιο τον Ανδρούτσο, η μάχη ξεκίνησε. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν ο θριαμβευτής. Αφού σκότωσαν τριακόσιους Τούρκους, λίγο πριν φθάσουν ενισχύσεις με κανόνια, ο Ανδρούτσος, ο Γκούρας και οι άνδρες τους αποχώρησαν τα μεσάνυχτα κι εξαφανίστηκαν στο σκοτάδι. Την επόμενη ημέρα το χάνι ισοπεδώθηκε. Η αξία αυτής της μάχης στην Γραβιά ήταν μεγάλη για την εξέλιξη του αγώνα, αφού αφ’ ενός, κλόνισε το ηθικό των Τούρκων, αφ’ ετέρου, καθυστέρησε την κάθοδο στην Πελοπόννησο μιας πολύ ισχυρής στρατιωτικής δύναμης.

Από τη δυτική πλευρά, ο Μουσταφά-μπέης ξεκίνησε από τα Γιάννενα και κατά την κάθοδό του προς την Τριπολιτσά εξόντωσε όποια επαναστατική εστία βρήκε μπροστά του. Χωρίς απώλειες, έφτασε στο Αντίρριο και από εκεί στον Μοριά. Πέρασε από την Πάτρα και στις 15 Απριλίου ανακατέλαβε τη Βοστίτσα. Την κατάληψη της πόλης ακολούθησαν σφαγές και δηώσεις. Παρακάμπτοντας τα Καλάβρυτα, έφτασε στην Κόρινθο, λύνοντας την πολιορκία στον Ακροκόρινθο και αφού ενίσχυσε την εκεί φρουρά, πέρασε στα Δερβενάκια. Κατέβηκε στο Άργος, λύνοντας και εκεί την πολιορκία και ερημώνοντας την περιοχή μπήκε θριαμβευτικά στην Τριπολιτσά στις 6 Μαΐου του 1821. Φαίνεται όμως ότι ο Κολοκοτρώνης σκόπιμα τον άφησε να μπει στην πόλη ανενόχλητος, αφού προτιμούσε να έχει όλους τους αντιπάλους του συγκεντρωμένους μέσα σ’ αυτήν.

Από τα τέλη Μαΐου, ο Κολοκοτρώνης εφαρμόζοντας το σχέδιό του εγκατέστησε στρατόπεδα περιμετρικά της Τριπολιτσάς αρχίζοντας ουσιαστικά την πολιορκία της. Κύριο στρατόπεδό του ήταν το «ορδί» του στους Αγίους Θεοδώρους στα Τρίκορφα. Άλλα στρατόπεδα ήταν αυτό του Αγίου Βλάση που είχε καταλάβει στις 24 Μαΐου, στη Θάνα μετά και τη νίκη τους εκεί, στις 5 Ιουνίου, στις Ρίζες, στου Βερσοβά, στο Στενό και στα Τσίπιανα. Η τροφοδοσία των αγωνιστών γινόταν με τη φροντίδα των κατοίκων της περιοχής ενώ το μπαρούτι ήταν προσφορά των κατοίκων της Δημητσάνας που με τους αδελφούς Σπηλιωτόπουλους και ελάχιστα μέσα δούλευαν νυχθημερόν παράγοντας περίπου 500 οκάδες πυρίτιδας την ημέρα. Για τα βόλια έπαιρναν το μολύβι από τις σκεπές των τζαμιών και για τα φυσίγγια το χαρτί από τα βιβλία των μοναστηριών και της βιβλιοθήκης της Δημητσάνας. Για να σφίξουν την πολιορκία «έκοψαν» το νερό από τους Κήπους και τους Μύλους. Ο Δημήτριος Υψηλάντης είχε φτάσει στον Μοριά στα μέσα Ιουνίου. Στις 12 Ιουνίου, έφθασε στα Τρίκορφα επιστολή του από την Ύδρα που πληροφορούσε τους αγωνιστές για την επικείμενη άφιξή του στον Μοριά. Ο Κολοκοτρώνης και πολλοί οπλαρχηγοί αναχώρησαν για να υποδεχθούν τον πρίγκηπα στο Άστρος. Στους Αγίους Θεοδώρους έμεινε αρχηγός ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Οι πολιορκημένοι Τούρκοι προσπάθησαν να αρπάξουν την ευκαιρία λόγω της απουσίας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και των άλλων και επιτέθηκαν στους Αγίους Θεοδώρους. Όμως ο Πάνος με τους άνδρες του και τον παπά Δημήτρη από του Τετέμπεη, τα κατάφερε τρέποντας τους Τούρκους σε φυγή. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης συνάντησε τον πατέρα του και τον Δημήτριο Υψηλάντη στα Βέρβενα.

Το στρατόπεδο στο Βαλτέτσι ήταν μια μεγάλη απειλή για τον κεχαγιάμπεη Μουσταφά. Ο Τούρκος αποφάσισε να κινηθεί εναντίον του με ισχυρές δυνάμεις και αφού σκορπίσει τους επαναστατημένους, να κατέβει στη Μεσσηνία και τη Λακωνία για να καταστείλει κι εκεί την Επανάσταση. Στα κλειστά ταμπούρια που κατασκευάστηκαν στο Βαλτέτσι, ήταν οχυρωμένοι από τις 10 Μαΐου οι Κυριακούλης και Ηλίας Μαυρομιχάλης, ο Αναγνωσταράς, ο Μητροπέτροβας, ο Παπατσώνης, οι Φλεσσαίοι, οι Μπουραίοι κ.ά. Τη γενική επίβλεψη της περιοχής και τον συντονισμό των στρατοπέδων είχε ο Κολοκοτρώνης που κινιόταν συνεχώς μεταξύ Πιάνας, Χρυσοβιτσίου και Βαλτετσίου. Πράγματι στις 12 Μαΐου πέντε ισχυρά στρατιωτικά σώματα βγήκαν από την Τριπολιτσά με στόχο το Βαλτέτσι αλλά και γειτονικά ελληνικά στρατόπεδα. Το μεσημέρι ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι και ο Πλαπούτας από την Πιάνα επιτέθηκαν και ανακούφισαν τους αμυνόμενους. Το ίδιο βράδυ έφθασαν ενισχύσεις από τους Γιατράκο, Βαρβιτσιώτη, Κονδάκη, Αντ. Μαυρομιχάλη ενώ ο Κολοκοτρώνης έσπασε τον κλοιό και πήγε τρόφιμα και πολεμοφόδια στα ταμπούρια. Την επόμενη ημέρα η μάχη συνεχίστηκε με την ίδια σκληρότητα και ενώ κατέφθαναν κι άλλες ενισχύσεις από τα Βέρβενα με τον Νικήτα Σταματελόπουλο και τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, οι Τούρκοι οπισθοχώρησαν άτακτα. Μετά 23 ώρες σκληρής μάχης ο κεχαγιάμπεης διέταξε υποχώρηση ενώ ταυτόχρονα ο Κολοκοτρώνης γενική αντεπίθεση. Οι Τούρκοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή πετώντας τα όπλα και τις σημαίες τους. Τέσσερις χιλιάδες τουφέκια, τέσσερα κανόνια και δεκαοκτώ σημαίες έπεσαν στα χέρια των επαναστατών. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης γράφει για τη μάχη:

«Αυτή η ένδοξος νίκη ήταν η κρίσις της Ελληνικής Επαναστάσεως και εις αυτήν χρεωστείται η ανεξαρτησία της πατρίδος καθ’ ότι ενεθάρρυνε και εμψύχωσε τους Έλληνας».

Ο ταπεινωμένος κεχαγιάμπεης Μουσταφά, αφού δεν κατάφερε να περάσει στη Μεσσηνία, μετά μόλις πέντε ημέρες αποφάσισε να εκστρατεύσει κατά του ελληνικού στρατοπέδου στα Βέρβενα. Όμως κι εκεί αλλά και στα Δολιανά αναγκάστηκε να υποχωρήσει μπροστά στο πάθος και την αποφασιστικότητα των επαναστατών και ιδίως του Νικηταρά, που κυνηγώντας τους στα Δολιανά ονομάστηκε και Τουρκοφάγος. Ο κλοιός των επαναστατών γύρω από την Τριπολιτσά γινόταν πλέον αισθητός. Στις 24 Μαΐου, οι επαναστατημένοι Μοραΐτες με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη νίκησανκαι στον Άγιο Βλάση της Τριπολιτσάς.

Μετά την απόκρουση της επίθεσης των ισχυρών τουρκικών δυνάμεων του κεχαγιάμπεη Μουσταφά στο Βαλτέτσι στις 12 και 13 Μαΐου καθώς και λίγες ημέρες αργότερα τις ελληνικές νίκες στα Βέρβενα, τα Δολιανά και τον Άγιο Βλάσση, αποτράπηκε η κάθοδος των Τούρκων στη Μεσσηνία και τη Λακωνία.

Καθώς όμως η Επανάσταση εξαπλωνόταν, ανέκυπτε το ζήτημα της διοικητικής οργάνωσής της. Με πρωτοβουλία της «Μεσσηνιακής Συγκλήτου» έγινε προσπάθεια για σύγκλιση μιας γενικής συνέλευσης όλων των επαναστατημένων στη Μονή του Αγίου Νικολάου στις Καλτεζές. Όμως, μετά την υπαναχώρηση των νησιωτών της Ύδρας και των Σπετσών, η σχεδιαζόμενη γενική συνέλευση μετατράπηκε σε Πελοποννησιακή Σύνοδο. Στις 26 Μαΐου, υπό την προεδρία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, οι πρόκριτοι εξέδωσαν την παρακάτω πράξη:

 

‘Αριθμ.Α΄. 


ΠΑΤΡΙΣ
Η γενική ευταξία των υποθέσεων της πατρίδος μας Πελοποννήσου, και η αισία έκβασις του προκειμένου ιερού αγώνος περί της σεβαστής ελευθερίας του Γένους μας, επειδή και αναγκαίως απήτουν την γενικήν συνέλευσιν και σκέψιν, συνηθροίσθημεν επί τούτου οι υπογεγραμμένοι από μέρους των επαρχιών μας, έχοντες και την γνώμην και όλων των απόντων μελών, κατά την σεβαστήν Μονήν των Καλτεζιών, κατ’ εύλογον κοινήν ημών γνώμην και απόφασιν, και όλων των απόντων, εκλέξαντες τους φιλογενεστάτους Κυρίους τόν τε άγιον Βρεσθένης Θεοδώρητον, Σωτήριον Χαραλάμπου, Αθανάσιον Κανακάρην, Αναγνώστην Παπαγιαννόπουλον, Θεοχαράκην Ρέντην και Νικόλαον Πονηρόπουλον, καθ' υπακοήν και συγκατάνευσιν και αυτών εις την κοινήν ημών ταύτην πρότασιν, τους διορίζομεν, δια να παρευρίσκωνται μετά του ενδοξοτάτου κοινού αρχιστρατήγου μας Π. Μαυρομιχάλη, και πάντες οι άνωθεν επέχοντες την Γερουσίαν όλου του Δήμου των επαρχιών της Πελοποννήσου, προηγουμένου της ενδοξότητός του, να συσκέπτωνται, προβλέπωσι και διοικώσι, και κατά το μερικόν και κατά το γενικόν, απάσας τας υποθέσεις, διαφοράς, και παν ό,τι συντείνει εις την κοινήν ευταξίαν, αρμονίαν, εξοικονομίαν τε και ευκολίαν του ιερού αγώνος μας καθ' όποιον τρόπον η θεία Πρόνοια τους φωτίση και γνωρίσωσιν ωφέλιμον, έχοντες κατά τούτο κάθε πληρεξουσιότητα, χωρίς να ημπορή τις ν' αντιτείνη, ή να παρακούη εις τα νεύματα και διαταγάς των και τούτο το υπούργημά των και η ημετέρα εκλογή θέλει διατρέξει και θέλει έχει το κύρος μέχρι της αλώσεως της Τριπολιτζάς και δευτέρας κοινής σκέψεως. Και περί μεν της από μέρους των ειλικρινούς, απαθούς, και μετά της δυνατής επιμελείας και σκέψεως εις το άνωθεν υπούργημά των εξακολουθίας, καθώς και της από το μέρος ημών τε και όλων των απόντων υπακοής και άνευ τινός ανθιστάσεως, προφασιολογίας και αναβολής της εξακολουθίας και ενεργείας των νευμάτων και διαταγών των, ελάβομεν αμφότερα τα μέρη τον προσήκοντα όρκον ενώπιον του Υψίστου Θεού εν βάρεισυνειδότος και της τιμής μας. Και ούτως επεδόθη αυτοίς το παρόν ενυπόγραφοναποδεικτικόν και κυρωτικόν γράμμα μας.


1821,Μαΐου26.

Ακολουθούνυπογραφές των συμμετεχόντων


(Έλους Άνθιμος, Παναγιώτης Κρεββατάς, Δημήτριος Καραμάνος, Παναγιώτης Ζαριφόπουλος, Αθανάσιος Γρηγοριάδης, Αθανάσιος Κωνστ. Κυριακός, Πέτρος Σαλαμόνος, Μανώλης Μελετόπουλος, Μιχάλης Κομητάς, Βασίλειος Σακελλαρίου, Αναγνώστης παπαγιοργίου, Νικόλαος Πετμεζάς και αδελφί μου, Κοσταντής Χρησαντακόπουλοςκε αδελφή, Δημήτρης Μέλιος μετά των λοιπών Καπετανέων Αρκαδίας, Ο Πρωτοσύγκελος Αμβρόσιος του Αγίου Χριστιανουπόλεως, Κανέλλος Δεληγιάννη, Νικόλαος Ταμπακόπουλος, Δημήτριος παπαΤζόνη, Κωνστ. Ζαφιρόπουλος, Νικόλαος Σπυλιοτόπουλος, Παναγιώτης Μερίκας, Θεοδωράκης Πουλώπουλως, Παναγιώτης Γαλόπουλος, Σακελάριος παπαΦότου, Γεώργιος Αγαλόπουλος, Αναγνώστης Τζηορτζάκης, Νικόλαος Παλλαδάς, Αθανάσιος Κυριακός, Ρήγας Παλαμήδης, Παπαπαναγιώτης παπαλεξίου).

 

Η νέα επιτροπή που προέκυψε, διαδεχόμενη τη «Μεσσηνιακή Σύγκλητο», ήταν η «Γερουσία της Πελοποννήσου». Αυτή εκτός του συντονιστικού ρόλου για τη συνέχιση του Αγώνα και την εφαρμογή ενός φορολογικού συστήματος για τη συντήρησή του, ήταν και μια προσπάθεια των προκρίτων να προλάβουν να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους, πριν την άφιξη του Δημήτριου Υψηλάντη, αδελφού του διορισμένου από τις κεφαλές της Αρχής επικεφαλής του αγώνα, Αλέξανδρου Υψηλάντη. Όμως σ’ αυτή τη διοικητική πράξη είναι ξεκάθαρη η πρόθεση όλων για την άλωση της Τριπολιτσάς αφού άλλωστε η τύχη της είχε κριθεί στο Βαλτέτσι και η ζωή σ’ αυτή, λόγω του αποκλεισμού, ολοένα και δυσκόλευε.

[Φωτογραφία: Η σφραγίδα της Πελοποννησιακής Γερουσίας και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου]