Κάθε καλοκαίρι ακούμε ότι ο ελληνικός τουρισμός καταρρίπτει νέο ρεκόρ. Οι αφίξεις αυξάνονται, τα αεροδρόμια γεμίζουν, τα ξενοδοχεία εμφανίζουν υψηλές πληρότητες και τα συνολικά έσοδα της χώρας ανεβαίνουν χρόνο με τον χρόνο.
Το 2025 ο ξενοδοχειακός κλάδος κατέγραψε έσοδα που ξεπέρασαν τα 12,3 δισεκατομμύρια ευρώ, συμβάλλοντας σημαντικά στην ελληνική οικονομία και στηρίζοντας περισσότερες από 350.000 θέσεις εργασίας.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί εύλογα την εντύπωση ότι όλες οι τουριστικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν μεγάλα κέρδη. Η πραγματικότητα όμως είναι αρκετά διαφορετική.
Ο μεγάλος τζίρος δεν σημαίνει μεγάλο κέρδος
Ένα ξενοδοχείο ή ένα κατάλυμα μπορεί να παρουσιάζει υψηλό κύκλο εργασιών, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης του αποκομίζει αντίστοιχο οικονομικό όφελος.
Στη σύγχρονη τουριστική αγορά, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων απορροφάται από τα καθημερινά λειτουργικά έξοδα. Μισθοδοσία προσωπικού, ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, προμήθειες, συντηρήσεις, ασφαλιστικές εισφορές, φόροι, δημοτικά τέλη, λογιστικά έξοδα, ασφάλειες, διαφήμιση και προμήθειες στις πλατφόρμες κρατήσεων αποτελούν έναν συνεχώς αυξανόμενο λογαριασμό.
Υπολογίζεται ότι το 85% έως και το 95% των συνολικών εσόδων επιστρέφει ξανά στα λειτουργικά έξοδα, αφήνοντας ένα καθαρό περιθώριο κέρδους που στις περισσότερες περιπτώσεις κυμαίνεται μόλις μεταξύ 5% και 15%.
Αυτό σημαίνει ότι ένας υψηλός τζίρος δεν συνεπάγεται απαραίτητα και υψηλή κερδοφορία. Μια τουριστική επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει σημαντικές εισπράξεις κατά τη διάρκεια της σεζόν, όμως το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρημάτων χρησιμοποιείται για να καλύψει τις καθημερινές της υποχρεώσεις. Το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα εξαρτάται από την αποτελεσματική διαχείριση των εξόδων, την πληρότητα της μονάδας και τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου. Για τον λόγο αυτό, η πραγματική οικονομική εικόνα μιας επιχείρησης δεν αποτυπώνεται μόνο στον κύκλο εργασιών της, αλλά κυρίως στο καθαρό κέρδος που παραμένει μετά την κάλυψη όλων των λειτουργικών δαπανών.
Ένα απλό παράδειγμα
Ας υποθέσουμε ότι ένα μικρό τουριστικό κατάλυμα πραγματοποιεί ετήσιο τζίρο 100.000 ευρώ.
Από αυτό το ποσό περίπου.
• Μισθοδοσία προσωπικού 25.000 €
• Ηλεκτρικό ρεύμα, νερό και καύσιμα 13.000 €
• Προμήθειες πλατφορμών κρατήσεων (Booking , Airbnb κ.ά.) 19.000 €
• Προμήθειες, καθαριστικά και αναλώσιμα 8.000 €
• Συντηρήσεις και επισκευές 6.000 €
• Ασφαλιστικές εισφορές, φόροι και δημοτικά τέλη 17.000 €
• Λογιστικά, ασφάλειες, διαφήμιση και λοιπά λειτουργικά έξοδα 6.000 €
• Ετήσια αποπληρωμή επιχειρηματικού δανείου 50.000 € περίπου 6.800 €
• Ετήσιες επενδύσεις και αντικατάσταση εξοπλισμού (στρώματα, λευκά είδη, κλιματιστικά, ηλεκτρικές συσκευές, έπιπλα, βαψίματα και μικρές ανακαινίσεις) περίπου 5.000 €
Συνολικά ετήσια έξοδα, περίπου 105.800 ευρώ.
Με άλλα λόγια, παρότι η επιχείρηση εμφανίζει τζίρο 100.000 ευρώ, οι συνολικές υποχρεώσεις της μπορεί να ξεπερνούν τα 105.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι, σε μια δύσκολη χρονιά, όχι μόνο δεν παρουσιάζει κέρδος, αλλά μπορεί να εμφανίσει και ζημία, πριν ακόμη ο επιχειρηματίας αμειφθεί για τη δική του εργασία.
Το παράδειγμα αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι ο τζίρος δεν είναι το κέρδος. Είναι τα συνολικά χρήματα που εισπράττει μια επιχείρηση, από τα οποία πρέπει να καλυφθούν όλες οι λειτουργικές δαπάνες, οι υποχρεώσεις προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, οι δανειακές υποχρεώσεις, καθώς και οι επενδύσεις που απαιτούνται κάθε χρόνο για να παραμείνει το κατάλυμα ανταγωνιστικό.
Η καθημερινότητα πίσω από τη βιτρίνα
Ο επισκέπτης βλέπει ένα καθαρό δωμάτιο, ένα χαμογελαστό προσωπικό και ποιοτικές υπηρεσίες.
Ο επιχειρηματίας όμως βλέπει καθημερινά λογαριασμούς που αυξάνονται.
Η έλλειψη προσωπικού οδηγεί σε υψηλότερους μισθούς. Το ενεργειακό κόστος παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Οι πρώτες ύλες έχουν ακριβύνει, ενώ κάθε χρόνο απαιτούνται νέες επενδύσεις για ανακαινίσεις, τεχνολογικό εξοπλισμό και αναβάθμιση των υπηρεσιών.
Παράλληλα, οι ταξιδιώτες έχουν πλέον πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις. Αναμένουν άριστη εξυπηρέτηση, σύγχρονες εγκαταστάσεις και υψηλή ποιότητα υπηρεσιών, χωρίς πάντοτε να είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν υψηλότερες τιμές.
Οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες άλλαξαν την αγορά
Οι μεγάλες πλατφόρμες κρατήσεων βοήθησαν σημαντικά στην προβολή των ελληνικών καταλυμάτων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ταυτόχρονα όμως αύξησαν και την εξάρτηση πολλών επιχειρήσεων από αυτές.
Οι προμήθειες που καταβάλλονται για κάθε κράτηση μειώνουν το τελικό καθαρό αποτέλεσμα, ενώ ο έντονος ανταγωνισμός πιέζει συνεχώς τις τιμές.
Οι μικρές επιχειρήσεις δίνουν τη μεγαλύτερη μάχη
Οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες διαθέτουν οικονομίες κλίμακας και μεγαλύτερες δυνατότητες χρηματοδότησης.
Αντίθετα, οι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις λειτουργούν συνήθως λίγους μήνες τον χρόνο, αλλά έχουν υποχρεώσεις ολόκληρο το έτος.
Για πολλούς ιδιοκτήτες, η τουριστική περίοδος δεν αρκεί για να καλύψει όλες τις ανάγκες της επιχείρησης και να δημιουργήσει το εισόδημα που φαντάζεται ο περισσότερος κόσμος.
Τι χρειάζεται να αλλάξει
Ο ελληνικός τουρισμός δεν χρειάζεται μόνο περισσότερους επισκέπτες.
Χρειάζεται κυρίως πιο βιώσιμες επιχειρήσεις.
Το κράτος μπορεί να συμβάλει με λιγότερη γραφειοκρατία, σταθερό φορολογικό πλαίσιο, περισσότερα χρηματοδοτικά εργαλεία και ουσιαστικά κίνητρα για ενεργειακή αναβάθμιση και ψηφιακό εκσυγχρονισμό.
Η τοπική αυτοδιοίκηση οφείλει να προστατεύει το φυσικό περιβάλλον, να διατηρεί καθαρές τις τουριστικές περιοχές, να αναδεικνύει τον πολιτισμό κάθε τόπου και να συνεργάζεται στενά με τους επαγγελματίες για έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό.
Παράλληλα, οι ίδιες οι επιχειρήσεις πρέπει να επενδύσουν στην ποιότητα, στην τεχνολογία, στη μείωση του ενεργειακού κόστους και στη δημιουργία πιστών πελατών, ώστε να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τις μεγάλες πλατφόρμες κρατήσεων.
Το μεγάλο στοίχημα
Η Ελλάδα διαθέτει όλα όσα αναζητά ο σύγχρονος επισκέπτης: φυσική ομορφιά, ιστορία, πολιτισμό, φιλοξενία και μοναδικές εμπειρίες.
Το πραγματικό στοίχημα όμως δεν είναι να σπάμε κάθε χρόνο νέο ρεκόρ αφίξεων.
Είναι να δημιουργήσουμε έναν τουρισμό που θα εξασφαλίζει αξιοπρεπή κερδοφορία στις επιχειρήσεις, σταθερές θέσεις εργασίας στους εργαζομένους και ουσιαστική ανάπτυξη στις τοπικές κοινωνίες.
Γιατί η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού δεν μετριέται μόνο από τα δισεκατομμύρια των εσόδων ή τον αριθμό των επισκεπτών.
Μετριέται κυρίως από το αν ο άνθρωπος που επενδύει, εργάζεται και στηρίζει καθημερινά αυτή τη βιομηχανία μπορεί στο τέλος της χρονιάς να αισθάνεται ότι ανταμείφθηκε δίκαια για τον κόπο και το ρίσκο που ανέλαβε.
* Ο Ιωάννης Νικητόπουλος είναι πρώην Διευθυντής Τραπεζικού Φορέα, Πιστοποιημένος Σύμβουλος Χρηματοδοτήσεων, Πιστοποιημένος Επενδυτικός Σύμβουλος, Σύμβουλος Ακινήτων AiSpiti.
