«Ο μεν δειλός της πατρίδος, ο δε φιλόδοξος της πατρώας ουσίας εστί προδότης».
Αυτή η φράση του Σωκράτη αποτελεί κοινωνικό θεμέλιο αφού ορίζει ότι η δειλία για την πατρίδα αλλά και η φροντίδα μόνο για την ιδιόκτητη περιουσία είναι ταυτόσημες με την προδοσία.
Στον μεγάλο ξεσηκωμό του 1821, δεν συμφωνούσαν όλοι οι Έλληνες με την Επανάσταση. Υπήρξαν κάποιοι, που όπως πάντοτε υπάρχουν και θα υπάρχουν, που δείλιασαν, έβαλαν πάνω από το κοινό καλό, το προσωπικό συμφέρον και θέλοντας να τα έχουν καλά με τους Τούρκους, συμμάχησαν μ’ αυτούς. Ένας τέτοιος, πλούσιος Έλληνας, ο πρόκριτος της Τριπολιτσάς Σωτηράκης ή Σωτήρος Κουγιάς, από συμφέρον και δειλία πρόδωσε το όραμα και τα ιδανικά της απελευθέρωσης που φώλιαζε στις καρδιές των συμπατριωτών του. Η οθωμανική διοίκηση τον είχε ορίσει κοτσάμπαση στην Τριπολιτσά κι αυτός δεν ήθελε να χάσει τα κέρδη του. Η σημερινή πρωτεύουσα της Αρκαδίας, που είχε ιδρυθεί περίπου τον 14ο αιώνα, στη θέση τριών παλιότερων, ερειπωμένων οικισμών, της Μαντίνειας, της Τεγέας και του Παλλαντίου (αρχαίες Αμύκλες) πήρε το όνομα Τρίπολις. Από το 1786 ήταν έδρα του βιλαετιού του Μοριά, με διοικητή τον πασά της Τριπολιτσάς.
Η πρώτη απόπειρα ξεσηκωμού των Ελλήνων και πολιορκίας της Τριπολιτσάς, έγινε το 1770 κατά τα Ορλωφικά. Τότε όμως η εξέγερση καταπνίγηκε και ακολούθησε σφαγή του ελληνικού πληθυσμού. Από το 1814-15 η ιδέα της Επανάστασης άρχισε να παίρνει τον δρόμο της με τη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας. Η ένταξη σε αυτήν προϋπέθετε δοκιμασία, μυστικότητα, πίστη και αφοσίωση και γινόταν με όρκο ζωής. Το 1820, όταν πια η προεπαναστατική δραστηριότητα είχε εξαπλωθεί, πήγε στην Τριπολιτσά ο πρόκριτος της Ανδρίτσαινας Παναγιώτης Ζαριφόπουλος και πλησίασε τον πλούσιο πρόκριτο της πόλης, Σωτηράκη ή Σωτήρο Κουγιά για να τον μυήσει στη Φιλική Εταιρεία. Αυτός, λόγω της καλής σχέσης με την τουρκική διοίκηση, αρνήθηκε. Και δεν έφτανε αυτό. Παρουσιάστηκε στους Τούρκους και κατάγγειλε ότι σε ένα συγκεκριμένο σπίτι της Τριπολιτσάς, μαζεύονταν ύποπτοι για μια πιθανή σχεδιαζόμενη επαναστατική κίνηση. Επειδή όμως, ο Κουγιάς δεν είχε περισσότερα στοιχεία και κυρίως ονόματα, οι Τούρκοι τον αγνόησαν και δεν έδωσαν συνέχεια στην καταγγελία του. Έτσι η προδοσία του έπεσε στο κενό. Παρά την αγνόηση των Τούρκων ο Κουγιάς συνέχισε να υποστηρίζει την τουρκική διοίκηση, αφού έτσι εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του. Και βέβαια δεν ήθελε να ακούσει τίποτα για τη σχεδιαζόμενη εξέγερση των συμπατριωτών του.
Λίγο πριν την έναρξη, μετά την έντονη φημολογία για τη σχεδιαζόμενη Επανάσταση, οι τουρκικές αρχές είχαν καλέσει και κρατούσαν σε περιορισμό μέσα στην πόλη, ως ομήρους, δέκα επτά από τους αρχιερείς και τους πρόκριτους του Μοριά. Μετά τον ξεσηκωμό, στις αρχές Απριλίου, οι Τούρκοι αφόπλισαν και φυλάκισαν δεκαοκτώ από τους σωματοφύλακες που συνόδευαν τους ομήρους. Στις 16 Απριλίου αποκεφάλισαν τον ανιψιό ενός προεστού και έναν από τους σωματοφύλακες επειδή πίστευαν ότι έδιναν κρυφά πληροφορίες στους πολιορκητές. Το επεισόδιο είχε ως αποτέλεσμα τον ξεσηκωμό πλήθους Τούρκων που επιχείρησαν να επιτεθούν στους ομήρους, αλλά αποκρούστηκαν από την φρουρά. Οι Τούρκοι τότε, φυλάκισαν τους δέκα επτά ομήρους «εις καθησύχασιν του όχλου». Την επομένη ημέρα όμως δολοφονήθηκαν οι δεκαοκτώ σωματοφύλακες προκειμένου να ελευθερωθεί η αλυσίδα στην οποία ήταν δεμένοι και στη συνέχεια να δεθούν στη θέση τους οι δέκα επτά αρχιερείς και πρόκριτοι.
Η πολιορκία της πόλης είχε ξεκινήσει. Ένα μεγάλο ημικύκλιο γύρω από την Τριπολιτσά, σχηματιζόταν από τέσσερα μεγάλα σώματα πολιορκητών με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς τους. Στο αριστερό, με 2.500 άντρες, βρισκόταν ο Κολοκοτρώνης. Στο δεξιό, με 1.500, ο Γιατράκος, στο κέντρο με 1.000 ο Αναγνωσταράς και πίσω από το δεξιό και το κέντρο βρισκόταν ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με 1.500 άντρες. Ακόμα υπήρχαν φρουρές στους δρόμους προς το Άργος και το Λεοντάρι. Αρχιστράτηγος της πολιορκίας είχε ανακηρυχθεί ο Πετρόμπεης, ενώ επικεφαλής του ελληνικού στρατεύματος ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης. Βέβαια πραγματικός αρχηγός όλων ήταν ο Κολοκοτρώνης.
Έξι μήνες μετά την έναρξη της Επανάστασης του 1821, στις 23 Σεπτεμβρίου, απελευθερώθηκε η πρωτεύουσα του Μοριά, η Τριπολιτσά. Εκείνη την εποχή ήταν το σημαντικότερο οικονομικό, στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου. Είχε ιδιαίτερη στρατηγική αξία, αφού έλεγχε τους δρόμους προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη μετά την κατάληψη ακολούθησε τριήμερη σφαγή των Τούρκων και Εβραίων. Συνολικά 32.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά σκοτώθηκαν στην άλωση της πόλης. Γλύτωσαν οι Αλβανοί συνεργάτες των Τούρκων, που είχαν στο μεταξύ συνθηκολογήσει με τον Κολοκοτρώνη και διέφυγαν συνοδευόμενοι από αυτόν.
Η προδοσία του Κουγιά τιμωρήθηκε παραδειγματικά, με τον πιο σκληρό και βάναυσο τρόπο. Μετά την είσοδο στην πόλη των απελευθερωτών, την πρώτη ημέρα της άλωσης, κάποιοι Έλληνες οδήγησαν τον οπλαρχηγό Γιάννη ή Γιαννάκο Νταγρέ ή Δαγρέ από το Άργος, στο σπίτι του Κουγιά. Ο αδελφός του Αργείτη οπλαρχηγού, Θανάσης Νταγρές, είχε σκοτωθεί στις 10 Αυγούστου, στη μάχη της Γράνας. Ο Νταγρές που γνώριζε την αντιεπαναστατική δράση του Κουγιά, τον συνέλαβε και τον υποχρέωσε να πέσει στα γόνατα, μπροστά στα μέλη της οικογένειάς του. Η φιλοτουρκική συμπεριφορά του δεν μπορούσε να συγχωρηθεί. Ο Νταγρές οργισμένος, παρά τις προτάσεις για την εξαγορά της ζωής του Κουγιά, τον προπηλάκισε και άρχισε να τον βασανίζει. Έπρεπε να πληρώσει για την προδοσία. Σε λίγο, τράβηξε το μαχαίρι, έκοψε ένα αυτί του προδότη, του το ’βάλε στο στόμα και τον υποχρέωσε να το φάει. Αμέσως μετά τον σκότωσε. Η παραδειγματική τιμωρία του ήταν το ζητούμενο, αφού αποδείχτηκε «…δειλός της πατρίδος και φιλόδοξος της πατρώας ουσίας…» κατά στη σωκρατική ρήση.
(Στη φωτογραφία: «Ο Παναγιώτης Κεφάλας υψώνει τη σημαία της ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς», Peter von Hess, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
