Ο Δημήτριος Ι. Πάλλας ήταν διαπρεπής βυζαντινολόγος-αρχαιολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με καταγωγή από τη Σαλαμίνα. Είχε γεννηθεί το 1907. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο Βυζαντινό Μουσείο, που τότε βρισκόταν στο υπόγειο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ο νεαρός Πάλλας εντυπωσιάστηκε από το πλήθος και τον συμβολισμό των εκθεμάτων και αφοσιώθηκε στη μελέτη της Βυζαντινής Αρχαιολογίας. Με την παρότρυνση της οικογένειάς του, σπούδασε Θεολογία. Η γνωριμία του εκεί, με τον καθηγητή της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, Διευθυντή του Βυζαντινού Μουσείου Γεώργιο Σωτηρίου ήταν καταλυτική. Όταν, λόγω οικονομικών δυσχερειών, χρειάστηκε να εργαστεί, με την προτροπή και τη βοήθεια του καθηγητή Σωτηρίου, ξεπέρασε τα γραφειοκρατικά εμπόδια και κατάφερε να προσληφθεί ως έκτακτος γραφέας στο Βυζαντινό Μουσείο.
Όταν το 1933, μετά από διαγωνισμό, ο Πάλλας διορίστηκε Επιμελητής Αρχαιοτήτων στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, η τύχη είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Λίγο αργότερα, το 1935, προσβλήθηκε από φυματίωση και χρειάστηκε να νοσηλευτεί μέχρι το 1938. Η ασθένεια του άφησε κατάλοιπο το ιδιαίτερο περπάτημά του. Κι ενώ με το ξέσπασμα του B΄παγκόσμιου πολέμου η Αρχαιολογική Υπηρεσία του πρόσφερε εκπαιδευτική άδεια για τη Γερμανία, ο Πάλλας την αρνήθηκε ενώ ταυτόχρονα άρχισε να οργανώνει τριμελείς αντιστασιακές ομάδες στη Σαλαμίνα. Η δράση του έγινε γνωστή και στην προσπάθεια να διαφύγει, τον συνέλαβαν οι Γερμανοί.
Τελικά κατάφερε και έφυγε από τη Σαλαμίνα και αφού εντάχθηκε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), μπήκε στον Ε.Λ.Α.Σ. και ανέβηκε στο βουνό. Το 1943 έγινε μέλος της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ). Ακόμα κι εκεί ασχολήθηκε με την εκπόνηση σχεδίων διάσωσης βυζαντινών μνημείων. Το 1944 στο Εθνικό Συμβούλιο της κυβέρνησης του βουνού, στους Κορυσχάδες της Ευρυτανίας, εκπρόσωπος της Σαλαμίνας ήταν ο Δημήτριος Πάλλας. Στο βουνό η φυματίωση τον ξαναθυμήθηκε. Από το 1946 μέχρι το 1948 μπαινόβγαινε σε νοσοκομεία και σανατόρια. Το 1947, λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών του, απολύθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Το 1952, επανήλθε ως Έφορος Αρχαιοτήτων, με έδρα την Παλαιά Κόρινθο, αρχίζοντας την εντατική ανασκαφική δραστηριότητά του. Θεωρείται κορυφαίος ερευνητής της τέχνης του ψηφιδωτού, κυρίως κατά την παλαιοχριστιανική και βυζαντινή περίοδο. Το 1960 πήγε με εκπαιδευτική άδεια στο Μόναχο, όπου το 1965 ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή του. Το 1966, μετά την αποχώρηση του Αναστασίου Ορλάνδου, εκλέχτηκε καθηγητής της Βυζαντινής Αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο Πανεπιστήμιο δίδαξε μόνο για ενάμιση χρόνο, μέχρι τον Ιανουάριο του 1968, όταν και απολύθηκε από τη χούντα μαζί με άλλους 53 καθηγητές. Στη μεταπολίτευση δεν επέστρεψε στην έδρα του στο Πανεπιστήμιο αφού πλησίαζε η συνταξιοδότησή του. Το 1980 υπέβαλε υποψηφιότητα για την Ακαδημία Αθηνών. Δεν εκλέχθηκε. Το 1985 του απονεμήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης το βραβείο Gottfried von Herder. To 1986 δίδαξε για ένα εξάμηνο στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.
Ο Πάλλας με το έργο του ανέδειξε πολλά πρωτοχριστιανικά μνημεία κυρίως στην Πελοπόννησο. Ήταν αυτός που ανακάλυψε τον μεγαλύτερο παλαιοχριστιανικό Ναό, στον δυτικό βραχίονα του αρχαίου λιμανιού του Λέχαιου, στις ακτές του Κορινθιακού κόλπου. Πρόκειται για μια τρίκλιτη βασιλική, αφιερωμένη στον Άγιο Λεωνίδη, επίσκοπο της Αθήνας, που έζησε τον 3ο αιώνα. Ο Άγιος είχε μαρτυρήσει κατά τη διάρκεια του διωγμού των χριστιανών από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Δέκιο, το 250. Ο Ναός, που έχει συνολικό μήκος περίπου 180 μέτρα, είναι η μεγαλύτερη βασιλική στον ελλαδικό χώρο. Η θεμελίωση του κυρίως ναού ξεκίνησε στα μέσα του 5ου αιώνα και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 6ου αιώνα επί Ιουστίνου Α' (518-527). Χάρη στις ανασκαφές του, ο Δημήτριος Ι. Πάλλας κατάφερε, κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, να εντοπίσει τον Ναό μαζί με τα βοηθητικά κτήρια, το βαπτιστήριο και τα προσκτίσματά του, μέσα σε μια έκταση έντεκα στρεμμάτων.
Αναδιφώντας τα «Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας» (ΠΑΕ), ένα από τα αρχαιότερα περιοδικά του κόσμου που περιλαμβάνει τις εκθέσεις των ανασκαφών της Aρχαιολογικής Eταιρείας, εντοπίζουμε και τις εκθέσεις από τις ανασκαφές του Πάλλα. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η δημοσίευση στο περιοδικό του 1987, σε είκοσι οκτώ σελίδες, των «Ερευνών από τη Σαλαμίνα». Την ίδια εποχή διευθέτησε όλες τις επιστημονικές εκκρεμότητές του, που σχετίζονταν με τη Σαλαμίνα. Στην αναφορά του, αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει πολύ χρόνο για να προχωρήσει σε εκτεταμένες έρευνες, αλλά θεωρεί υποχρέωσή του να καταδείξει σημεία ενδιαφέροντος, για μελλοντικές ανασκαφικές έρευνες, στο νησί:
…«Ἥ προκειμένη ἀνασκαφικὴ ἔρευνα ἀπέβλεπε ἁπλῶς σὲ ἐπισημάνσεις ἐπιπολῆς, γιὰ τὴν ἴχνευση καὶ τὸν προσδιορισμὸ Θέσεων, ποὺ νὰ εὐνοοῦν ἐνδεχομένως συστηματικὲς ἀνασκαφικὲς ἔρευνες᾿ ἢ καὶ μόνον νὰ διαλευκαίνουν ἀπορίες καὶ νὰ συνηγοροῦν σὲ συμπεράσματα συναγόμενα ἀπὸ τὴν ἀνάλυση ὅσων φιλολογικῶν πηγῶν καὶ ὅσων ὑλικῶν καταλοίπων προσφέρονται σήμερα στὸν ἐρευνητὴ τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας τῆς Σαλαμίνας.»…
Πρακτικὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας – 1987, σελ. 17.
Ανάλογες επισημάνσεις θέσεων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος έκανε κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του και σε πολλά άλλα μέρη του ελλαδικού χώρου. Κάποιες από αυτές, το 1968, αφορούσαν την περιοχή της Μεθώνης. Περιγράφονται τα ευρήματα από τις ανασκαφικές τομές στον Αγιολέο στην Παλιομοθώνη, το παλαιοχριστιανικό κοιμητήριο στις κατακόμβες του Άγιου Ονούφριου καθώς και τα ευρήματα στη θέση Λυκοτόμαρο του Καινούργιου Χωριού. Εκεί αναζητώντας τα ίχνη των παρατηρήσεων του Bory de Saint-Vincent, της γαλλικής «Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως» το 1828-1832, ο Πάλλας ταυτοποιεί δυο δεξαμενές, μία υπόγεια και μία υπέργεια, αλλά και ένα ναΐδριο αφιερωμένο στην Αγία Σοφία, όπου στο εσωτερικό του περιγράφει και δύο συλημένους τάφους. Η αξιοποίηση των ευρημάτων στο Καινούργιο Χωριό, αναμένεται επί πολλά χρόνια.
Ο Δημήτριος Ι. Πάλλας πέθανε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου του 1995, σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών.
