Στις 29 Ιουλίου 1834, ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης αφού έφυγε απογοητευμένος από τη Μάνη, μαζί με πολλούς άλλους Ντρέδες οπλαρχηγούς και καπετάνιους της Τριφυλίας, στασίασαν στο Ψάρι των Σουλιμοχωρίων. Την επόμενη ημέρα κατέλαβαν την Κυπαρισσία και συνέλαβαν τον διοικητή της Δημήτριο Χρηστίδη, τον στρατιωτικό διοικητή Αντώνη Μαυρομιχάλη και τον Δημόσιο Ταμία (έφορο). Με προκηρύξεις της «πατριωτικής επιτροπής», καλούσαν σε εξέγερση όλον τον λαό της Πελοποννήσου. Στόχος τους ήταν να πάνε όλοι στο Ναύπλιο και να ζητήσουν την αποφυλάκιση όλων των καταδικασθέντων, την παραχώρηση Συντάγματος και την απαλλαγή από την καταπιεστική διοίκηση και τη βαρειά φορολογία.
Η διακήρυξη της «πατριωτικής επιτροπής Τριφυλίας» ήταν σαφής:
«….ο Λαός της Επαρχίας Τριφυλίας, αγανακτισμένος και απελπισμένος από τις καταχρήσεις των Διοικητικών και Δικαστικών Αρχών, μη δυνάμενος πλέον να υποφέρει τα υπερβολικά βάρη και τον παράνομο τρόπο της εισπράξεως του περί αποδεκατώσεως φόρου, παραδειγματιζόμενος από την παράνομον και αυθαίρετον σύλληψιν και φυλάκισιν των συμπατριωτών ημών και φοβούμενοι καθ' εκάστην περί της ασφάλειας της προσωπικής του ελευθερίας, με αγανάκτησιν μας δε μαθόντες τον επηρεασμόν και την παράνομον επέμβασιν της εξουσίας εις το εν Ναυπλία δικαστήριον, υπό του οποίου άνθρωποι προσφιλέστατοι εις την πατρίδα δια υποθετικά και ανύπαρκτα εγκλήματα κατεδικάσθησαν εις την εσχάτην τιμωρίαν, απεφασίσαμεν να ανακτήσωμεν τα πολιτικά μας δίκαια δια της δυνάμεως, του μόνου και τελευταίου μέσου προς εδραίωσιν του καταπιεζομένου λαού. Επί τούτου λαβόντες τα όπλα εις τας χείρας, συνελάβαμε τας διοικητικάς και λοιπάς Αρχάς τας εν τη πόλει της Κυπαρισσίας, συνεννοούμενοι κατά τούτο και με τας πλησιεστέρας επαρχίας, επί σκοπώ του να ζητήσωμεν επιμόνως την ανόρθωσιν των δικαίων ημών ….».
Με αφορμή αυτά τα γεγονότα η κυβέρνηση εξέδωσε δύο διατάγματα για άμεση εκτέλεση των φυλακισμένων στην περίπτωση που σημειώνονταν ύποπτες κινήσεις γύρω από το Παλαμήδι ή αν ο Γκρίτζαλης πλησίαζε το Ναύπλιο. δυναμικά εναντίον εποχή για τη Μεσσηνιακή Επανάσταση ήταν κατάλληλη αφού αναμένονταν αλλαγές προσώπων στην Αντιβασιλεία.
Στο επαναστατικό κάλεσμα του Γιαννάκη Γκρίτζαλη ανταποκρίθηκαν ο πεθερός του Μητροπέτροβας από τη Γαράντζα (σημ. Άνω Μέλπεια) και ο Αναστάσης Τζαμαλής από του Ασλάναγα,. Στις 29 Ιουλίου στασίασαν και αυτοί στη Γαράντζα και με περίπου χίλιους στρατιώτες κατέλαβαν αμαχητί την Ανδρούσα και πολιόρκησαν την Καλαμάτα. Στην πόλη βρισκόταν με χίλιους πεντακόσιους στρατιώτες και δεκαπέντε τηλεβόλα, ο Βαυαρός Maximilian Feder. Ακολούθησαν μικροσυγκρούσεις και η Καλαμάτα παρέμενε αποκλεισμένη. Ο παλιός συμπολεμιστής του Κολοκοτρώνη, το καλύτερο ντουφέκι της Μεσσηνίας, ο Μητροπέτροβας που βάδιζε στα 83 χρόνια του, με μια φλογισμένη προκήρυξη καλούσε κι αυτός τον Μεσσηνιακό λαό σε ξεσηκωμό:
« Λαέ της Μεσσηνίας!
Οι καλαμαράδες με τους Βαυαρούς μας κυβερνάνε και μας τυραγνάνε. Δεν αφήνουν το βασιλιά μας ν’ ανεβή στο θρονί και γυρεύουν να μας χαλάσουν τη θρησκεία και να μας κάνουν Φράγκους.
Εμπρός λοιπόν, να ξεκολλήσουμε τις βδέλλες αυτές από τη ράχη μας και που μας πίνουν το αίμα μας, να βάλουμε το βασιλιά στο θρονί να βγη ο Κολοκοτρώνης από τη φυλακή, και να φτηνήνη η ζωή. Ξήντα παράδες το σφαχτό, δυο γρόσια το μοσχάρι και τρία γρόσια τ’ άλογο, ποιος θεός το υποφέρει; Όποιος δε θέλει ν’ ακολουθήση τον περιμένει φούρκα και παλούκι».
Στο μεταξύ ο Γκρίτζαλης με οκτακόσιους Ντρέδες κατευθύνθηκε στην Ανδρίτσαινα και τη γύρω περιοχή. Στις 4 Αυγούστου 1834 έφτασε και κατέλαβε αμαχητί τη Μεγαλόπολη. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στη Ζάτουνα και την Ανδρίτσαινα και με δύναμη δύο χιλιάδων ανδρών χτύπησε τη Δημητσάνα. Αφού εκεί βρήκε ισχυρή αντίσταση και βλέποντας ότι το σχέδιό του για την κατάληψη της Τριπολιτσάς δεν ήταν πια εφικτό, έδωσε εντολή οπισθοχώρησης στην Καρύταινα για να περιμένουν ενισχύσεις από τα Σουλιμοχώρια. Στις 7 Αυγούστου, ο συνταγματάρχης von Schmaltz,που πριν από λίγο καιρό είχε κατέβει και στη Μάνη, βάδισε εναντίον των ανταρτών του Γκρίτζαλη με ισχυρότατες δυνάμεις Βαυαρών αλλά και Ελλήνων μισθοφόρων από διάφορες περιοχές, κυρίως από τη Ρούμελη και τη Μάνη. Αυτοί οι μισθοφόροι, παλιοί άτακτοι, με τη συμμετοχή τους πίστευαν ότι θεμελίωναν δικαίωμα μελλοντικής αποκατάστασης, στον υπό ίδρυση Ελληνικό Στρατό ή στη Βασιλική Χωροφυλακή, που σχεδίαζαν τότε οι Βαυαροί.
Ο Θεοδωράκης Γρίβας από την Πρέβεζα, στα χρόνια του Αγώνα ήταν οπλαρχηγός στη Δυτική Ελλάδα και πήρε μέρος σε πολλές μάχες. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου του 1824-25 ο Γρίβας, πολεμούσε στο πλευρό του Πάνου Κολοκοτρώνη αλλά αμέσως μετά τη δολοφονία του Πάνου άλλαξε στάση. Μετά την Γ´ Εθνοσυνέλευση, την άνοιξη 1827, κατέλαβε το Παλαμήδι το οποίο, μετά την άφιξη του Καποδίστρια (1828) το παρέδωσε στον Κυβερνήτη και συμφιλιώθηκε με τους αντιπάλους του. Μετά την άφιξη του Όθωνα, η Αντιβασιλεία τον αγνόησε. Τον Αύγουστο του 1834 όταν εκδηλώθηκαν οι ταραχές στη Μεσσηνία, προσφέρθηκε σε συνεργασία με τον Χατζηχρήστο και άλλους παλιούς οπλαρχηγούς, να πολεμήσει τους αντάρτες.
Στις 8 Αυγούστου, μετά από λυσσώδεις μάχες οι αντάρτες κατάφεραν να διαφύγουν. Τότε ισχυρά κυβερνητικά στρατεύματα καταδίωξαν τους αντάρτες και ο Γκρίτζαλης, με τρεις μόνο οπαδούς του κατέφυγε στο Ψάρι. Στις 12 Αυγούστου ο Γρίβας και ο Χατζηχρήστος που έφθασαν εκεί μετά από επίμονη καταδίωξη τον συνέλαβαν. Ο Γκρίτζαλης φυλακίστηκε στην Κυπαρισσία και ο Γρίβας συναντήθηκε και ενώθηκε με το υπόλοιπο στράτευμα του von Schmaltz στο χωριό Κωνσταντίνοι. Μετά από την άφιξη εκεί ενισχύσεων και από το Ναύπλιο, ο von Schmaltz με έξι χιλιάδες άνδρες, τριάντα πέντε τηλεβόλα και με αρχηγό τον Γρίβα, ξεκίνησαν για να λύσουν και την πολιορκία της Καλαμάτας.
Στις 19 Αυγούστου 1834 βρήκαν στρατοπεδευμένους τους Τζαμαλή και Μητροπέτροβα μεταξύ Θουρίας και Ασλάναγα με δύναμη περίπου χιλίων εξακοσίων ανδρών. Το κτύπημα στο βόρειο πλευρό των ανταρτών ήταν καίριο. Στις έξι ώρες της φονικότατης μάχης στο Ασλάναγα, με μεγάλες απώλειες και παρά τις ηρωικές προσπάθειες, το αντάρτικο στρατόπεδο διαλύθηκε. Λεπτομέρειες από την περιγραφή της μάχης στο Ασλάναγα, βρίσκουμε στα ‘Απομνημονεύματα’ του Χριστόφορου Νέεζερ, Βαυαρού υπολοχαγού και κατοπινού, πρώτου φρούραρχου της Ακρόπολης που πήρε μέρος σ΄αυτήν:
…« Ο στρατηγός των εθελοντών Schmaltz, ανδρείος στρατιώτης εκ της σχολής του Ναπολέοντος του Α΄, διετάχθη να μεταβή εις τα σύνορα της Μάνης μετ’ εξακισχιλίων ανδρών, δια να επιτίθεται διαρκώς και θέση τέρμα εις τας επιδρομάς των Μανιατών εις την πεδιάδαν. Η στρατιά του Schmaltzαπετελείτο κατά το πλείστον εξ εθελοντών, εκ μερικών ταγμάτων ελληνικού Εθνικού Στρατού, εξ ίλης εφίππου χωροφυλακής και εκ δύο ορειβατικών πυροβολαρχιών, μεταφερομένων επί ημιόνων. Επειδή οι Μανιάται συνεκρούοντο μεταξύ των, ο στρατηγός Schmaltzκατώρθωσε ν’ αποστατήση εκ των άλλων αρχηγών τον Κατσάκον*, μετά πεντακοσίων ανδρών και να τους ενώσει με τους ιδικούς μας στρατιώτας. Κατά τα τέλη του Ιουνίου του 1834 εφθάσαμεν ημέραν Παρασκευήν εις ευρύ οροπέδιον του Ταϋγέτου, όπου κατηυλήσθημεν… Οι σκοποί ετοποθετήθησαν και το βραχώδες οροπέδιον μετεβλήθη εις οχυρωμένον στρατόπεδον, διότι μόνον εξ ενός μέρους ήτο βατόν, ενώ τα υπόλοιπα τρία ήσαν απόκρημνα και δυσανάβατα. Προς το βορρειοανατολικό μέρος έρρεεν από των ορέων ρύαξ δια μέσου βαθείας τινός χαράδρας, εις την έξοδον της οποίας ευρίσκετο το μικρόν χωρίον Ασλάν Αγά… Απέναντι της χαράδρας υψώνετο απόκρημνον όρος, υπερκείμενον όλου του οροπεδίου μας, εις του οποίου το μέσον είχομεν καταυλιστή. Από το χείλος του οροπεδίου μάς εχώριζεν ικανή απόστασις και δια τούτο δεν είχε τοποθετηθή εκεί κανείς φρουρός »…
‘Τα πρώτα έτη της ιδρύσεως του Ελληνικού κράτους’- Χρ. Νέεζερ,
Αθήνα 1963
(*Ο Μανιάτης Κατσάκος που αποστάτησε και ένωσε τις δυνάμεις του με το στρατό του von Schmaltz, ήταν ο Ηλίας Μαυρομιχάλης-Κατσάκος, επικεφαλής της δεκαμελούς Επαναστατικής Επιτροπής στην εξέγερση του 1831 εναντίον του Καποδίστρια).
Στο έργο του ‘Aus dem Leben des Generalmajors von Schmaltz’, ο Βαυαρός επικεφαλής της εκστρατείας περιγράφει για τη μάχη:
…« Απωθηθέντες κατά την πρώτην εξόρμησιν, οι στασιασταί αντεστάθησαν εκ νέου εις το χωρίον Ασλάναγα αλλά ταχέως εξεδιώχθησαν και από εκεί. Το χωρίον Ασλάναγα επυρπολήθη, επειδή οι κάτοικοί του είχον συμμετάσχει εις την επιδρομή εναντίον του ανθυπολοχαγού Steinle. Τα βασιλικά στρατεύματα διενυκτέρευσαν πλησίον του καιομένου χωρίου και την επομένην πρωίαν επέστρεψαν εις Καλαμάταν.»…
Από τους κυβερνητικούς στρατιώτες σκοτώθηκαν ογδόντα και τραυματίστηκαν τριάντα οκτώ. Από τους αντάρτες χάθηκαν εκατόν πενήντα. Ο Μητροπέτροβας και ο Τζαμαλής κατέφυγαν στη Γαράντζα όπου όμως ο Feder, αφού βγήκε από την Καλαμάτα, κατάφερε μετά από καταδίωξη να τους συλλάβει και να τους στείλει με συνοδεία χιλίων διακοσίων ανδρών, σιδηροδέσμιους στο Νιόκαστρο.
Συνεχίζει ο Schmaltz:
…« Συνεστήθη Στρατοδικείον, το οποίον κατεδίκασεν εις τυφεκισμόν τον Χρυσαλή, τον Μουσταφά, τους δημογέροντες του χωριού Ασλάναγα και άλλους αρχηγούς που ανεζήτησαν εις τα κρησφύγετά των. Ο γέρων Δημήτρης Πέτροβας και οι δύο Πλαπούτα χρεωστούν ο είς εις την μεγάλην ηλικίαν του και οι άλλοι δύο εις το νεαρόν αυτής, την μετατροπήν της εις θάνατον καταδίκης των εις μακροχρόνιον φυλάκισιν»...
Ι. Μελετόπουλος: ‘Τα πρώτα έτη της Οθωνικής εποχής εις τας υδατογραφίας του Köllnberger’, Αθήνα 1976.
Και οι τρεις επικεφαλής της ανταρσίας δικάστηκαν άμεσα. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης στην Κυπαρισσία και ο Αναστάσης Τζαμαλής με τον 83χρονο Μητροπέτροβα στο Νιόκαστρο. Τα στρατοδικεία καταδίκασαν με βαριές ποινές τους στασιαστές. Ο Γκρίτζαλης, εκτελέστηκε αυθημερόν, δύο ώρες μετά την καταδίκη του, στις 17Σεπτεμβρίου 1834 στην Κυπαρισσία. Η σκηνή της εκτέλεσης είναι χαρακτηριστική του ήθους και της γενναιότητας του Γκρίτζαλη. Το παράγγελμα ‘πυρ’ στο απόσπασμα το έδωσε ο ίδιος δείχνοντας ταυτόχρονα το ανοιχτό στήθος του. Και ο απλός λαός της Μεσσηνίας τιμώντας τον ήρωά του τον έψαλε στο λαϊκό τραγούδι:
«…Πολλά ντουφέκια πέφτουνε και σιγαλά βροντάνε.
Μήνα σε γάμο πέφτουνε, μήνα σε πανηγύρι;
Μαϊδέ σε γάμο πέφτουνε, μαϊδέ σε πανηγύρι.
Μόν’ το Γιαννάκη επιάσανε αυτοί οι Βαυαρέζοι.
Χίλιοι τον πάν από μπροστά και δυό χιλιάδες πίσω.
Κι οι πρόκριτοι του λέγανε κι οι Βαυαροί του λένε:
«Μαρτύρα τον Κολιόπουλο και τον Κολοκοτρώνη».
«Παιδιά πως με περάσατε να ψευτομαρτυρήσω;
Μονάχος μου το σήκωσα με την παληοκαπότα»
Γιαννάκη τ’ είσαι κίτρινος και τ’ είσαι μαραμένος;
Παιδιά σαν με ρωτήσατε να σας το μολογήσω.
Απόψε είδα στον ύπνο μου, είδα και στ’ όνειρό μου,
Είδα και σκόρπισε ο ταϊφάς και μώφυγε τ’ ασκέρι
και πως με πιάνουν ζωντανό αυτοίν’ οι Βαυαρέζοι.
Δεν πας, Γιάννη στο Σουλιμά, δεν πας κατά τη Χώρα;
Γιάννη θα σε σκοτώσουνε οι παληοβαυαρέζοι…»
Ο Τζαμαλής δικάστηκε και εκτελέστηκε κι’ αυτός αυθημερόν, στις 8 Οκτωβρίου 1834, με τυφεκισμό στο Νιόκαστρο, ενώ ο Μητροπέτροβας λόγω της μεγάλης ηλικίας του αλλά και της μεγάλης προσφοράς του στην Ελληνική Επανάσταση, καταδικάστηκε σε φυλάκιση δεκαπέντε χρόνων. Αποφυλακίστηκε μετά περίπου δύο χρόνια με χάρη που έδωσε ο Όθωνας στην ενηλικίωσή του, στις 20 Μαΐου 1835. Απολογούμενος στο στρατοδικείο που είχε βασιλικό επίτροπο (εισαγγελέα) τον EdwardMasson που είχε καταδικάσει και τον Κολοκοτρώνη, ο Μητροπέτροβας είπε ανάμεσα στα άλλα:
…« για ένα μονάχα λυπάμαι, που τώρα, στα τελευταία μου δεν μπόρεσα να ξεπαστρέψω τη λούβα (λέπρα) που έκατσε στο σβέρκο του δυστυχισμένου ραγιά »…
Αργότερα όμως, στην ενηλικίωση του Όθωνα στις 20 Μαΐου 1835, αμνηστεύτηκε και ξαναγύρισε στη Γαράντζα όπου και πέθανε στις 12 Μαΐου 1838.
Η εφημερίδα ‘Αθηνά’ στο φύλλο 169/1834 τον Αύγουστο 1834 γράφει:
«…Την 6 του τρέχοντος εκτύπησαν τα στρατεύματα της Κυβερνήσεως τους εις το χωρίον Ασλάναγα συναθροισμένους στασιαστάς τους οποίους αφού εσκόρπισαν και αιχμαλώτισαν, κατέκαψαν και το χωρίον δια την επίβουλον και άπιστον διαγωγή των κατοίκων του…»
Η ίδια εφημερίδα στο φύλλο 194/1834 το Νοέμβριο αναφέρει:
«…Την 24 του παρόντος το κατά την Μεσσηνίαν και την επαρχία Καρυταίνης έκτακτον Στρατιωτικόν Δικαστήριον κατεδίκασεν εις θάνατον… τον εκ του χωρίου Ασλάναγα των Καλαμών Αναστάσιον Τσαμαλήν, ως αρχηγόν αποστασίας και πρωταίτιον του φόνου των κατά το Ασλάναγα την 30 Ιουλίου πεσόντων Βασιλικών Στρατιωτικών. Η απόφασις εκτελέσθη δια τουφεκισμού…»
Μπορεί η τελευταία ημερομηνία της εφημερίδας (30 Ιουλίου αντί 6 Αυγούστου με το παλιό ημερολόγιο) να μην είναι σωστή. Όμως η ανταρσία της Μεσσηνίας το 1834 και η μάχη στο Ασλάναγα έδωσαν μια άλλη διάσταση στη σκοτεινή περίοδο της Αντιβασιλείας και της Βαυαροκρατίας, αφού όξυναν το πρόβλημα της ουσιαστικής αποκατάστασης των παλιών αγωνιστών.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1834, οι Βαυαροί του Όθωνα και της Αντιβασιλείας του Armansperg, έφυγαν από το Ναύπλιο και για το «ιστορικό της γόητρο» ανέδειξαν πρωτεύουσα του Κράτους, την Αθήνα.
Στα βόρεια του χωριού Άρις, στον τόπο της μάχης του Ασλάναγα, δίπλα στο ναΐδριο της Αγίας Τριάδας, στέκεται σήμερα ένα λιτό μνημείο, μια μαρμάρινη στήλη, στη μνήμη του οπλαρχηγού Αναστάση Τζαμαλή και των άλλων παλικαριών που έπεσαν εκεί απαιτώντας την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και την αποκατάσταση των αγωνιστών από την Αντιβασιλεία των Βαυαρών.
(Οι ημερομηνίες του κειμένου ακολουθούν το παλιό ημερολόγιο).
[Στη φωτογραφία: Η μάχη στο Ασλάναγα, (Υδατογραφία του Köllnberger Ludwig 1834]
