Eνα ζωντανό μάθημα πολιτισμού, ιδανικό για νέους που αναζητούν γνώση με τον πιο ευχάριστο τρόπο που μάς έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Το μυθιστόρημα "Ουμπάιντα: Το καραβάνι των ψυχών" ξεκινά στη Μέκκα το 633 μ.Χ., δηλαδή αμέσως μετά τον θάνατο του Μωάμεθ. Τι σας ώθησε να επιλέξετε αυτήν ακριβώς την ιστορική στιγμή για το χρονικό πλαίσιο του έργου;
Πρόκειται για μία κομβική στιγμή της ιστορίας, που σηματοδοτεί την εξάπλωση των ιδεών του Μωάμεθ και την άνοδο των Αράβων στο προσκήνιο της ιστορίας. Σηματοδοτεί, δηλαδή, την εμφάνιση απολύτως καινοφανών θρησκευτικών και πολιτικών αντιλήψεων. Επομένως, για τους ανθρώπους της εποχής δημιουργούνται διλήμματα, τα οποία αποτελούν κίνητρα για αποφάσεις και δράση. Άλλοι ταλανίζονται από διλήμματα για την ορθότητα των πεποιθήσεών τους, άλλοι βλέπουν τα γεγονότα ως ηθική επιταγή για προσωπική εμπλοκή, άλλοι ως ευκαιρία για να αλλάξουν τη ζωή τους. Τέτοιες εποχές γεννούν «ήρωες», είτε με θετικό είτε με αρνητικό πρόσημο.
Το βιβλίο συνδέει το ιστορικό με το φανταστικό: συναντήσεις με τέρατα, μάντισσες, χωριά φαντάσματα, μαγικές πρακτικές. Πώς ισορροπήσατε το στοιχείο του μύθου με την ανάγκη για αλήθεια στην ιστορική αναπαράσταση;
Πρόκειται για δύσκολο στοίχημα: από τη μία όφειλα να σεβαστώ τα γεγονότα και από την άλλη να είναι το κείμενό μου ελκυστικό, με μόνα μέσα γοητείας τη χρήση της γλώσσας και τις λογοτεχνικές τεχνικές. Επομένως, για την ακρίβεια των γεγονότων οφείλω να σέβομαι τις ιστορικές πηγές, αλλά για την αλήθεια των χαρακτήρων πρέπει να διαβάζω πίσω από αυτές: για να αποκτήσουν οντότητα οι χαρακτήρες πρέπει να μεταφερθούν στο μυθιστόρημα οι πεποιθήσεις τους, η καθημερινότητα και οι πρακτικές τους, τοποθετημένα στο αξιακό πλαίσιο της εποχής τους. Χωρίς διάθεση κριτικής ή καταδικαστικούς αφορισμούς από τον συγγραφέα ανάλογα με τις δικές του πεποιθήσεις.
Η θρησκευτική μισαλλοδοξία και η δεισιδαιμονία φαίνεται να παίζουν κεντρικό ρόλο στο έργο, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου «αρχαίες θρησκείες ξεψυχούν και νέες ανατέλλουν». Πώς αντιλαμβάνεστε τη θέση της θρησκείας στην αφήγησή σας και τι προσπαθείτε να πείτε για τις θρησκευτικές συγκρούσεις;
Η θρησκευτική ταυτότητα είναι σημαντικό κομμάτι της ατομικής και της συλλογικής ταυτότητας των ανθρώπων. Μην ξεχνάμε πως στα πλαίσια πολυεθνικών αυτοκρατοριών, η κοινότητα του «ανήκειν» καθοριζόταν με βάση το θρήσκευμα και όχι την καταγωγή ή τη γεωγραφία: χριστιανοί, εβραίοι, μουσουλμάνοι… Συχνά, όμως, η πίστη αναμειγνύεται με τοπικές δοξασίες και λαϊκές πρακτικές που οδηγούν στη δεισιδαιμονία. Η μισαλλοδοξία είναι κάτι διαφορετικό: πρόκειται για ρητορική μίσους, την οποία υποδαυλίζουν ή εκμεταλλεύονται τα πολιτικοοικονομικά συμφέροντα κάθε εποχής ανά περιοχές. Στο μυθιστόρημά μου η μισαλλοδοξία καίει τα χωριά και ξεσπιτώνει τις κοινότητες· παράλληλα, η δεισιδαιμονία «δένει» τα χέρια των γηραιών Εβραίων και δεν αντιδρούν στις «μυστηριώδεις» εξαφανίσεις μικρών κοριτσιών, ενώ παρέχει το κατάλληλο «ένδυμα» σε έναν θρασύτατο αγύρτη και ληστή, για να καταδυναστεύσει τις ζωές τους.
Πέρα από την ιστορική πλοκή και την περιπέτεια, υπάρχει και ο έρωτας ανάμεσα στην αρχοντογεννημένη Ελληνίδα και στον Αραβα σκλάβο. Πώς βλέπετε αυτόν τον ερωτικό δεσμό να λειτουργεί ως φορέας μηνυμάτων για θέματα ταυτότητας, πολιτισμού και εξουσίας;
Όλα τα παραπάνω, οι ταυτότητες, οι δεισιδαιμονίες, η μισαλλοδοξία, παρότι βιώνονται ως προσωπικές επιλογές, δεν παύουν να είναι κοινωνικές κατασκευές. Από την άλλη, ο έρωτας ως εγγενής ανάγκη και υπαρξιακό χαρακτηριστικό είναι πανανθρώπινος και παντοδύναμος. Και στη ζωή και στη λογοτεχνία είναι αυτός που, αν δεν ανατρέπει, σπάζει τις συμβάσεις, ακυρώνει προβλέψεις και σχέδια, επιβάλλει τη δική του εξουσία και «ιεραρχία».
Το βιβλίο έχει ως ηλικιακή στόχευση άτομα 12+ ετών και εντάσσεται στη σειρά «Σύγχρονη λογοτεχνία για νέους». Πώς καθόρισαν οι απαιτήσεις αυτής της ηλικιακής ομάδας το ύφος, τη γλώσσα ή τη δομή της αφήγησης;
Οι έφηβοι είναι δύσκολο κοινό. Πρέπει κάτι να τους εξιτάρει, για να γυρίσουν τις σελίδες μέχρι το τέλος. Επομένως, η γλώσσα έπρεπε να είναι μεν κατανοητή, αλλά να δημιουργεί την ατμόσφαιρα μιας εξωτικής περιοχής και εποχής. Το στοίχημα ήταν να γράψω μια περιπέτεια σε στιλ Ιντιάνα Τζόουνς, με την ανακάλυψη εγκαταλελειμμένων χωριών και «υπόγειων» κοινοτήτων, με την εμπλοκή μάγων και φυλάρχων, εντεταγμένη όμως σε συγκεκριμένη εποχή.
Η μορφή της προφητείας της περιπλανώμενης μάντισσας ως αφήγημα-όχημα για την εξέλιξη των σχέσεων και των επιλογών χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα. Πόσο σημαντικό θεωρείτε ότι είναι το στοιχείο της μοίρας/προορισμού στο έργο σας;
Η μορφή της περιπλανώμενης μάντισσας και η προφητεία λειτουργούν ως αφηγηματικό τέχνασμα προώθησης της δράσης και ανάπτυξης της πλοκής, αποτελούν ένα μέσο για να εγκλιματιστεί ο αναγνώστης στην εποχή, στην οποία η πεποίθηση για την καθοριστική επίδραση της μοίρας ήταν ισχυρή. Επομένως, η πίστη στο στοιχείο της μοίρας είναι πεποίθηση των χαρακτήρων του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, όχι δική μου.
Ο δεσμός ανάμεσα σε δύο ανθρώπους με διαφορετική θρησκεία, καταγωγή και κοινωνικό υπόβαθρο αγγίζει θέματα δύναμης, υποταγής και ελευθερίας. Πώς καταφέρατε να τα αποδώσετε χωρίς να διολισθήσετε σε υπερβολικό ρομαντισμό ή διδακτισμό;
Επιτρέποντας στους χαρακτήρες του μυθιστορήματος να εκφραστούν με βάση την ηλικία, τις εμπειρίες και την εποχή τους, χωρίς να «σχολιάζω» τη συμπεριφορά τους με βάση τις αξίες μου ή της εποχής μου. Όταν οι πράξεις των λογοτεχνικών χαρακτήρων παρουσιάζονται θετικά ή αρνητικά από τον συγγραφέα, η αξιολόγηση αυτή βασίζεται στα κυρίαρχα πιστεύω της εποχής του. Επομένως, σχολιάζονται είτε με τρόπο που ταιριάζει στις επιθυμίες του δημιουργού –οπότε οδηγούμαστε σε έναν αφελή ρομαντισμό– είτε με τρόπο που ταιριάζει στις πεποιθήσεις της εποχής του – οπότε οδηγούμαστε στον διδακτισμό. Και το ένα και το άλλο μετατρέπουν τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες σε καρικατούρες και είναι ιδιαιτέρως απωθητικά για εφήβους και νέους αναγνώστες.
Το εξώφυλλο είναι της Θέντας Μιμηλάκη. Πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε η συνεργασία μαζί της, για να αποδώσει το ύφος του μυθιστορήματος μέσω εικόνας; Έχετε συμμετάσχει στη διαμόρφωση της όψης του εξωφύλλου;
Είναι τιμή που το εξώφυλλο το φιλοτέχνησε μία τόσο εμπνευσμένη καλλιτέχνιδα. Αυτή είναι η δεύτερη συνεργασία μας: Είχα την ευτυχία να κοσμήσει με έργο της και το εξώφυλλο του μυθιστορήματός μου Οι ματαιωμένοι αρραβώνες, επίσης από τις Εκδόσεις Πατάκη. Και τότε και τώρα, πραγματικά ένιωσα ότι έβλεπε την ιστορία μέσα από τα μάτια μου. Στη διαμόρφωση της όψης του εξωφύλλου συμμετείχα επιλέγοντας χρώματα, διαλέγοντας μεταξύ εκδοχών, αφού η εικονογράφος είχε καταλήξει στο τελικό σχέδιο. Και έτσι πρέπει: ο εικονογράφος πρέπει να εργάζεται αφουγκραζόμενος ό,τι του λέει το ίδιο το έργο και όχι όσα του λέει ο συγγραφέας. Οι εικονογράφοι είναι αυτόνομοι καλλιτέχνες. «Υπηρέτες» της Τέχνης και όχι των προθέσεων του συγγραφέα.
Τα βιβλία σας έχουν αποσπάσει σημαντικές διακρίσεις και έχετε μπει δύο φορές στη βραχεία λίστα για Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου. Πώς σας έχει επηρεάσει ή τι σημαίνει για εσάς η αναγνώριση αυτή;
Η διάκριση δίνει στον δημιουργό τη δυνατότητα να αξιολογήσει τη δουλειά του με έναν τρόπο αντικειμενικό: αν κάποιοι άνθρωποι με γνώσεις και εμπειρία την αξιολογούν θετικά, αυτό είναι ένα κίνητρο για να συνεχίσει…
Ποια είναι τα επόμενα θέματα ή οι ιστορικές περίοδοι που σκέφτεστε να διερευνήσετε μέσα από τη λογοτεχνία; Υπάρχει κάτι που δεν έχει καλυφθεί αρκετά και σας ελκύει ως συγγραφέα να το φωτίσετε;
Δεν υπάρχει, νομίζω, κάτι που δεν έχει γραφτεί επαρκώς, είτε μέσα από τη λογοτεχνία είτε μέσα από άλλα είδη λόγου, που περιμένει να το φωτίσω… Απλά, ο καθένας μας, ανάλογα και με την εποχή του, αναπτύσσει προσωπικά ερευνητικά ή λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Αυτή τη στιγμή ασχολούμαι με ένα ιστορικό μυθιστόρημα αστυνομικής πλοκής, που διαδραματίζεται στην περιοχή του Κιέβου, στα τέλη του 10ου αιώνα. Στα τέλη, δηλαδή, της 1ης χιλιετίας μετά Χριστόν. Μια εποχή όπου οργιάζουν οι φήμες για την επερχόμενη Δευτέρα Παρουσία, για την Τελική Κρίση, για το τέλος του κόσμου. Σε μια περιοχή όπου, όπως και σήμερα, τα συμφέροντα των λαών συγκρούονται και οι τύχες των ατόμων κρίνονται από τις συγκυρίες. Ίδωμεν…
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Βησσαρία Ζορμπά-Ραμμοπούλου σπούδασε Φιλολογία και Αρχαιολογία, μετεκπαιδεύτηκε στα Παιδαγωγικά και είναι διδάκτωρ του Παντείου Παν/μίου. Το μυθιστόρημά της "Το κρυμμένο εργοστάσιο παιχνιδιών" (εκδ. Πατάκη) απέσπασε το Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, το βιβλίο "Σελίδες ενός έφηβου χειμώνα" (εκδ. Πατάκη) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Μυθιστορήματος, ενώ το μυθιστόρημα "Το καλοκαίρι των Αβάρων" (εκδ. Κέδρος) στη βραχεία λίστα του περιοδικού Ο Αναγνώστης. Το 2018 βραβεύτηκε από το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης για την τραγωδία της Μελέαγρος. Το 2019, το μυθιστόρημα "Οι ματαιωμένοι αρραβώνες – Η 29η Απρίλη 1453" (εκδ. Πατάκη) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Μυθιστορήματος. To 2025, το ιστορικό μυθιστόρημά της "Ο Σπετσέρης του Λεπάντο: 1571, Η Χρονιά της Ναυμαχίας" (εκδ. Αρτέον) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Ιστορικού Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Κων/νου και Αρτέμιδος Κυριαζή. Το μυθιστόρημά της "Ουμπάιντα: Το καραβάνι των ψυχών", κυκλοφορεί από τις "εκδόσεις Πατάκη".
