Με αφορμή την έκδοση της κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής μελέτης και του βιβλίου, συνομιλούμε με τον Αντώνη Ε. Χαριστό για το περιεχόμενο και τα συμπεράσματα της έρευνάς του. Σε σχετική ερώτηση της «Ε» και του diastixo.gr για το τι τον ώθησε να προσεγγίσει το θέμα τώρα, ο Αντώνης Ε. Χαριστός απαντά: «Αυτό το ερώτημα απασχόλησε και εμάς, γιατί μέχρι τώρα, από το 2002 έως σήμερα, η εργατική τάξη δεν ασχολήθηκε με την ταξική πλευρά της σύγχρονης ιστορίας της. Είναι καιρός να πάψουν να διαβάζουν την ιστορία της τάξης τους με τα μάτια των αστών».
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Το νέο σας βιβλίο καταπιάνεται με ένα από τα πιο φορτισμένα κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Τι σας ώθησε να το προσεγγίσετε τώρα και όχι νωρίτερα;
Αυτό το ερώτημα απασχόλησε και εμάς. Γιατί μέχρι τώρα, από το 2002 έως σήμερα, η εργατική τάξη δεν ασχολήθηκε με την ταξική πλευρά της σύγχρονης ιστορίας της, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται φυσικά και το πλέον υγιές κομμάτι της, αυτό της ένοπλης εργατικής πρωτοπορίας. Εν τέλει, μαζί με τον Στράτο Τζαμπαλάτη, και στον σχεδιασμό 15 μελετών, εντάξαμε ακριβώς αυτή τη συνειδητά λησμονημένη πλευρά της ταξικής ιστορίας του εγχώριου εργατικού κινήματος (συνειδητά από τις κομματικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς) στην εργασία μας, ακριβώς για να την αναδείξουμε και, κυρίως, για να έρθουν σε επαφή οι εργάτες με την αλήθεια της τάξης τους, έξω από το κυρίαρχο αστικό αφήγημα, που επί δεκαετίες διοχετεύεται στον δημόσιο λόγο διαστρεβλώνοντας όρους, έννοιες, αιτίες και αποτελέσματα.
Χρησιμοποιείτε τον όρο «επαναστατική αντι-βία». Ποια είναι η ουσιαστική διαφορά του από την έννοια της βίας όπως συνήθως γίνεται αντιληπτή στον δημόσιο λόγο;
Πρέπει να γίνει σαφές και κατανοητό πως η βία αποτελεί μονοπώλιο του αστικού κράτους. Έχει έννομο συμφέρον να ασκεί βία καθολικά στο σώμα της κοινωνίας, καθώς μέσα από τη φυσική ή/και ιδεολογική βία, κατά κύριο λόγο με τη χρήση της δεύτερης, επιδιώκει την αναπαραγωγή του εαυτού του μέσα από την προάσπιση της ρίζας του αστικού δικαίου, ρίζα που δεν είναι άλλη από την ατομική ιδιοκτησία. Ο δημόσιος και ιδιωτικός χώρος κατασκευάζεται εντός ενός κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας που αντανακλά την καθετοποίηση των ιεραρχικών σχέσεων εξουσίας, όπως αυτές διαμορφώνονται στις παραγωγικές δομές και υποδομές του καπιταλισμού. Αυτή ακριβώς η κανονιστική μοντελοποίηση της κοινωνικής ολότητας διατηρείται σε ισορροπία μέσα από την ενεργοποίηση ιδεολογικών σχημάτων που καθορίζουν το περιεχόμενο του δημόσιου λόγου, διοχετεύοντας την αναπαραγωγή του από τους αποσυνάγωγους. Επρόκειτο για την ιδεολογική βία της αστικής εξουσίας, εξίσου κατασταλτική με ορίζοντα τη συνείδηση. Η σωματική βία, η καθαρά κατασταλτική, ενεργοποιείται όταν πτυχές του δημόσιου χώρου δεν αναπαράγονται αβίαστα και συμβατικά, αλλά μεσολαβούν ενέργειες των αποσυνάγωγων που αρνούνται στην πράξη, έστω και στιγμιαία, την ανανέωση των όρων επιβολής της αστικής εξουσίας. Διαδηλώσεις, καταλήψεις, απεργίες κ.λπ. είναι μορφές αυτής της στιγμιαίας άρνησης, που, όμως, δεν υπερβαίνουν το νομικό πλαίσιο λειτουργίας και αποδοχής, επομένως δεν τείνουν να αμφισβητήσουν προκαλώντας ρήγματα στο αστικό κέλυφος εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, η επαναστατική αντι-βία των ένοπλων εργατικών πρωτοποριών υπήρξε το σημείο τομής ανάμεσα στην αστική και την προλεταριακή ηθική. Σε πρώτο επίπεδο παρεμβαίνει αρνούμενη την ιδεολογική κυριαρχία των αστών και σε δεύτερο στάδιο πράττει με σκοπό να προκαλέσει ρήγματα ανισορροπίας στο αστικό κατεστημένο των σχέσεων εξουσίας. Είναι αντι-βία, γιατί υιοθετεί μέσα με τελικό σκοπό όχι την αλλαγή των όρων λειτουργίας της κοινωνικής συγκρότησης, αλλά την ολική απελευθέρωση του ανθρώπου στο εδώ και στο τώρα, διαπιστώνοντας πως οι αντικειμενικές συνθήκες έχουν ωριμάσει καιρό τώρα, αλλά οι υποκειμενικές μένουν εγκλωβισμένες στη διαστρέβλωση της ατομικότητας εντός του συστήματος αξιών του καπιταλισμού. Θέτουν εαυτόν στη δαμόκλειο σπάθη και είναι πρωτοπορίες ακριβώς επειδή διακινδυνεύουν την ύπαρξή τους, τη βιολογική τους υπόσταση, στον συμβολισμό της κοινωνικής ανατροπής.
Σε ποιον αναγνώστη απευθύνεται πρωτίστως αυτό το έργο; Στον ερευνητή, στον πολιτικοποιημένο πολίτη ή στον αναγνώστη που αναζητά ερμηνείες της σύγχρονης ιστορίας;
Κατά κύριο λόγο απευθυνόμαστε στους εργάτες. Είναι καιρός να πάψουν να διαβάζουν την ιστορία της τάξης τους με τα μάτια των αστών. Επί δεκαετίες, οι νέες γενιές εργατών που εμφανίζονται στο προσκήνιο του δημόσιου λόγου αφομοιώνουν και επαναλαμβάνουν σαν δικά τους, σαν να αφορούν αποκλειστικά αυτούς τους ίδιους, τα αφηγήματα της αστικής εξουσίας. Σε αυτό συμβάλλουν κατ’ εξακολούθηση οι κομματικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς, επίσημης και ανεπίσημης. Με έντεχνο τρόπο η αστική εξουσία διοχετεύει στον δημόσιο λόγο το κυρίαρχο κάθε φορά αφήγημα, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της. Απευθυνόμαστε, λοιπόν, στους εργάτες και τους καλούμε να διαβάσουν την ιστορία τους έξω από το αστικό πλαίσιο διδασκαλίας αυτής.
Πιστεύετε ότι η ελληνική κοινωνία έχει πραγματικά επεξεργαστεί το παρελθόν της πολιτικής σύγκρουσης ή συνεχίζει να το αντιμετωπίζει με φόβο και σιωπή;
Κάθε γενιά κατασκευάζεται στο κανονιστικό πρότυπο των εξουσιών που τη διαχειρίζονται και την ελέγχουν. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στον φόβο ή την απόκρυψη, αλλά συνολικά στον τρόπο σκέψης. Καμία κοινωνία έως σήμερα δεν επέτρεψε στα μέλη της να σκέφτονται με αυτονομία στη βούληση. Επομένως, είναι δεδομένο πως οι αιτίες δεν εμφανίζονται ποτέ ερευνητικά και ερμηνευτικά στο προσκήνιο του δημόσιου λόγου. Τα φερέφωνα της αστικής εξουσίας, τα Μ.Μ.Ε., δεν θα αναδείξουν ποτέ τις αιτίες, αλλά πάντοτε θα εστιάσουν στα αποτελέσματα, διαστρέφοντάς τα κατά το δοκούν, ανάλογα με τις πολιτικές κατευθύνσεις της ιδιοκτήτριας αρχής. Και παρά τις όψιμες διαφοροποιήσεις, δεν παύουν να υπηρετούν ένα και μόνο κανονιστικό πρότυπο λειτουργίας: αίμα-ψέμα-σπέρμα.
Η ταξική ανάλυση παραμένει, κατά τη γνώμη σας, ένα επίκαιρο εργαλείο κατανόησης της κοινωνίας ή έχει αποδυναμωθεί στη σύγχρονη εποχή;
Δεν μπορεί να υπάρξει ανάλυση της κοινωνίας, των σχέσεων εξουσίας, των συλλογικών και ατομικών ενεργειών, των διαστρωματώσεων, των πολιτικών πρακτικών και των ιδεολογικών σχημάτων δίχως το εργαλείο της ταξικής ανάλυσης. Δεν είναι ζήτημα πρόθεσης ή επιλογής, αλλά αντικειμενική πραγματικότητα. Με οποιονδήποτε τρόπο κι αν προσπαθήσεις να προσεγγίσεις και να ερμηνεύσεις την κατάσταση πραγμάτων της καθημερινότητας, σκοντάφτεις πάντα στις σχέσεις εξουσίας, την ιδιοκτησία, τον μηχανισμό της αστικής εξουσίας-κράτος, την ψευδαίσθηση της τεχνητής ελευθερίας για τους αποσυνάγωγους, την προβολή και τη διοχέτευση της αλήθειας των αστών ως μονόπλευρης αξίωσης αναγνώρισης της ιστορίας και της μνήμης αυτής – αναγνωρίζοντας πάντοτε και τα πρωτεία της εξουσίας που αυτή συνεπάγεται κ.λπ. Όσες γωνίες και αν λειάνει η επιστημοσύνη, όσες πλευρές του κοινωνικού όλου κι αν επικαλύψει τεχνητά η αστική διαχείριση, όσες πληγές στο συλλογικό σώμα κι αν αποκρύψει με φτιασίδια και λαμπερές τελετές, με επιδόματα επιβίωσης και κοινωνικούς αυτοματισμούς, η ιστορία του πολιτισμού, δηλαδή η ιστορία των σχέσεων ιδιοκτησίας, ακολουθεί την πορεία της πάλης μεταξύ πλούσιων και φτωχών, εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων, εξουσιαστών και εξουσιαζομένων.
Κατά τη διάρκεια της έρευνάς σας, υπήρξε κάποιο σημείο όπου αμφισβητήσατε ακόμη και τις δικές σας βεβαιότητες;
Δεν ξεκινήσαμε την εργασία με βεβαιότητες. Η μόνη θέση την οποία εξαρχής θέσαμε ως όρο απαράβατο ήταν η ανάδειξη του πλέον υγιούς τμήματος των εργατών της χώρας μας και της σύγχρονης ιστορίας αυτών, της ένοπλης εργατικής πρωτοπορίας του Ε.Λ.Α. και της 17Ν, με όρους όχι ιστοριογραφικής καταγραφής, αλλά ταξικής-δομικής εμβάθυνσης και ανάλυσης, με στόχο να προσφέρουμε ένα ελάχιστο από την αλήθεια που σκόπιμα κρύβεται εδώ και δεκαετίες από τους εργάτες, και που τους αφορά άμεσα.
Πού τοποθετείτε τα όρια ανάμεσα στην ιστορική ανάλυση και την ηθική κρίση, όταν προσεγγίζετε τόσο ευαίσθητα ζητήματα;
Ταξική ιστορία και ταξική ηθική ταυτίζονται. Δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε τη χωρική και χρονική παρουσία των εργατών στον δημόσιο λόγο με όρους επιστημονικής έρευνας και τεκμηρίωσης, παρακάμπτοντας τον παράγοντα της ταξικής οπτικής θέασης των πραγμάτων, παραγνωρίζοντας την ιστορία της τάξης μας. Η ερμηνεία των τεκμηρίων, στην αντικειμενική τους τοποθέτηση εντός του μεθοδολογικού και ερευνητικού πεδίου αναφοράς, δεν προηγείται της ταξικής ανάλυσης, αλλά λειτουργεί ως αποκωδικοποιητής των επεξηγηματικών κατευθύνσεων τις οποίες εκ των προτέρων έχουμε ορίσει.
Ως συγγραφέας αλλά και άνθρωπος του εκδοτικού χώρου, πώς αξιολογείτε το επίπεδο δημόσιου διαλόγου γύρω από πολιτικά και θεωρητικά βιβλία στην Ελλάδα σήμερα;
Υπάρχει ένα μόνιμο αφήγημα αστικής προέλευσης και διαχείρισης εδώ και δεκαετίες, το οποίο αναπαράγεται σε όλες τις εκδηλώσεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου. Το αφήγημα αυτό σχετίζεται με τον εξαρτημένο ρόλο της λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης της χώρας από το μονοπωλιακό κεφάλαιο, εξάρτηση η οποία μετράει χρόνους ήδη από την Επανάσταση του 1821. Το αφήγημα της ψωροκώσταινας είναι κυρίαρχο, μόνο που αφορά τους αποσυνάγωγους, τους εκμεταλλευόμενους, τους εξουσιαζόμενους. Οι αστοί εκμεταλλεύονται τον κρατικό μηχανισμό και το δημόσιο χρήμα για να αναπαράγουν διαρκώς και αδιαλείπτως την εξουσία τους. Επομένως, ο δημόσιος διάλογος και η πολιτική βιβλιογραφία, αντίστοιχα, ενσωματώνουν αυτό ακριβώς το αφήγημα και την ίδια ακριβώς κοινωνική στόχευση.
Θεωρείτε ότι ο διανοούμενος οφείλει να παίρνει ξεκάθαρη θέση ή να λειτουργεί κυρίως ως αναλυτής και ερμηνευτής των γεγονότων;
Δεν υπάρχει επιστημονική εργασία, όσο αντικειμενικά δοσμένη κι αν παρουσιάζεται, στην οποία ο συντάκτης αυτής να μην υιοθετεί συγκεκριμένη πολιτική θέση. Είτε συνειδητά, είτε ασυνείδητα, ο δημιουργός καταγράφει την πολιτική του θέση. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς στη συγκεκριμένη εργασία.
Τι θα θέλατε να μείνει στον αναγνώστη αφού κλείσει την τελευταία σελίδα;
Πως η αλήθεια είναι πάντοτε ταξική.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
O Αντώνης Ε. Χαριστός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1988. Είναι φιλόλογος και δημοσιογράφος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Είναι ο ιδρυτής του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, του οποίου διατελεί πρόεδρος, ενώ παράλληλα έχει εισηγηθεί, επεξεργαστεί και διαμορφώσει τους όρους της τεχνοτροπίας του «δομημένου ρεαλισμού» στη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας, μία ποιητική συλλογή και τρεις επιστημονικές μελέτες. Επίσης, έχει επιμεληθεί συλλογικές εκδόσεις ποίησης και πεζογραφίας, ενώ έχει υπογράψει σενάρια και σκηνοθεσία σε τρεις ταινίες μικρού μήκους. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων και της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά. Ως κριτικός θεάτρου και λογοτεχνίας, δημοσιεύει τακτικά αναφορές σε διαδικτυακούς χώρους πολιτισμού και έντυπες εκδόσεις. Είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού λογοτεχνίας Λογοτεχνικό Δελτίο, καθώς και της ετήσιας επιθεώρησης τέχνης Παράθυρο στην τέχνη. Είναι επίσημος επιμελητής, ποίησης και πεζογραφίας, των Εκδόσεων Γράφημα, καθώς και διευθυντής των Εκδόσεων Υψικάμινος, επίσημες εκδόσεις του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος. Το τελευταίο του βιβλίο, η μελέτη Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου: Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις "Υψικάμινος".
