Μέσα από τις ιστορίες τους αναδεικνύονται η δύσκολη ενηλικίωση νεαρών ανδρών, ο αγώνας για την επιβίωση και την αξιοπρέπεια, ο έρωτας, αλλά και ο ανήθικος ανταγωνισμός, η απώλεια αγαπημένων προσώπων και, τελικά, η αναμέτρηση με τον ίδιο τον θάνατο. Τη συλλογή ολοκληρώνει, ως επίλογος, ένα πεζό ποίημα αφιερωμένο στον ανθρώπινο αγώνα, την αντοχή και το όραμα που απαιτείται για να συνεχίζεται. Η έκδοση του νέου του βιβλίου μάς έδωσε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε μαζί του.
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Τι ήταν αυτό που σας έκανε να στραφείτε σε ιστορίες άλλων δεκαετιών; Τι σας συγκινεί σε εκείνες τις εποχές;
Οι δεκαετίες, στις οποίες αναφέρομαι στα αφηγήματα του βιβλίου μου "Πολύ σας αγαπήσαμε", είναι εκείνες που έζησα σαν παιδί, σαν έφηβος και σαν νέος άνδρας. Ήταν δύσκολες για εμένα και για πολλούς άλλους, αλλά τώρα τις βλέπω νοσταλγικά. Προσπαθώ να αναστοχαστώ τη θέση μου τότε στην κοινωνία, στις σπουδές, στην οικογένεια. Γιατί είχα τη στάση που τήρησα τότε, τι θα μπορούσα να είχα κάνει ή να είχα σκεφτεί αλλιώς. Κατέληξα ότι ήμουν μέσα σε ένα κοινωνικό ρεύμα σαν ποτάμι που με καθόριζε κι εμένα κυριαρχικά και ότι οι λύσεις που τότε επικρατούσαν δημιούργησαν πολλά από τα σημερινά αδιέξοδα. Αυτό ήθελα να το δείξω, για να προβληματιστούν και οι νεότεροι.
Πώς χτίζετε τη συναισθηματική διαδρομή των ηρώων; Ξεκινά από τη φαντασία ή από πραγματικές ιστορίες;
Το ερέθισμα για να ξεκινήσω την αφήγηση, με κάποιο αρχικό σχέδιο εξέλιξης, είναι κάποια πραγματικά γεγονότα που έζησα ή μου τα διηγήθηκαν, αλλά στην πορεία ανασκευάζω την ιστορία για να τονίσω τα δραματικά σημεία, αλλάζω το συναισθηματικό φορτίο στους χαρακτήρες των ηρώων σε κάθε δεδομένη περίσταση και επινοώ νέα σημεία στην πλοκή, έτσι ώστε προκύπτει μια μυθοπλασία που απέχει από την πραγματικότητα που είχα βιώσει συναισθηματικά, χωρίς να είναι και τελείως ξένη προς εκείνη.
Ο δικηγόρος του πρώτου διηγήματος βρίσκει τη δικαίωση μέσα από την ενάρετη στάση του. Πιστεύετε πως η μεγαλοψυχία έχει θέση στον σύγχρονο κόσμο;
Δεν θα έλεγα ότι η στάση του είναι μεγαλόψυχη, αφού και αυτός βρίσκεται στο όριο της εξαθλίωσης και της παραίτησης. Μάλλον η αλληλεγγύη προς κάποιον συμπάσχοντα, αλλά περισσότερο αδύναμο, θα έλεγα ότι ταιριάζει σαν χαρακτηρισμός στη συμπεριφορά του. Η μεγαλοψυχία είναι πράγματι σπάνια σήμερα. Αν δείξεις κάτι τέτοιο θα εκληφθεί ως αδυναμία και από τον ίδιο τον ευεργετηθέντα και θα γίνει αντικείμενο ειρωνείας και εκμετάλλευσης από τρίτους. Αν θέλεις να κάνεις όντως μια ευεργεσία, κάνε την αθόρυβα και φύγε.
Σχεδόν όλοι οι ήρωες είναι νέοι άνδρες που βιώνουν την ενηλικίωση, τον επαγγελματικό ανταγωνισμό και την ανάγκη για αξιοπρέπεια. Ήταν συνειδητή επιλογή να φωτίσετε κυρίως τη δική τους πορεία και πώς η εποχή εκείνη καθόριζε το «πρέπει» του άνδρα;
Ναι, ήταν συνειδητή επιλογή να μιλήσω κυρίως γι’ αυτούς, γιατί ήξερα το τοπίο τους. Μέσα από αυτούς φωτίζεται και η θέση των γυναικών, αφού ζωή δεν νοείται μόνο με ένα από τα δύο φύλα. Κάποιοι γυναικείοι χαρακτήρες ίσως φαίνονται αρνητικοί, αλλά πιστεύω ότι ήταν και αυτές θύματα των περιστάσεων. Υπάρχουν βέβαια και θετικοί χαρακτήρες, όπως η θεία του 6ου διηγήματος, που είναι μια μητρική μορφή μη παραιτημένη σαν γυναίκα, ή η γιαγιά στην ιστορία της γάτας. Τα «πρέπει» του άνδρα, αλλά και της γυναίκας, εκείνη την εποχή καθορίζονταν από την κοινωνία σχεδόν ασφυκτικά. Δεν υπήρχε η κουλτούρα της λεγόμενης «απελευθέρωσης» στη χώρα μας, αν και μόλις άρχιζε να δημιουργείται ανάμεσα σε κάποιες πρωτοπορίες μόνο. Ο άνδρας έπρεπε να είναι μάτσο, ανταγωνιστικός με τους άλλους άνδρες, κυριαρχικός απέναντι στις γυναίκες και να μη δείχνει συναισθήματα. Οι νέοι άνδρες που περιγράφω δεν ήταν οι τύποι που είχαν καθιερωθεί σαν αποδεκτοί στην κοινωνία. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζονταν με υποψίες παρέκκλισης, ή αχρηστίας για τον ρόλο που καλούνταν να ενσαρκώσουν (έτσι λ.χ. αντιπροσώπευαν το αντίθετο αρνητικό πρότυπο του νερόβραστου τζέντλεμαν ή του city boy, που με μια πάχυνση του αρχικού αγγλικού σίγμα καταλήγει σε shitty boy, δηλαδή το «χεσμένο παιδί»).
Στο διήγημα που δίνει και τον τίτλο του βιβλίου μιλάτε για την αγάπη που δεν ευδοκιμεί. Γιατί μας καθορίζουν τόσο οι ανεκπλήρωτοι έρωτες;
Γιατί δεν έχουν προλάβει να διαψευστούν…
Υπηρετήσατε για δεκαετίες τη Δικαιοσύνη, φτάνοντας στον βαθμό του Προέδρου Εφετών. Πώς επηρέασε αυτή η επαγγελματική σας διαδρομή –που εστιάζει στην αλήθεια, τη δικαίωση και την ηθική– τα λογοτεχνικά σας θέματα, ειδικά αυτά που αφορούν τον αγώνα για επιβίωση και αξιοπρέπεια;
Τη Δικαιοσύνη ως θεσμό ανέλαβα να την υπηρετήσω όχι μόνο σαν μια βιοποριστική επιλογή, αλλά από πραγματική πίστη στο ιδεώδες της ουσιαστικής δικαιοσύνης. Έτσι, στα αφηγήματά μου περιγράφω κυρίως χαρακτήρες θετικούς, ηθικά ορθούς, που θέλω τελικά να τους δικαιώσω μέσα στην εξέλιξη της πλοκής. Αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Αφήνω χώρο και για χαρακτήρες αμφιλεγόμενους, στο μεταίχμιο της ηθικής και της εξαναγκασμένης από την επιβίωση παρανομίας. Ακόμα, υπάρχουν και χαρακτήρες που διέπονται από μια υπαρξιακή αγωνία πέραν της ηθικής, λ.χ. η Κοντσέτα ή ο Λάμπης της Φώνταινας.
Στη λογοτεχνία, ο συγγραφέας έχει τον ρόλο του δημιουργού και, σε έναν βαθμό, του κριτή των πράξεων των ηρώων του. Πόσο δύσκολο είναι να κρατήσετε τη διακριτική απόσταση του συγγραφέα, όταν έχετε συνηθίσει να αποδίδετε κρίση μέσω της δικαστικής ιδιότητας;
Πραγματικά είναι δύσκολο και είναι μια καλή ερώτηση αυτή. Συνεχώς είχα την έννοια μήπως ξεπέσω σε μια φτηνή διδακτική ηθικολογία. Ο αναγνώστης θα κρίνει αν το πέτυχα.
Γιατί επιλέξατε να κλείσετε με την ιστορία του Στέλιου Κυριακίδη;
Διότι νομίζω ότι το νόημά της, για την επιβίωση με αξιοπρέπεια και την επιδίωξη ενός υπέρτερου κοινωνικού σκοπού, διατρέχει όλα τα υπόλοιπα αφηγήματα σαν μια χρυσή κλωστή – οδηγός για τον αναγνώστη.
Ποιο είναι το κυριότερο μήνυμα που θέλετε να κρατήσει ο αναγνώστης φεύγοντας από τις σελίδες του βιβλίου σας;
Στους αγώνες της ζωής μας σημασία για την ηθική νίκη, αυτή που κυρίως μετράει, δεν έχει το μέχρι πού έφτασες και πόσο γρήγορα, αλλά το από πού ξεκίνησες και πόσο τίμια και με προθυμία για τις αναγκαίες θυσίες αγωνίστηκες παρά τις αντίξοες συνθήκες. Για την αναγνώριση αυτού οι Ιάπωνες λένε «ganbatta», κάτι σαν «μπράβο, δεν μπορούσες παραπάνω». Με αυτό δεν εννοώ ότι όλοι οι ήρωες του βιβλίου αξίζουν αυτόν τον έπαινο, αλλά ότι οι συνθήκες που αντιμετώπιζαν όλοι μέσα στην κοινωνία εκείνων των χρόνων επέβαλλαν μια τέτοια στάση.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Αθανάσιος Δαββέτας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και αποφοίτησε το 1980. Μετά τη θητεία του στον στρατό (1980-1981), διορίστηκε δικηγόρος (1982). Αργότερα πέρασε με επιτυχία στις εξετάσεις υποψηφίων δικαστικών λειτουργών και διορίστηκε δικαστής των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων (1984). Σταδιοδρόμησε κυρίως στην Αθήνα και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Προέδρου Εφετών. Έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από βρετανικό πανεπιστήμιο στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο (LLM) το 2002. Για αρκετά χρόνια συμμετείχε σε αποστολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην έδρα της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες, όπου εργάστηκε σε επιτροπές για την εκπόνηση Κοινοτικών Οδηγιών σε θέματα αστικού δικαίου. Μιλάει άνετα αγγλικά και μέσου επιπέδου ισπανικά. Αναδείχτηκε αναπληρωτής προϊστάμενος του Εφετείου Αθηνών το 2022 και είναι συνταξιούχος από τον Ιούλιο του 2024. Γράφει ιδιωτικά, από το 1982, ποιήματα και διηγήματα. Δραστηριοποιήθηκε από το 2017 στο πλαίσιο του συλλόγου Κύκλος Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών (ΚΕΛΔ), για την καλλιέργεια της λογοτεχνίας στον χώρο των δικαστικών λειτουργών· διετέλεσε κατ’ αρχάς κοσμήτορας και ακολούθως πρόεδρος του Δ.Σ. του συλλόγου. Κατέστησε δημόσια γνωστά τα λογοτεχνικά του πονήματα με συμμετοχές του, αφενός, σε εκδηλώσεις του ΚΕΛΔ και, αφετέρου, σε δύο ανθολόγια, που εκδόθηκαν μέχρι σήμερα από τον ίδιο σύλλογο. Το 2022 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ψίθυροι από μια άλλη ζωή (εκδ. Ελκυστής) με διηγήματα, ποιήματα και ένα δοκίμιο, και το 2025 η συλλογή διηγημάτων του Πολύ σας αγαπήσαμε (εκδ. Όταν), Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στον νομικό επιστημονικό Τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό.
