ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2026 14:00

Στέλιος Χαλκίτης: "Ο θάνατος είναι η προϋπόθεση της ζωής, αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξης"

Γράφτηκε από την

Στέλιος Χαλκίτης: "Ο θάνατος είναι η προϋπόθεση της ζωής, αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξης"

 

Memento Mori… περί θανάτου, μια ψυχαναλυτική προσέγγιση.

Ο θάνατος είναι η προϋπόθεση της ζωής, αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξης που οφείλουμε, ορθοφρονώντας, να λαμβάνουμε διαρκώς υπόψη τη σύμμεικτη ελλοχευτική παρουσία του.

Ένα φοβερό και συνάμα εξιλεωτικό ερώτημα συνώνυμο της γελοιογραφίας του τραγικού, της αμφιβολίας και της καθολικής οδύνης κατατρύχει τον άνθρωπο: «Υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;» Ωστόσο, διαλεκτικά αφελείς, αποφεύγουμε να απαντήσουμε «αν υπάρχει ζωή πριν απ’ τον θάνατο».

Νεύουμε a priori καταφατικά. Πάντως, είναι ασύγγνωστη εθελοτυφλία να ισχυριζόμαστε πως ζούμε, υποδυόμαστε τη ζωή μας και διαβιούμε εκφυλισμένα και υποτελειακά τείνοντας προς την ευκολία, εξοφλώντας γραμμάτια που υπέγραψαν  οι άλλοι. Και άλλοι είναι όχι μόνο τα υποκείμενα των συλλογικοτήτων αλλά και οι άλλοι  μέσα μας που παράφωνα διεκδικούν αλλότρια, και γίναμε τόσο πολλοί.

Δεν είμαστε άρτιες και ολοκληρωμένες ατομικότητες, εν τούτοις δυνάμεθα να γίνουμε εφόσον κατανοήσουμε τον θάνατο.

Η βιολογική διαπόρευση του ανθρώπου είναι μια εναλλαγή νοηματοδοτήσεων κορυφής, μεσότητας και βάσης. Ωστόσο, όσο υψηλή και αν χαρακτηριστεί μια νοηματοδότηση, αν δεν αφορμάται από τη διαλεκτική της ζωής και δεν εσωκλείει τη σκέψη του θανάτου, ακυρώνει το υποστασιακό όφελος που θα μπορούσε να προκύψει. Η κενότητα μιας φλύαρης ζωής χωρίς ίχνος απορίας, χωρίς επίγνωση της θνητότητας, μας υποχρεώνει σε αναζήτηση μιας ζωής μετά θάνατον. Ωστόσο, θέλει επίγνωση η απόφαση για μεταμόρφωση.

Η στοχαστική αυτενέργεια κομίζει νόημα στην ύπαρξη και η σχέση με τον θάνατο ρυθμίζει τις σχέσεις με τους άλλους, και οι σχέσεις με τους άλλους ρυθμίζουν άμεσα ή έμμεσα την πορεία προς τον θάνατο και ακόμη αυτόν τον ίδιο τον θάνατο για τον οποίο έχουν γραφτεί τα πιο αντιφατικά πράγματα, ότι είναι ένας ύπνος ευχάριστος, ηδύς και δίχως όνειρα. Λησμόνησαν πως πρέπει να ξυπνήσεις για να αισθανθείς την ανακούφιση του ύπνου. Άλλοι πάλι είπαν πως δεν μας αφορά, όταν ζούμε δεν υπάρχει ο θάνατος, και όταν έρθει, εμείς δεν θα είμαστε εκεί. Αυτοί οι πολλαπλοί μετατονισμοί και οι σκεδασμοί της συνείδησης επιτείνουν την καταγωγική σύγχυση ταυτότητας -πέραν του ότι η ταυτότητα δεν είναι έκφραση εαυτότητας- μας αποπροσανατολίζουν και μας κρατούν δέσμιους ενός κόσμου παλαιού.

Λένε πως ο θάνατος είναι ο σκοπός της ζωής· λίγα πράγματα αισθάνομαι πως αφίστανται τόσο της πραγματικότητας. Είναι αδύνατος ο τελεολογικός της προσανατολισμός. Δεν μπορούμε φυσικώ τω τρόπω, να βρούμε τον σκοπό της ζωής γιατί δεν θέσαμε εμείς τον σκοπό ή ακόμα τα γεγονότα του σκοπού να μην βρίσκονται στη δική μας πραγματικότητα. Ακόμα και η πλέον αξιόπιστη πληροφορία θα κυμαίνεται στα αμφίβολα όρια της πίστης, πρόθυμη να ολισθήσει στην της πίστης εγγενή αμφιβολία, διότι δεν υπάρχει διαδικασία εμπειρικής επαλήθευσης. Δυνάμεθα όμως να παράγουμε νόημα, να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή στοχοπροσηλώνοντας τις εκούσιες επιδιώξεις μας με προϊούσα κλιμάκωση σε ιδεωδέστερες νοηματοδοτήσεις που απαρεγκλίτως υπηρετούν τον σκοπό τους, παρόλο που οι επιτεύξεις κυοφορούν την αδυσώπητη μελαγχολία της εκπλήρωσης, αφήνοντας μια πικρή επίγευση.

Και ερωτηματικά σκέφτομαι, αν ο σκοπός ήταν ορατός, θα μπορούσαμε να αντέξουμε στη θέασή του; Καταφάσκω στην άρνηση, αν γνώριζα τον σκοπό, οπωσδήποτε θα μου στερούσε την «ελευθερία», καθιστώντας με πρωτύτερα ανεύθυνο, αποσυνδέοντάς με από τις συνέπειες. Ο σκοπός προϋποθέτει όρια, ασφαλή προσανατολισμό· η πορεία δεν θα είχε τη δική μου χάραξη και μέσα στον δεσμευτικό της χαρακτήρα ενδογενώς κομίζει τη μη ευθύνη. Δεν θέλω να χάσω την ευθύνη μου, ούτε τη δυνατότητα να εκτείνω την ελευθερία. Η «ελευθερία» συμβαίνει όταν υψωθεί σε εσωτερική νομοθεσία η συναίσθηση της θνητότητας· πριν, επιβιώνεις παραπαίοντας μεταξύ μιας αυτοθέλητης ειλωτείας και μιας ανυπόληπτης ελευθερίας. Έχουμε έναν εκτελεστή και έναν κατάδικο· μπορούσε να ήταν ο εκτελεστής κατάδικος και να εκτελεστεί απ’ τον κατάδικο. Ωστόσο, κανένας από τους δύο δεν μπορεί να ματαιώσει τον θάνατο του άλλου. Φυσικά, αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει παρά μόνο αν υπήρχε δυνατότητα να πεθάνει κάποιος δύο φορές, διότι ερήμην μας στην προϋπόθεση για να ζήσουμε, να δεχτούμε να πεθάνουμε. Παρ' όλα αυτά, ίσως, ίσως κάποιοι θα θέλαμε να είχαμε την ελευθερία με κάποιον τρόπο να το κάνουμε. Συνεπώς δεν θα είμαστε ποτέ απόλυτα ελεύθεροι.

Κάθε νέα ύπαρξη είναι περισσότερο υπόδουλη από την προηγούμενη, είμαστε δέσμιοι εκατομμυρίων ετών μνήμης και εμπειρίας και ίσως ναι, η έδρα αυτής της μνήμης να μην βρίσκεται μέσα στον εγκέφαλο αλλά έξω, κάπου αλλού. Κρατείστε αυτό, θα μας χρειαστεί πιο κάτω.

Ο θάνατος λοιπόν δεν είναι σκοπός, είναι η προϋπόθεση της ζωής, αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξης που οφείλουμε, ορθοφρονώντας, να λαμβάνουμε διαρκώς υπόψη τη σύμμεικτη ελλοχευτική παρουσία του. Σε τίποτα δεν ωφελεί να αρνούμαστε εμμονικά τον θάνατο τροφοδοτώντας την υψηλή αγερωχία του. Δεν αποδέχεται ο άνθρωπος τον δικό του θάνατο. Απωθεί αυτή τη βεβαιότητα στα τρίσβαθά του και το μόνο που κάνει είναι να αμφισβητεί την κρυμμένη βεβαιότητα, επιδιώκοντας να την μετατρέψει σε απίθανη ενδεχομενικότητα. Σε αυτήν την ασυνείδητη επιδίωξη αναλώνεται η επιβίωσή του, προσπαθεί παντοιοτρόπως να ξεχωρίσει μέσω της δόξας, του πλούτου, της μετάβασης από το άδειο στο κενό. Είναι πεπεισμένος πως αν ξεχωρίσει από το πλήθος, δεν θα είναι συμμέτοχος στην κοινή μοίρα.

Ο αποπνιχτικός φόβος του θανάτου συμπλέκεται ρητά με έναν άλλο, εξίσου ασφυκτικό, καθηλωτικό και επιτηδευμένο, τον φόβο του Θεού, τη δεύτερη εκδοχή της ίδιας όψης του νομίσματος. Ο πρώτος μας απομακρύνει από τη ζωή, στρέφοντάς μας στη λήθη μέσω αφελών επιδιώξεων, κάτι σαν τις μικρές νίκες πριν τη μεγάλη και απέλπιδα μάχη και ο άλλος μας αποστερεί τη δυνατότητα, όντας ζώντες, να διαπεράσουμε τον θάνατο· αυτό το ελέγχει, το έχει αναλάβει ο Θεός αυτοπροσώπως.

Η παραμορφωτική στρέβλωση της οπτικής του «γίγνεσθαι» οφείλεται σε μια οντική παραπραξία που αγωνιά να παρατείνει το όριο της επιβίωσης, αποκλείοντας τη ζωή από τον άνθρωπο. Σχεδόν σύνολη η προσοχή της επιστήμης έχει επικεντρωθεί στην ανεύρεση τρόπων να παραταθεί το μεθόριο όριο της ζωής, αγνοώντας την ολίγιστη αξία αυτής της επιδίωξης, ειδικά όταν η ζωή είναι αμέτοχη στην προσωπική μας ιστορία. Η ιστορία του καθενός στην προσπάθειά του να μην διασταυρωθεί με τον θάνατο, δεν τέμνεται με τη ζωή. Φαίνεται μια οντική αντινομία να αντιστρατεύεται την οντολογική στρουκτούρα. Δηλώσαμε υποτελείς στους φόβους και δεν ζήσαμε ποτέ. Οι θεονομικές προσταγές, οι επαγγελίες του εκείθεν και του επέκεινα, κατέστησαν εντεύθεν τη ζωή αμφισήμαντη, ευτελίζοντας δυο υπέρτατα, και ίσως τα μόνα που δικαιούνται να ονομάζονται ατομικά, γεγονότα τη γέννηση και τον θάνατο, καθιστώντας τον άνθρωπο ακατάτακτο, ούτε ζωντανό, ούτε νεκρό, παρά μόνο ριγμένο σε μια ερεβώδη υπαρξιακή αυτοεγκατάλειψη. Έτσι οικοδομήθηκε η φυλακή και ο καθένας μέσα από τη φυλακή του βλέπει τους άλλους πίσω από τα κάγκελα.

Όλα εξαρτώνται σαν κρίκοι μιας αλυσίδας από την ουσιοποίηση ενός παρόντος διαρκώς υπ’ ατμόν προς ένα μέλλον αδιαλείπτως ελευσόμενο και περιελιγμένο στο παρόν, έτσι μπορούμε να αντιδιαστείλουμε και να καταλάβουμε την κατάληξη της ανθρώπινης μοίρας με τη μοίρα του ατομικού ανθρώπου που δύναται να διαπεράσει τον πόνο και τον θάνατο, μέσα από τον έρωτα, όχι με τη μορφή και έννοια ευτελών και επισφαλών παρωθήσεων του αισθησιακού και εξιδανικευτικού στοιχείου, αλλά μέσω μιας άρρηκτης δέσμευσης στην ισότητα και μιας ιδανικής και πολυδιάστατης κατανόησης, όπου εκτεινόμενη προς την ερωτική συνομιλία, και δη στην κορύφωσή της, απογυμνώνει εξυψωτικά τις υποστάσεις, διαλύοντας και μετουσιώνοντας το «εγώ» και το «εσύ» σε «εμείς», αναπνέοντας μέσα σε λίγες εξαγνισμένες στιγμές όλη τη ζωή, αποστερώντας έτσι από τον θάνατο το ανέντιμο και άδικο θράσος  του να διαμορφώσει και να καταστήσει υποχείριό του την προσωπική μας ιστορία.

Υπερφαλαγγίζοντας τις ατελέσφορες επαγγελίες και τις μεταθανάτιες εξοχές των θρησκειών, ας επιχειρήσουμε την επαφή με έναν αναβαθμό της σκέψης, προσεγγίζοντας τον θάνατο από μια άλλη έποψη, προθύμως απρόθυμη στην ευκολία, μέσω του στοχασμού και της δράσης, που προσηλώνει τη συνείδηση στο πεπερασμένο της φυσικής παρουσίας και δημιουργεί συναίσθηση «προορισμού».

Τι είμαστε λοιπόν; Είμαστε μια έκφραση αδιάλειπτα διαμορφούμενου, διαμεσολαβούμενου «Είναι», εμβαπτισμένοι στο αενάως μεταβαλλόμενο από το ίδιο το «Είναι» γίγνεσθαι που μολύνθηκε από στρεβλωμένες κατευθύνσεις σκέψης και κυρίως από τον εφησυχασμό των υποσχετικών του επέκεινα: συνακόλουθα, το «Είναι» που δεν είναι αλλά «συντελείται» εντός, αποτεθαρρημένο, αποστρέφει το πρόσωπό του, αποσύρεται στη συστολή του, εισέρχεται και αφίεται στην κρυφιότητά του τείνοντας προς το άφαντον· και τότε συμβαίνει συχνά μια εσπευσμένη έξοδος του «Είναι»· και εξηγούμαι: Χωρίς ευλογοφανή αιτία, μια αλληλουχία γεγονότων συνθλίβει τη συνοχή της εσωτερικής ολότητας καθιστώντας τη ζωή ανάπηρη. Το υποκείμενο σταματά να εξελίσσεται, μένει απροστάτευτο και βαίνει προς την αταξία. Αντίθετα, αν δεξιωθούμε το «Είναι» σε χώρο και χρόνο αμόλυντο τυπώνοντας μέσα μας αυτά που δεν λέγονται, τότε, σ’ αυτούς που μας φόρτωσαν τον θάνατο, μπορούμε να απαντήσουμε με τη γιορτή της ζωής.

Τι σημαίνει νεκρός; Οι επιστήμονες λένε πως είναι η οριστική παύση όλων των βιολογικών λειτουργιών που υποστηρίζουν τη λειτουργία του σώματος, και αυτενεργώντας θα συμπλήρωνα, πριν αποχωρήσει ο θάνατος.

Τι είναι πτώμα; Μια ορατή απουσία, ένα σώμα ακήρατο που δεν εμπεριέχει θάνατο.

Τι ξέρουμε για τον θάνατο; Τίποτα! Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον ατομικό θάνατο. Η συναίσθηση της θνητότητας είναι προνόμιο ολίγων. Ιδού το μέγα στρατήγημα! Το «άπαγε» στην άρνηση της άρνησης του θανάτου για επιπλέον ζωή και ο φόβος του θανάτου δεν μας εδραιώνουν υπαρξιακά, δεν μας εξελίσσουν, αντιθέτως, μας εγκλωβίζουν και μας καθιστούν αιχμάλωτους των ψευδαισθήσεων. Αν ξέραμε να ζούμε, η ζωή είναι μεγάλη.

Ο ενδοκοσμικός χαρακτήρας του θανάτου βιώνεται ως θάνατος του άλλου, του πλησίον, του ξένου. Οφείλουμε να συναισθανθούμε πως είμαστε δεμένοι με τον θάνατο όχι μέσω μιας υφέρπουσας φιλίας κατά τον Μπλανσώ, αλλά μέσω μιας υποβόσκουσας και ανομολόγητης έχθρας προς τον κραταιό αντίμαχο που ενεργεί συνωμοτικά, αδόκητα και δόλια την αρπαγή μας.

Όλοι λίγο έως πολύ μιλούμε για τον θάνατο, εν τούτοις, όταν κάτι αφορά το όλο τότε δεν είναι κανενός, είναι ο θάνατος του άλλου. Δεν δυνάμεθα να σκεφτούμε το παραμικρό για τον δικό μας θάνατο αυτόν καθ’ εαυτόν. Δεν υπάρχει δυνατότητα νοητικής σύλληψης, διότι δεν ομοιάζει με κάτι γνωστό ώστε να προκύψει σύγκριση, με συνέπεια να αδυνατούμε να φανταστούμε πώς είναι να είσαι νεκρός, αν νιώθεις, πώς νιώθεις, τι νιώθεις, όπως είναι εξίσου αδύνατον να φανταστούμε πώς είναι να είσαι φωτιά, πώς είναι να είσαι στάχτη, πώς είναι να είσαι νύχτα!

Επομένως, κάθε αναφορά μας στον θάνατο έχει σχέση με τον θάνατο του άλλου, του γνωστού που δεν τον γνωρίσαμε και του άγνωστου που αγνοήσαμε. Πάντα ο θάνατος ενός άλλου θα προηγείται του δικού μας και εμείς, ως άλλος για τον προηγούμενο και τον επόμενο, καλούμαστε και καλούμε να εξιλεωθούμε, να απολογηθούμε και να ζητήσουμε εξηγήσεις. Όταν ο άλλος είναι νεκρός ενώπιόν μας, είναι μια ώρα ιερή, υψίστης σπουδαιότητας, ζωντανή διδασκαλία. Ο νεκρός, εν τη απουσία του, περισσότερο παρών, ανήμπορος, θεάται γυμνός και προτάσσει την ισχύ της αδυναμίας του, μια εικόνα τσακισμένη που, χάριν ημών των ιδίων, μας απευθύνεται, απαιτεί και επαιτεί, μας μέμφεται, μας προκαλεί, μας γεμίζει τύψεις, μας ενοχοποιεί για τις χαμένες δυνατότητες, και αποσπά ομολογία μέσα σε μια καταφάσκουσα μελαγχολία, μια επιβεβαίωση μέσα στον ισχυρισμό.

Το βιωματικό περιεχόμενο του θανάτου μας δεν μπορεί να εξισωθεί με κανενός άλλου. Δεν μπορεί να βιωθεί από κανέναν άλλον, κανένας δεν μπορεί να πεθάνει για τον άλλο, στη θέση του άλλου και αν ακόμη αυτό συμφωνηθεί και πεθάνεις για τον άλλον, επ’ ουδενί δεν θα τον απαλλάξεις από τον δικό του θάνατο, απλά θα βιώσεις τον δικό σου θάνατο. Ίσως του παρατείνεις το όριο αλλά ποτέ κανείς δεν θα μπορέσει να απαλλάξει τον άλλο από τον θάνατό του.

Είναι γνωστό, δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τη γέννησή μας -εμείς οι ίδιοι-, δυνάμεθα όμως να θέσουμε τέλος στη ζωή μας; Καταφατική η απάντηση, ναι, δίνεις τέλος στη ζωή σου σκοτώνοντας τον άλλο. Και ο αφελής αυτόχειρας μη δυνάμενος να ιδεί τον νεκρό του, εξαπατήθηκε. Όσα μπορεί να φανταστεί έχουν σχέση με τον θάνατο του άλλου. Νομίζει πως εκείνος επιλέγει τη στιγμή και στερεί από τον θάνατο το αιφνίδιο, ωστόσο, αυτό που συμβαίνει είναι πως φονεύει τον άλλον, αυτόν που τον ταλαιπωρεί, αυτόν που τον εγκατέλειψε, αυτόν που μαζί του ταυτίστηκε και ταυτόχρονα φονεύει και όλους τους άλλους, εκείνους που δεν τον συνέδραμαν, όλους γενικά τους φονεύει.

Μια εξουσία ακατάληπτη -κατ’ αρχήν αναμφισβήτητη, στην έκφρασή της τραγική, παράλογη και σκοτεινή-, έχει δοθεί στον άνθρωπο, να εξουσιάζει τις ζωές των άλλων, να ορίζει εκείνος, αν το επιθυμεί, το χρονικό όριο που ο άλλος θα μείνει στη ζωή. Οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσει και για τον πλέον ευτελή λόγο μπορεί να θανατώσει ένα ή περισσότερα υποκείμενα σε γνωσιακή εγρήγορση, να εκδιώξει τον θάνατο από το σώμα του άλλου, να τον καταστήσει πτώμα. Η δυνατότητα να πράξουμε το κακό υπάρχει σε πληθωρισμό στον κόσμο, ενώ το καλό εμποδίζεται από κάτι, είναι περιορισμένο και περιβεβλημένο με κατευναστικές επινοήσεις. Φαίνεται να μας παραχωρήθηκε μια ακροσφαλής ελευθερία, ένα σκοτεινό δίλλημα, να κάνουμε το κακό ή να μην το κάνουμε, να θανατώσουμε τον άλλον ή να μην τον θανατώσουμε. Διαφαίνεται μια αδικία ή τουλάχιστον μια εκκρεμότητα υπάρχει εφόσον είναι εφικτή η θανάτωση του άλλου και ανέφικτη η δυνατότητα σε εμάς να τον απαλλάξουμε από τον θάνατό του. Κάπου υπάρχει ένα σκόπιμο σφάλμα που ίσως να συσχετίζεται με τον σκοπό της ζωής.

Ωστόσο, ούτε οι υπαρξιακοί προβληματισμοί δεν είναι από μόνοι τους ικανοί να μας καταστήσουν σύμμετρους μιας οντολογίας του θανάτου που υποψιαζόμαστε, ούτε μια εξωστρέφεια προς τον άλλο, δεν θα είναι υγιής αν δεν έχει προηγηθεί μια εαυτοστρεφής εμβίωση της θνητότητάς μας σ’ έναν αναπαλλοτρίωτο χώρο.

Είναι βέβαιο πως δεν μπορούμε να αναχαιτίσουμε τον θάνατο, μπορούμε όμως να αποτινάξουμε τον φόβο του εισερχόμενοι στο ίδιο το γεγονός. Το να αποφεύγεις το λυκαυγές και το λυκόφως δεν σημαίνει πως ζεις μέσα στο φως, αγνοείς το ελευσόμενο φως και στερείσαι την απουσία φωτός, το σκοτάδι είναι πάντοτε παρόν αλλά σκοτάδι δεν υπάρχει, είναι το φως που απουσιάζει, το σκοτάδι υποστασιοποιεί το φως και παραμένοντας ατελεύτητα παρόν προκαλεί τα σκότη του να φωτιστούν. Όλα είναι παρόντα στο σκοτάδι, μόνο η εμφάνιση της παρουσίας συμβαίνει στο φως.

Το πλαίσιο θέασης των πραγμάτων, της ανάπτυξης και της άσκησης των νοητικών και συναισθηματικών λειτουργιών μας έχει επιβληθεί από την κοινωνία, ευρύτερα εννοούμενη. Η επιβεβλημένη κοσμοθεώρηση, ορισμένες φορές, μπορεί να παραβλεφθεί. Τούτο δεν σημαίνει πως δεν αποτελεί απάντηση οτιδήποτε πλέον προσλαμβάνεται διαφορετικά και στερείται από την έγκριση της «αυθεντίας». Άλλωστε, σε ατομικά ερωτήματα έχουμε ατομικές απαντήσεις. Πολλές φορές οι ενοράσεις είναι αποδεικτικά υπέρτερες από τις λογικές συνεπαγωγές.

Ας εισέλθουμε λοιπόν στην εικόνα όχι του άλλου νεκρού, μα στην εικόνα του νεκρού μας -την εικόνα του νεκρού εαυτού μας- και ιδού η φαντασία, ένα σπουδαιότατο εργαλείο γνωσιακού μηχανισμού. Τα πάντα γύρω μας πρωταρχικά τα είδε η φαντασία, νοώντας αφ’ εαυτής και ύστερα το «νοείν» επιχείρησε.

Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα φανταστικό πλαίσιο, οποιοδήποτε, χωρίς τη δική μας παρουσία, και σκεφτείτε κάποιον γνωστό ή άγνωστο να διαβάζει αυτές τις γραμμές, εκεί παρίστασθε και εσείς, αποτελείτε μέρος του πλαισίου. Άρα, επιχειρώντας να δούμε τον εαυτό μας νεκρό, θα τον δούμε σε πλαίσιο όπου υπάρχουμε και εμείς μαζί με τον νεκρό μας, είμαστε εκεί και κοιτάμε τον νεκρό μας. Δεν είναι αυτή η επιδίωξή μας αλλά μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση απευθείας στον οντολογικό χώρο, εκεί όπου καταργούνται οι περιορισμοί που ποτέ δεν υπήρξαν, εκεί όπου οι λέξεις σιώπησαν. Στον χώρο που σίγουρα δεν «είναι» και σίγουρα «είναι» εκεί!

Τη στιγμή που πάμε να ουσιοποιήσουμε το παρόν, αυτό έχει γίνει μέλλον, δηλαδή προκαλείται επιστροφή του παρόντος στο μέλλον του. Επομένως, διαφαίνονται ένα οντικό παρόν, ένα οντολογικό παρελθόν και ένα αόρατο επέκεινα έτοιμο για φανέρωση. Μπορούμε λοιπόν να ενεργήσουμε ως εξής: απομακρυνόμαστε από το σύνηθες εννοιολογικό πλαίσιο και το εκφράζουμε -αγνοώντας γλωσσικές συμβάσεις- διεισδύοντας στην εικόνα εκ των ένδον και να μην δούμε την εικόνα, αλλά να εμφανιστούμε αίφνης εντός της και να προκαλέσουμε εισροές από τον οντολογικό χώρο, να εισέλθουμε στα σπλάχνα της μορφής τού συμβάντος ισορροπώντας στην ακμή του, ανάμεσα στο τίποτα και στο «υπάρχειν», στο «μηδέν», τη μεγαλειώδη ιδρυτική στιγμή της δημιουργίας, που δεν είναι «τίποτα», ωστόσο, είναι «κάτι» και κάτι από «τίποτα». Εκεί, στο «μηδέν», υπάρχει μια κατανυκτική θροΐζουσα εμβίωση του επικείμενου συμβάντος μέσα μας, εν τω γεννάσθαι (in statu nascendi) του «υπάρχειν», εκεί στο κάτι και κάτι από «τίποτα» θα βρεθούμε ξανά και μετά πάλι στο τίποτα;

Αμφιβάλλω! Άπαξ και διαπεράσαμε το τίποτα, εκεί στο κάτι και κάτι από τίποτα, εκεί όπου μας λείπουν οι λέξεις, θα εκδηλωθούν τα άδηλα και τα κρύφια μιας μεγαλειώδους -οντολογικής και όχι οντικής- πραγματικότητας, υποχρεωτικώς υπόχρεα να εκφρασθούν μορφοποιώντας μερικώς την υπόστασή τους για χάρη της καταδεκτικής από μέρους μας απότασης. Όταν ο άνθρωπος, εξωθούμενος από τις πολύχρονες και βασανιστικές νοητικές εποπτείες όταν τον επισκεφτεί η σκέψη και εκφράσει την πρόθεσή του να βεβαιωθεί γι’ αυτά που πρέπει να υπάρχουν, στρέφοντας ζηλωτικά την προσοχή του σ’ αυτά, αναγνωρίζεται από το γνωστικά απροσπέλαστο ως ο μοναδικός συμβαλλόμενος εταίρος ενός μυστικού συμπαντικού συμβολαίου, αυτό συνεπάγεται την ενεργοποίηση της μορφικής τους δυναμικής και λαμβάνει χώρα μια ανισότροπη ανταποδοτική αμοιβαιότητα. Η γενναιόδωρη ανταπόδοση οφείλεται όχι τόσο στην πρόθεση του συμβαλλόμενου ετέρου -γιατί όλοι λαχταρούμε να «γνωρίσουμε»- όσο στον συμβαλλόμενο που έχει την προνομία να αντιλαμβάνεται πού να στρέψει την προσοχή του, δηλαδή σε αυτόν που επισκέφτηκε η σκέψη με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο και κατάλαβε το κάλεσμα της σκέψης, και στοχοπροσηλώθηκε σ’ αυτή τη σκέψη, και στοχάστηκε την προέλευση της σκέψης, και τελικά ακολούθησε τη σκέψη.

Αυτή η φανέρωση, όπως και αν επισυμβεί, όπως και αν την προσλάβουμε -ή ως αισθητηριακή απόκριση ή συνειδησιακή μεταβολή- δεν καταργεί τη συνείδηση του έξω κόσμου αλλά την επεκτείνει στον βαθμό που ο νεκρός μου είναι και Είναι, εφόσον «Εγώ ειμί»,  η ζώσα προέκταση του νεκρού μου. Όλα βρίσκονται εντός ενός ορισμένου από το Είναι πλαισίου. Έτσι, στην ελάσσονα κατανόηση του συλλογισμού, δυνάμεθα να ισχυριστούμε ότι θα επιδιωχθεί θέαση  της παρουσίας των παρόντων και θα επισυμβεί η φανέρωση ενός κόσμου ζώσας ιδεατότητας, ενός κόσμου όπου όχι απλώς υπάρχουν «Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες», αλλά συγχρόνως εμείς οι ίδιοι ενεργοποιούμε, εισπράττοντάς τες, τη λογική και τη φύση αυτής της εικόνισης.

 

 

«…οι στιγμές χάνονται μέχρι να χαθούμε κι εμείς, σαν να μην υπήρξαμε ποτέ»
Στέλιος Χαλκίτης, "Οι Απαράφθορες"

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΛΚΙΤΗΣ (1962-2024)

Ελληνας συγγραφέας. Εζησε στην Κάλυμνο. Ασχολήθηκε με την αστροφυσική και τη φιλοσοφία. Τα βιβλία του: «Μάργκινους Μόριους» και το τελευταίο «Οι Απαράφθορες» έγιναν ταχύτατα best sellers, όπως και τα «Ο Λούσηρος», «Ante Tractatum – Φιλοσοφικές σημειώσεις» & «De Profundis, Αναμάρτητοι έρωτες».