Η δημόσια αντιπαράθεση γύρω από την επικείμενη συνάντηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό από μια απλή διαφωνία στρατηγικής. Όταν πρώην πρωθυπουργοί και κορυφαία πολιτικά στελέχη μετατρέπουν μια κορυφαία συνάντηση, σε πεδίο εσωκομματικής ή προσωπικής δικαίωσης, τότε το πρόβλημα δεν είναι η συνάντηση καθαυτή, αλλά η εργαλειοποίηση των εθνικών θεμάτων.
Άλλο η σοβαρή, θεσμική και τεκμηριωμένη κριτική, που αποτελεί δημοκρατικό καθήκον, και άλλο η κατασκευή πατριωτικών πιστοποιητικών με το βλέμμα στραμμένο στον σκληρό πυρήνα μιας υπερπατριωτικής εκλογικής δεξαμενής. Σε περιόδους γεωπολιτικής ρευστότητας και εύθραυστης σταθερότητας, η Ελλάδα δεν αντέχει ούτε δίκες προθέσεων ούτε πρόωρες καταδίκες. Η εξωτερική πολιτική κρίνεται από αποτελέσματα και θεσμική συνέχεια, όχι από προληπτικές κραυγές εσωτερικής κατανάλωσης.
Ο Πρωθυπουργός έχει διατυπώσει με σαφήνεια το πλαίσιο της προσέγγισής του. «Θα μεταβώ στην Άγκυρα, διατυπώνοντας με σαφήνεια τις ελληνικές θέσεις όσον αφορά στη βασική μας διαφορά, αλλά και επιδιώκοντας να χτίσω πάνω στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί τον τελευταίο χρόνο», δήλωσε σε συνέντευξή του στο περιοδικό Foreign Policy, προσθέτοντας ότι δεν βλέπει σημαντικούς κινδύνους κλιμάκωσης της ελληνοτουρκικής έντασης. Υπενθύμισε επίσης ότι η διαφορά Ελλάδας–Τουρκίας για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών εκκρεμεί εδώ και δεκαετίες, ενώ τόνισε την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας: «Οι Ένοπλες Δυνάμεις μας είναι σήμερα πολύ ισχυρότερες απ’ ό,τι ήταν πριν από έξι χρόνια. Από τη φύση μας είμαστε αμυντική δύναμη, αλλά οφείλουμε να διαθέτουμε αξιόπιστη αποτροπή».
Ωστόσο, η συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου, Μητσοτάκη- Ερντογάν, δεν διεξάγεται σε ουδέτερο έδαφος. Πραγματοποιείται στη σκιά της «Γαλάζιας Πατρίδας», των αμφισβητήσεων κυριαρχίας και μιας Τουρκίας που ζητά διάλογο χωρίς να αποδέχεται τους κανόνες του. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα μιλήσουμε, αυτό είναι αυτονόητο, αλλά επί ποιας βάσης και με ποια όρια.
Η βασική γεωπολιτική σταθερά παραμένει αμετάβλητη: η Ελλάδα επιδιώκει συνεργασίες στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και ειδικά της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να αμφισβητεί τον ίδιο τον κανόνα του παιχνιδιού, καθώς δεν αποδέχεται γενικά αποδεκτούς κανόνες διεθνούς Δικαίου. Η Αθήνα, σε σύμπλευση με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν επιδιώκει τον αποκλεισμό της Τουρκίας από περιφερειακά σχήματα συνεργασίας. Δηλώνει, αντιθέτως, έτοιμη να υποδεχθεί τη συμμετοχή της Τουρκίας, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της αποδοχής των διεθνώς αναγνωρισμένων κανόνων.
Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η τουρκική προσέγγιση αρνείται θεμελιώδη δικαιώματα των νησιών σε υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ και χωρικά ύδατα, ακόμη και στην περίπτωση της Κρήτης, υιοθετώντας μια αυθαίρετη και επιλεκτική «ερμηνεία» του Διεθνούς Δικαίου. Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», που αναβαθμίστηκε ταχύτατα σε επίσημη κρατική ιδεολογία και πλέον διδάσκεται, δεν συνιστά απλώς μια διπλωματική διαφωνία. Πρόκειται για αναθεωρητικό αφήγημα άλλης εποχής, ασύμβατο με τη σύγχρονη διεθνή τάξη και επικίνδυνο τόσο για τη σταθερότητα της περιοχής όσο και για την ίδια την Τουρκία.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν αναγκαίοι. Όχι από αυταπάτες, αλλά από στρατηγικό ρεαλισμό. Η Ελλάδα οφείλει να συνομιλεί χωρίς να νομιμοποιεί αναθεωρητικές αξιώσεις και χωρίς να υποχωρεί σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο διαλόγου ή διαπραγμάτευσης. Η θεωρία των «γκρίζων ζωνών», που εισήχθη μετά το 1996, δεν είναι νομική κατηγορία αλλά εργαλείο πολιτικής πίεσης και προπαγάνδας, στερούμενο κάθε νομικής βάσης.
Η εξίσωση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν προστεθεί η γεωπολιτική και γεωενεργειακή διάσταση. Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε κρίσιμο κόμβο ενεργειακών ροών, θαλάσσιων οδεύσεων και υποδομών στρατηγικής σημασίας. Η Ελλάδα, ως πυλώνας σταθερότητας, επενδύει στη διαφοροποίηση πηγών ενέργειας, στη διασύνδεση αγορών και στη γεωοικονομική της αναβάθμιση. Μια ισχυρή και ανθεκτική οικονομία δεν αποτελεί απλώς κοινωνικό ζητούμενο, αλλά θεμελιώδη συνιστώσα εθνικής ισχύος και αξιόπιστης αποτροπής.
Σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας, η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη νηφαλιότητα και την αποφασιστικότητα. Χωρίς κραυγές και χωρίς αυταπάτες. Με σταθερό προσανατολισμό στο Διεθνές Δίκαιο και επίγνωση ότι στο Αιγαίο οι λέξεις έχουν βάρος, αλλά οι πράξεις έχουν συνέπειες.
Η Τουρκία, μέσω συγκεκριμένων αναθεωρητικών θέσεων και πρακτικών, επιμένει σε απαιτήσεις που αφορούν την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και τη διαμόρφωση ενός οιονεί καθεστώτος ενεργειακής συγκυριαρχίας στο Αιγαίο. Πρόκειται για αξιώσεις που προσβάλλουν ευθέως τον πυρήνα των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και αμφισβητούν τη θεμελιώδη αρχιτεκτονική ασφάλειας της περιοχής.
Είναι βέβαιο ότι το επόμενο διάστημα θα ενταθούν οι πιέσεις, είτε υπό τη μορφή διπλωματικών παρεμβάσεων συνοδευόμενων από επίδειξη στρατιωτικής ισχύος εκ μέρους της Άγκυρας είτε, ενδεχομένως, μέσω λογικών κατευνασμού από την αμερικανική διπλωματία. Σε αυτό το περιβάλλον, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα διεξαχθεί διάλογος, αλλά ποια είναι τα πραγματικά περιθώρια ελιγμών του Έλληνα Πρωθυπουργού στις συνομιλίες της Άγκυρας. Ποια όρια θα τεθούν με σαφήνεια, τι μπορεί να συζητηθεί και κυρίως, τι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο οποιασδήποτε συνεννόησης, ώστε να διαφυλαχθεί η εθνική γραμμή και να αποκλειστούν τόσο η υποχωρητικότητα όσο και οι εύκολες κατηγορίες περί ενδοτισμού.
Σύλληψη στελέχους των Ενόπλων Δυνάμεων: Υπόθεση με γεωπολιτικές προεκτάσεις
Ένα εξαιρετικά σοβαρό περιστατικό που αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας βρίσκεται σε εξέλιξη, μετά τη σύλληψη στελέχους των Ενόπλων Δυνάμεων για διαρροή άκρως απόρρητων πληροφοριών. Αν και επισήμως δεν έχει κατονομαστεί ο αποδέκτης των διαβαθμισμένων δεδομένων, πληροφορίες που εξετάζονται από τις αρμόδιες Αρχές κάνουν λόγο για πιθανή διασύνδεση με την Κίνα, χωρίς αυτό να έχει επιβεβαιωθεί μέχρι στιγμής. Εφόσον οι υποψίες επιβεβαιωθούν, και επισήμως όχι μόνο μέσω επιλεκτικών διαρροών, η υπόθεση αποκτά σαφή γεωπολιτική διάσταση, με προεκτάσεις που υπερβαίνουν τα εθνικά όρια και αφορούν τη Συμμαχία- ΝΑΤΟ και τις σχέσεις της Ελλάδας με κρίσιμους στρατηγικούς εταίρους. Το περιστατικό αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών εσωτερικής ασφάλειας και αντικατασκοπείας, σε μια περίοδο όπου οι υβριδικές απειλές και ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός αποκτούν ολοένα και πιο σύνθετα χαρακτηριστικά.
