Σάββατο, 30 Μαϊος 2026 11:32

Αντίγνωμος: Το TINA τους καταρρέει

Γράφτηκε από την

Αντίγνωμος: Το TINA τους καταρρέει

 

Γράφει ο Θύμιος  Γεωργόπουλος

Η κυβέρνηση επιχειρεί να πείσει την κοινωνία ότι η πολιτική κυριαρχία της είναι φυσικός νόμος. Ότι, παρά την κόπωση, τη φθορά, την ακρίβεια, τα σκάνδαλα και τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια, δεν υπάρχει πραγματική εναλλακτική απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη ΝΔ. Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό σχέδιο του Μεγάρου Μαξίμου: όχι να εμπνεύσει, αλλά να πείσει πως «όλοι ίδιοι είναι» και άρα τίποτα δεν αλλάζει.

Είναι η γνωστή θεωρία του ΤΙΝΑ – There Is No Alternative. Η πολιτική φιλοσοφία της Μάργκαρετ Θάτσερ, σύμφωνα με την οποία η κοινωνία οφείλει να αποδεχτεί ως μονόδρομο την υπάρχουσα κατάσταση. Μόνο που στην Ελλάδα του 2026 το αφήγημα αυτό όχι μόνο αρχίζει να τρίζει επικίνδυνα, αλλά εμφανώς πνέει τα λοίσθια.

Διότι οι πολίτες δεν συγκρίνουν πλέον υποσχέσεις. Συγκρίνουν τη ζωή τους. Και η ζωή τους έχει γίνει πιο δύσκολη, γιατί με βάση τα ευρήματα της Metron Analysis σχετικά με την αίσθηση των πολιτών για την οικονομική τους κατάσταση το 52% δηλώνει ότι το 2019 επί κυβέρνησης Τσίπρα περνούσε καλύτερα και μόλις το 27% εκτιμά ότι περνά καλύτερα σήμερα επί κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Η ακρίβεια δεν είναι στατιστική. Είναι το καλάθι του σούπερ μάρκετ που αδειάζει πριν τελειώσει ο μήνας. Είναι ο λογαριασμός του ρεύματος που προκαλεί άγχος. Είναι το ενοίκιο που καταπίνει μισούς μισθούς. Είναι νέοι άνθρωποι που εργάζονται κανονικά και παραμένουν εγκλωβισμένοι στο παιδικό τους δωμάτιο επειδή δεν μπορούν να σταθούν αυτόνομα. Είναι οικογένειες που κόβουν ακόμη και βασικές ανάγκες για να τα βγάλουν πέρα.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει μια εικόνα οικονομικής επιτυχίας μέσω δεικτών, επενδύσεων και χρηματιστηριακών επιδόσεων. Όμως η κοινωνία βιώνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Και όταν η καθημερινή εμπειρία συγκρούεται με την κυβερνητική προπαγάνδα, αργά ή γρήγορα καταρρέει η αξιοπιστία της εξουσίας.

Γι’ αυτό και το μεγάλο πρόβλημα για τη ΝΔ δεν είναι η αντιπολίτευση. Είναι η πραγματικότητα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξελέγη το 2019 υποσχόμενος κανονικότητα, αποτελεσματικότητα και καλύτερη ζωή για όλους αλλά κυρίως για τη μεσαία τάξη. Επτά χρόνια μετά, η μεσαία τάξη ασφυκτιά περισσότερο από ποτέ. Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης, ενώ η ανισότητα διογκώνεται προκλητικά. Την ώρα που η μεγάλη πλειονότητα πιέζεται, μια μικρή οικονομική ελίτ ευημερεί θεαματικά.

Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ρίζα της φθοράς της κυβέρνησης: η κοινωνία αρχίζει να πιστεύει ότι το σύστημα λειτουργεί για απελπιστικά λίγους (διαρκώς για ακόμα λιγότερους) και όχι για τους πολλούς.

Το πρόβλημα, ωστόσο, για τον χώρο της αντιπολίτευσης δεν είναι μικρότερο. Η κοινωνική δυσαρέσκεια από μόνη της δεν αρκεί για να αλλάξει κυβέρνηση. Χρειάζεται πολιτική έκφραση, σχέδιο και κυρίως αξιοπιστία. Η πολυδιάσπαση του προοδευτικού χώρου λειτουργεί ως σωσίβιο για τη ΝΔ. Όσο οι αντίπαλοί της παραμένουν κατακερματισμένοι, η κυβέρνηση διατηρεί το πλεονέκτημα, ακόμη και με μειωμένα ποσοστά, ακόμα και (κυρίως έτσι) οδηγώντας πολίτες στην ιδιώτευση, με την αποστροφή στην πολιτική και τους πολιτικούς και την δημοκρατική λειτουργία διασωληνωμένη στην εντατική.   

Αυτό είναι το κρίσιμο διακύβευμα της επόμενης περιόδου. Όχι ποιος θα βγει δεύτερος, όπως βολικά διακινεί το κυβερνητικό στρατόπεδο, αλλά ποιος μπορεί να πείσει ότι υπάρχει εναλλακτική εξουσίας.

Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει ακριβώς πάνω σε αυτό το πολιτικό κενό. Και η επιστροφή του προκαλεί ήδη νευρικότητα στο κυβερνητικό επιτελείο. Διότι, παρά τη σφοδρή πολεμική που δέχεται, παραμένει ο μόνος πολιτικός της αντιπολίτευσης που ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντιμετωπίζει ως εν δυνάμει πραγματικό αντίπαλο.

Η προσπάθεια αναβίωσης ενός νέου «αντι-Τσίπρα μετώπου» θυμίζει περισσότερο πολιτική ανακύκλωση παρά στρατηγική με προοπτική. Το 2019 και το 2023 οι πολίτες έκριναν ήδη τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Στις επόμενες εκλογές θα κριθεί η διακυβέρνηση της ΝΔ. Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα.

Βεβαίως, ο Τσίπρας και το νέο εγχείρημα δεν ξεκινούν χωρίς βάρη. Η κοινωνία δεν χαρίζει λευκές επιταγές. Για να οικοδομηθεί ξανά σχέση εμπιστοσύνης απαιτείται αυτοκριτική, καθαρές θέσεις και πειστικό πρόγραμμα. Κυρίως όμως απαιτείται η ικανότητα να ενώσεις ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις.

Εδώ αποκτά σημασία η έννοια της «συμπαράταξης». Καμία μεγάλη πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα δεν επιτεύχθηκε από κλειστούς κομματικούς μηχανισμούς. Ούτε το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2012-2015 έγιναν πλειοψηφικά ρεύματα επειδή απευθύνθηκαν μόνο στον στενό πυρήνα τους. Μεγάλωσαν επειδή εξέφρασαν κοινωνική ανάγκη.

Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα σήμερα: μπορεί να συγκροτηθεί ξανά ένα κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα αλλαγής που να πείθει ότι υπάρχει άλλος δρόμος;

Η πέραν πάσης προσδοκίας συγκέντρωση της περασμένης Τρίτης 26/5/26 στο Θησείο, το περιεχόμενο της ομιλίας Τσίπρα με την παρακαταθήκη – πυξίδα της Πολιτικής Διακήρυξης των 7 σημείων και το όνομα ΕΛΑΣ του νέου πολιτικού φορέα που χαρακτηρίζεται ως συμπεριληπτικό, οικείο και με πρόσημο εθνικό, γεωγραφικό και προοδευτικό, επιβεβαίωσαν ότι το ΤΙΝΑ τους καταρρέει και κάνει….πολύ κρότο.

 

 

Στο κάτω κάτω της γραφής

 

“Δεν μπορείς να λύσεις ένα πρόβλημα με τον ίδιο τρόπο σκέψης που δημιούργησε το πρόβλημα”.

ΆλμπερτΆινσταϊν, Γερμανοεβραίος φυσικός