Κλείνουν φέτος 40 χρόνια από τους μεγάλους σεισμούς που έπληξαν την Καλαμάτα και τη γύρω περιοχή. Το «στρογγυλό» του χρόνου προσφέρεται για διαφορετική προσέγγιση της ετήσιας «ρουτίνας» του δημοτικού πρωτοκόλλου και των συνοδών εκδηλώσεων. Δεν γνωρίζω τι έχουν κατά νου οι άρχοντες, εκείνο το συγκλονιστικό γεγονός όμως έχει αφήσει τεράστια θεσμική και πολιτική παρακαταθήκη. Σε αυτή θα αναφερθώ στο σημερινό σημείωμα, με βάση ένα παλαιότερο κείμενο που στέκει αναλλοίωτο στο χρόνο.
Πρόκειται ίσως για το σημαντικότερο γεγονός της νεότερης ιστορίας της (εν καιρώ ειρήνης) και ως εκ τούτου η επέτειος μπορεί να αποτελέσει μια αφορμή για αναστοχασμούς αλλά και για το άνοιγμα μιας συζήτησης σε σοβαρή βάση, σχετικά με το μέλλον της πόλης. Το διάστημα που έχει περάσει παρέχει την απαιτούμενη απόσταση από τότε για νηφάλια "αναψηλάφηση" της εποχής, ενώ σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης η συζήτηση για την πόλη χρειάζεται να γίνει σε υψηλό επίπεδο ευθύνης και συλλογικής προσέγγισης.
Η επιστροφή 40 χρόνια πίσω δεν μπορεί παρά να έχει συναισθηματικό κατ' αρχήν χαρακτήρα. Οι άνθρωποι που χάθηκαν, εκείνοι που πληγώθηκαν σωματικά και ψυχολογικά, ο φόβος της καταστροφής, η αγωνία για την επόμενη ημέρα, οι άνθρωποι στις σκηνές και τα λυόμενα, τα παιδιά στα πρόχειρα σχολεία. Ολα αυτά και πολλά ακόμη αθροιζόμενα αποτυπώνουν και το μέγεθος των άμεσων επιπτώσεων στην κοινωνία της πόλης και της περιοχής. Τα σημάδια τους φτάνουν μέχρι σήμερα, όσο και αν το παρηγορητικό πως "ο χρόνος είναι γιατρός" μπορεί να έχει ισχύ σε πολλές περιπτώσεις στη ζωή μας. Και κοντά σε αυτά θα πρέπει σε ένα δεύτερο επίπεδο να αθροίσουμε την υπομονή, την καρτερία, τη θέληση, τον προσωπικό και κοινωνικό αγώνα για να επιστρέψει το χαμόγελο και να επανέλθει η κανονικότητα της ζωής. Φυσικά και οι επιπτώσεις δεν ήταν ίδιες σε όλους, η ένταση της μνήμης είναι διαφορετική αναλόγως του μεγέθους των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν σε κάθε οικογένεια, τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε υλικό επίπεδο. Ούτε και ήταν ομοιόμορφη η αντίδραση και η συμπεριφορά όλων σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Εκείνο το οποίο όμως μπορούμε να κρατήσουμε είναι το γεγονός ότι μετά το πρώτο σοκ η τοπική κοινωνία αντέδρασε θετικά, προσαρμόστηκε στη νέα κατάσταση και "έχτισε" σιγά-σιγά την καινούργια πόλη, η οποία είναι πλέον ριζικά διαφορετική από την παλιά. Ενα σχέδιο που συγκροτήθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο, οι κινητοποιήσεις με κορυφαία την συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων στη συγκέντρωση της Αθήνας, τα μέτρα που πάρθηκαν τελικά, αποτέλεσαν το υπόστρωμα πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η δημιουργία της νέας πόλης.
Ο σεισμός σχηματικά αποτέλεσε την τομή μέσα στη συνέχεια της πόλης. Και ήρθε να ανατρέψει τα πάντα, καθώς από τη μια πλευρά χρειάστηκε να ξαναχτιστούν χιλιάδες σπίτια, το νέο σχέδιο επέτρεψε το άπλωμα της πόλης, η παραγωγή δημοσίων έργων υποστηρίχθηκε από διάφορες χρηματοδοτικές πλευρές. Ο,τι παλιό έγινε καινούργιο και με την προσθήκη νέων άλλαξε η δομή της πόλης, η σύνθεση των παλιών λαϊκών συνοικιών και η ζωή της πόλης τελικά. Σταδιακά μετά τους πρώτους μήνες αναπτύχθηκε έντονη οικονομική δραστηριότητα, καθώς πήρε μπροστά η αποκαλούμενη "ατμομηχανή" της μεταπολεμικής οικονομίας, δηλαδή ο κατασκευαστικός κλάδος: Απασχολήθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, αναπτύχθηκαν νέες δραστηριότητες υποστήριξης της κατασκευαστικής ανασυγκρότησης, στην αγορά "κύλησε" χρήμα, που είχε σαν άμεση συνέπεια την ενίσχυση και διεύρυνση του τομέα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Κατασκευάστηκαν σημαντικές δημόσιες υποδομές και μεταξύ αυτών ένα πλήθος σχολείων που άλλαξε ριζικά τις συνθήκες στην εκπαίδευση. Αυτή η διόγκωση "κρατήθηκε" και πέραν της περιόδου που θα χαρακτηρίζαμε ως "περίοδο ανασυγκρότησης", λόγω της έντονης οικοδομικής δραστηριότητας που προσέφεραν το σχέδιο πόλης και η πολιτική δανειοδοτήσεων των τραπεζών. Για να καταρρεύσει με πάταγο όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση η οποία έπληξε σε πρώτη φάση τον υπερδιογκωμένο τομέα των κατασκευών και φυσικά το πλήθος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που είχαν πλέον πολλαπλασιαστεί και επεκταθεί κατά... μήκος, πλάτος και είδος στην πόλη. Μια δραστηριότητα που επανήλθε με άλλους όρους, άλλους ανθρώπους και άλλους «αποδέκτες» τα τελευταία χρόνια μαζί με την μεγάλη στεγαστική κρίση. Οταν οικοδομείται σε ορατό ορίζοντα και το τελευταίο οικόπεδο στο παλιό σχέδιο πόλης και το τελευταίο οικόπεδο σε «προνομιούχες» περιοχές πέραν αυτού.
Ενας από τους παράγοντες που διευκόλυναν τη λήψη μέτρων για την "ολική επαναφορά" της πόλης και της κοινωνίας ήταν η ευαισθησία και η αλληλεγγύη την οποία επέδειξε το σύνολο των ανθρώπων της χώρας, στοιχεία τα οποία μεταφράστηκαν και σε σημαντικές οικονομικές ενισχύσεις που συγκεντρώθηκαν από φορείς και πολίτες, αλλά κυρίως σε πίεση προς την κυβέρνηση για την υλοποίηση σημαντικών έργων. Με δεδομένα όλα αυτά, οι περισσότερες από τις πληγές του σεισμού έκλεισαν. Κάποιες όμως δυστυχώς παραμένουν ανοιχτές, με πρώτη την υπόθεση των διατηρητέων τα οποία έμειναν ερείπια μετά το πρώτο κύμα αναπαλαιώσεων που ανέδειξαν την ιστορική φυσιογνωμία της πόλης. Από τότε είχε επισημανθεί πως τα μέτρα ήταν ανεπαρκή, είχε γίνει παραδεκτή η αναγκαιότητα μιας νέας δέσμης η οποία θα έδινε ώθηση στη διάσωση των κτιρίων που είχαν εναπομείνει, αλλά εδώ και πολλά χρόνια έχει σταματήσει κάθε συζήτηση ενώ ερείπια παραμένουν ακόμη και δημοτικά κτήρια. Τα κτήρια που περιμένουν την ανθρώπινη φροντίδα σώθηκαν γιατί πριν από το σεισμό είχε ξεκινήσει η διαδικασία καταγραφής, η οποία έκανε δυνατή την κήρυξή τους ως "διατηρητέων" πριν προλάβουν να τα φάνε οι μπουλντόζες μετά το σεισμό (αν και ορισμένα έπεσαν θύματα αποχαρακτηρισμών μετά τα πρώτα χρόνια). Αν σώθηκαν όμως από τη μπουλντόζα, κάποια στιγμή δεν θα γλιτώσουν από το χρόνο που βαραίνει πάνω τους, τη φυσική φθορά και την καταπόνηση από σεισμούς ή άλλα φαινόμενα. Η υπόθεση των ερειπωμένων διατηρητέων θα πρέπει να αποτελέσει ίσως το κύριο αντικείμενο συλλογικής ενασχόλησης στα 40 χρόνια από το σεισμό, γιατί πέραν των άλλων η διάσωση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς θα έπρεπε να είναι και βασικός στόχος για μια πόλη της οποίας οι άρχοντες διατυμπανίζουν ότι έχει γίνει "προορισμός".
Τα πρώτα χρόνια μετά το σεισμό, την ημέρα της επετείου η συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο είχε ουσιαστικό χαρακτήρα και ορισμένα από τα συμπεράσματα αποτέλεσαν και οδηγό δράσης στη συνέχεια, χωρίς να σημαίνει βεβαίως ότι έλειπαν οι παθογένειες και το άγονον της αντιπαράθεσης σε ορισμένες περιπτώσεις, από όλες τις πλευρές. Για τους νεότερους που δεν θυμούνται ή και για εκείνους που έχουν ξεχάσει, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το μετασεισμικό δράμα περιελάμβανε και δημοτικές εκλογές. Οι οποίες μάλιστα έγιναν σε μια προεκλογική εκστρατεία υψηλών τόνων και για λόγους που δεν είναι του παρόντος σημειώματος. Παρ’ όλα αυτά στη συνέχεια επιδείχθηκε από όλες τις πλευρές ένα πνεύμα συμφωνίας σε βασικά ζητήματα με κοινό παρονομαστή την ανάγκη να υποστηριχθεί ένα σχέδιο ανασυγκρότησης της πόλης, της κοινωνίας και της οικονομίας. Οι συζητήσεις ήταν εξαντλητικές και σε αρκετές περιπτώσεις ήταν και αποτελεσματικές καθώς διασφάλιζαν την δημοκρατική λειτουργία του βουλευόμενου σώματος και έδειχναν ότι πέρα από την πλειοψηφία, ρόλο στις υποθέσεις της πόλης είχαν και οι μειοψηφίες. Στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια. Επρόκειτο για μια κατάκτηση η οποία συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια πριν το Δημοτικό Συμβούλιο καταλήξει σε χώρο υποχρεωτικής... προσέλευσης για την επικύρωση αδιαπραγμάτευτων αποφάσεων του συστήματος τοπικής εξουσίας. Και χώρος στον οποίο δυσφημούνται οι έννοιες της δημοκρατίας, του διαλόγου και της συναίνεσης.
Εκείνες τις δύσκολες εποχές το δημοτικό συμβούλιο λειτούργησε ως χώρος διαλόγου με αποφάσεις (πολλές φορές δύσκολες) που λαμβάνονταν με τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση κάθε φορά. Η δημοτική αρχή δεν αιφνιδίαζε κανέναν και δεν λειτουργούσε ερήμην του δημοτικού συμβουλίου και των παρατάξεων. Πριν από κάθε κρίσιμο ζήτημα υπήρχε αναλυτική ενημέρωση των επικεφαλής, ευρεία διαβούλευση και μετά το θέμα ερχόταν στο δημοτικό συμβούλιο. Ο δήμος προχωρούσε στην ανασυγκρότηση με βάση ένα σχέδιο υποστηριζόμενο από σημαντικούς επιστήμονες, διεκδικώντας λύσεις και χρηματοδοτήσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις η πλειοψηφία ενσωμάτωνε προτάσεις των μειοψηφιών, ισχυροποιώντας έτσι το μέτωπο της διεκδίκησης και ενισχύοντας την παραγωγή δημοτικού έργου.
Δυστυχώς στο πέρασμα του χρόνου, όλα τα στοιχεία της δημοτικής λειτουργίας που συνέβαλαν στην πραγματοποίηση του έργου της ανασυγκρότησης, εξαφανίστηκαν σταδιακά και «βίαια» σε ορισμένες στροφές. Η δημοκρατία έγινε δικτατορία της πλειοψηφίας, ο διάλογος μετατράπηκε σε αντιπαραθέσεις για να «γράψουν» οι κάμερες, ο σχεδιασμός διαγράφηκε από το «λεξικό» της δημοτικής δράσης, ο δήμος (όπως και συνολικά η αυτοδιοίκηση) έγινε διαμετακομιστής σχεδίων από πάσης φύσεως «προγραμματάκηδες» που λυμαίνονται «προγράμματα». Οι φωτογραφίες αντικατέστησαν το έργο και την προσήλωση στην υλοποίησή του, το ελάχιστο μέσω της υπερπροβολής έγινε μείζον και η πόλη κινείται στο ρυθμό της γκαρσονοποίησης, του real estate και των επιδιώξεων εκείνων που ορέγονται «φιλέτα».
Μετά από 40 χρόνια η πόλη έχει αλλάξει ριζικά. Κρατούν τη μνήμη με ευλάβεια οι άνθρωποι που έχασαν τους δικούς τους και όσοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο βίωσαν δραματικά εκείνη την εποχή. Ξεχνούν όσοι δεν κατάλαβαν ποτέ, γιατί δεν θέλησαν να το καταλάβουν, ποίοι είναι οι λόγοι για τους οποίους η πόλη στάθηκε στα πόδια της και αγκάλιασε τους ανθρώπους της για να πάει μπροστά. Και ας υποκρίνονται πως «συμπάσχουν» και «εκτιμούν» πρόσωπα και πράγματα…
