΄Ολες οι πόλεις μας, με πρώτες την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, έχουν ως κύριο πρόβλημα το κυκλοφοριακό. Η έλλειψη πρόβλεψης για χώρους στάθμευσης, η αύξηση των οχημάτων με γεωμετρική πρόοδο, η απουσία αξιόπιστων δημόσιων συγκοινωνιών και αρκετά άλλα συνθέτουν μια εκρηκτική κατάσταση, που συχνά γίνεται κωμικοτραγική.
Και επειδή ο καθένας βλέπει το πρόβλημα μόνο στη δική του πόλη, επισημαίνω για τη γειτονιά μας πως η Πάτρα, η Καλαμάτα, η Τρίπολη, η Κόρινθος αντιμετωπίζουν σοβαρό κυκλοφοριακό πρόβλημα, με επιπτώσεις στην οικονομία, το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής όλων μας. Η απουσία ρεαλιστικού σχεδιασμού, η προχειρότητα, ο λαϊκισμός και κυρίως ο φόβος του πολιτικού κόστους αφήνουν να εξελίσσεται ένα πρόβλημα σε αδιέξοδο, ενώ υπάρχουν τρόποι, έστω μερικής αντιμετώπισής του.
Συγκεκριμένα, στην ελεγχόμενη στάθμευση δεν υπάρχει στοιχειώδης επιτήρηση, το ίδιο και για το ωράριο φορτοεκφόρτωσης εμπορευμάτων, όπου ο καθένας αφήνεται να κάνει ό,τι θέλει. Επιπλέον, δεν εφαρμόζεται απόφαση για την ψηφιακή καταγραφή των κλήσεων. Κι αυτό, για να δίνεται η δυνατότητα στον δημοτικό «κομισάριο» να κάνει την ευνόητη πολιτική/ ψηφοθηρική διαχείριση του προστίμου.
Επίσης, οι ανακοινώσεις για υπόγεια parking στο κέντρο της πόλης είναι απολύτως ανεδαφικές, γιατί δεν υπάρχει χρηματοδότηση από κανένα εθνικό ή ευρωπαϊκό πρόγραμμα για τέτοια έργα και επιπλέον κανένα ενδιαφέρον από ιδιώτη, γιατί είναι προβληματική η βιωσιμότητά του. Θυμίζω το διαγωνισμό στο παρελθόν για υπόγειο parking στο κέντρο της Καλαμάτας, που, ενώ κατακυρώθηκε σε μεγάλη κατασκευαστική εταιρία, τελικά δεν υπογράφηκε σύμβαση.
Η ενοικίαση οικοπέδων για στάθμευση από τον Δήμο είχε απορριφθεί στο παρελθόν από το Ελεγκτικό, με το αιτιολογικό πως πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για ανταπόδοση, με εισιτήριο και νόμιμη λειτουργία/ διαχείριση των parking. Δηλαδή, διαδικασία, για να πληρώνουν οι χρήστες το κόστος λειτουργίας και όχι όλοι οι δημότες. Σωστό δεν είναι; Γιατί επιμένουμε;
Προφανώς, η ανάθεση μελέτης για την κυκλοφορία και τη στάθμευση των οχημάτων είναι σωστή ενέργεια, αρκεί να υπάρξει συνεχής παρακολούθηση της εξέλιξης της και κυρίως πολιτική θέση και κατεύθυνση ως προς το εύρος των αλλαγών, που πολιτικά «αντέχει» η δημοτική αρχή. Διαφορετικά, το πολιτικό κόστος θα οδηγήσει την όποια μελέτη στις καλένδες.
Να δούμε τώρα αυτό που είναι εφικτό και ρεαλιστικό να γίνει, ώστε να βελτιωθεί στοιχειωδώς η κατάσταση και η ζωή μας. Το πρώτο είναι, να το πάρουμε απόφαση ως πολίτες πως πρέπει να χρησιμοποιούμε λιγότερο το Ε.Ι.Χ, πως οι χώροι στάθμευσης δεν επαρκούν και πως το περπάτημα, το ποδήλατο και η χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς είναι λύση που εφαρμόζεται για το κυκλοφοριακό παντού στον κόσμο.
Η δημοτική συγκοινωνία αποτελεί το «κλειδί» της λύσης, με την αύξηση της συχνότητας και του εύρους των δρομολογίων, αλλά και τον εκσυγχρονισμό των οχημάτων (δυστυχώς, δωρεάν ηλεκτρικά λεωφορεία διατίθενται μόνο για την Αθήνα). Σημειώνω εδώ την αναγκαιότητα υπογραφής προγραμματικής σύμβασης, όπως, άλλωστε, προβλέπεται, μεταξύ Δήμου και φορέα αστικών συγκοινωνιών, όπου θα υπάρχει συμφωνία για τη χαμηλή τιμή του εισιτηρίου ή και τη δωρεάν μετακίνηση ευάλωτων συνανθρώπων μας, με το κόστος να καλύπτεται από τις εισπράξεις της στάθμευσης. Εξυπακούεται πως το σύνολο των εισπράξεων από τη στάθμευση και τα πρόστιμα πρέπει να κατευθύνεται στην αντιμετώπιση του κυκλοφοριακού.
Καταλήγοντας, η νομοθετική παρέμβαση, με την επιβολή γενικών κανόνων για την κυκλοφορία και τη στάθμευση στις πόλεις, είναι αναγκαία. Και περισσότερο αναγκαία είναι η άσκηση εποπτείας από το κράτος για την εφαρμογή κάθε γενικής ή τοπικής κυκλοφοριακής κανονιστικής ρύθμισης. Υπάρχει, δηλαδή, τεχνοκρατική λύση στο πρόβλημα της κυκλοφορίας και της στάθμευσης, αρκεί αυτή να μην παρεμποδίζεται από την ψηφοθηρία και το βραχυπρόθεσμο πολιτικό συμφέρον.
