Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο ερώτημα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής αξιοπρέπειας - θα ταυτιστεί με τη σημερινή κυβέρνηση Νετανιάχου και την πολεμική της μηχανή ή θα διατηρήσει σχέσεις με την ισραηλινή κοινωνία, με τις δημοκρατικές και αντιπολεμικές φωνές της, με όσους μέσα στο ίδιο το Ισραήλ αντιστέκονται στην κατοχή, στον αυταρχισμό και στη μονιμοποίηση του πολέμου;
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Η Μέση Ανατολή αλλάζει. Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ στη Γάζα, η διεθνής απομόνωση της ισραηλινής κυβέρνησης, οι νέες ισορροπίες με το Ιράν και η πιθανότητα ρήξης ακόμη και ανάμεσα στον Τραμπ και τον Νετανιάχου δημιουργούν νέο περιβάλλον. Αν αύριο οι ισχυροί αλλάξουν γραμμή, εμείς με ποιον θα έχουμε ταυτιστεί; Με έναν λαό και τις δημοκρατικές του δυνάμεις ή με μια κυβέρνηση που κατηγορείται διεθνώς για εγκλήματα;
Η Ελλάδα οφείλει να ανακτήσει γέφυρες φιλίας με όσους οραματίζονται μια Μεσόγειο θάλασσα ειρήνης και φιλίας. Με τους Ισραηλινούς που αντιστέκονται στον αυταρχισμό και ζητούν λογοδοσία και τερματισμό του πολέμου. Με τους Παλαιστίνιους που ζητούν δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, απελευθέρωση των χιλιάδων Παλαιστινίων κρατουμένων και δικαίωμα σε πατρίδα. Με όλους τους λαούς που αρνούνται να ζήσουν μέσα στον φόβο, την κατοχή και την εκδίκηση.
Όταν μιλάμε για «άλλο Ισραήλ», δεν ωραιοποιούμε την ιστορία. Το παλαιστινιακό ζήτημα δεν γεννήθηκε με τον Νετανιάχου. Η κατοχή, οι εποικισμοί, οι αποκλεισμοί και η άρνηση πλήρων δικαιωμάτων στους Παλαιστινίους έχουν βαθιές ρίζες. Γι’ αυτό και η Ελλάδα δεν πρέπει να αναζητά άλλοθι σε γενικές αναφορές περί δημοκρατικής παράδοσης. Πρέπει να αναζητά συνομιλητές στις πραγματικές δημοκρατικές, αντιπολεμικές και ανθρωπιστικές δυνάμεις της ισραηλινής κοινωνίας, σε όσους αμφισβητούν την κατοχή και διεκδικούν ειρήνη με δικαιοσύνη.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με την Amnesty International και το ισραηλινό δίκτυο Mesarvot, περισσότεροι από 100 Ισραηλινοί έχουν αρνηθεί τη στρατιωτική θητεία για λόγους συνείδησης - αυτό το «άλλο Ισραήλ» οφείλει η Ελλάδα να το ακούσει και να το στηρίξει.
Η εξάρτηση από τη σημερινή πολεμική μηχανή του Ισραήλ δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Όταν η Γάζα ισοπεδώνεται, όταν η Δυτική Όχθη αφήνεται στο έλεος αιμοχαρών εποίκων, όταν ο Νότιος Λίβανος βομβαρδίζεται, όταν άμαχοι, παιδιά, νοσοκομεία και ολόκληρες κοινότητες γίνονται θύματα μιας ανεξέλεγκτης στρατιωτικής λογικής, ο άκριτος εναγκαλισμός παύει να είναι διπλωματία. Γίνεται σιωπηρή αποδοχή. Και η σιωπή, σε τέτοιες στιγμές, είναι πολιτική στάση.
Υπάρχει ακόμη περιθώριο, έστω και στο παραπέντε, να σταματήσει η άκριτη ταύτιση. Η Ελλάδα μπορεί να κρατήσει ανοιχτές τις σχέσεις με το Ισραήλ, αλλά οφείλει να βάλει καθαρά όρια στη σχέση με τη σημερινή του κυβέρνηση. Να υπερασπιστεί το διεθνές δίκαιο, την προστασία των αμάχων, την απελευθέρωση των χιλιάδων Παλαιστινίων κρατουμένων, την ανθρωπιστική ανακούφιση της Γάζας και μια πραγματική ειρηνευτική διαδικασία.
Η λύση των δύο κρατών προϋποθέτει κάτι απολύτως συγκεκριμένο: αποχώρηση του Ισραήλ από τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, τερματισμό των εποικισμών και αναγνώριση ενός πραγματικά κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους. Διαφορετικά δεν μιλάμε για δύο κράτη, αλλά για έναν ισχυρό κρατικό μηχανισμό και έναν λαό εγκλωβισμένο σε θύλακες χωρίς ελευθερία.
Υπάρχει και η άλλη πρόταση - ένα κοινό δημοκρατικό κράτος, με ίσα δικαιώματα για Παλαιστίνιους, Ισραηλινούς Εβραίους και Άραβες. Είναι εξίσου δύσκολη. Όμως καμία δίκαιη λύση δεν είναι εύκολη όσο κυβερνά το Ισραήλ η σημερινή κυβέρνηση Νετανιάχου, που έχει μετατρέψει την κατοχή, τον εποικισμό και τον πόλεμο σε μόνιμη στρατηγική.
Καμία από τις δύο λύσεις δεν είναι εύκολη, όσο η διεθνής κοινότητα δεν αρκείται απλώς στο να αποστρέφει το βλέμμα από την τελούμενη ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ, αλλά, αντίθετα στηρίζει τη συνέχιση της τραγωδίας στη Γάζα, αντί να πάρει ουσιαστικά μέτρα για να τη σταματήσει.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση σωστά καταδικάζει τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και υπερασπίζεται το δικαίωμα των Ουκρανών στην πατρίδα τους. Την ίδια ώρα, όμως, ανέχεται την κατοχή, τους εποικισμούς, τον αφανισμό της Γάζας και τη συλλογική απαξίωση του παλαιστινιακού λαού ως «τρομοκρατικού». Ακόμη και όταν η προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ περνά στην Κυπριακή Δημοκρατία, ένα κράτος-μέλος με τουρκικές κατοχικές δυνάμεις στο έδαφός του, η Ευρώπη αποφεύγει να μιλήσει καθαρά για την κατοχή. Το διεθνές δίκαιο, όμως, δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά. Ή ισχύει για όλους ή παύει να είναι δίκαιο.
Το ίδιο ισχύει και για την οικονομική διάσταση των σχέσεων Ελλάδας–Ισραήλ. Η αυξανόμενη παρουσία ισραηλινών επιχειρηματικών ομίλων στην Ελλάδα, από το real estate και τον τουρισμό έως τη βιομηχανία, την τεχνολογία και την άμυνα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε ως αυτονόητο καλό ούτε ως αυτονόητη απειλή. Απαιτεί θεσμική σοβαρότητα, διαφάνεια και δημόσιο έλεγχο.
Στον τουρισμό και στην ακίνητη περιουσία, ισραηλινά συμφέροντα έχουν αποκτήσει σημαντική παρουσία σε ξενοδοχεία, αστικά ακίνητα, τουριστικά συγκροτήματα και κατοικίες. Αυτή η κινητικότητα μπορεί να φέρνει κεφάλαια.
Αλλά δημιουργεί ερωτήματα - ποιος τελικά αγοράζει; Ποιος ελέγχει τα ακίνητα; Πόσο επηρεάζεται η πρόσβαση των μόνιμων κατοίκων σε προσιτή κατοικία; Πόσο μένει στην τοπική οικονομία; Πόσες πραγματικές και σταθερές θέσεις εργασίας δημιουργούνται;
Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα της αμυντικής συνεργασίας. Η ισραηλινή εμπλοκή στο Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης Πτήσεων στην Καλαμάτα και οι ευρύτερες συμφωνίες σε στρατιωτικά συστήματα δεν είναι απλές εμπορικές συναλλαγές. Αφορούν την εθνική άμυνα, τη στρατηγική αυτονομία, τη μακροχρόνια εξάρτηση από ξένες εταιρείες και την πολιτική μας θέση σε μια περιοχή που φλέγεται.
Η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις. Χρειάζεται όμως επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγή, την απασχόληση, την κοινωνική συνοχή και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Όχι απλώς μεταβίβαση γης, κατοικιών και στρατηγικών υποδομών σε ισχυρά ξένα κεφάλαια χωρίς επαρκή δημόσιο έλεγχο.
Η Ελλάδα είναι ήδη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Αν αυτή η διπλή συμμετοχή δεν καλύπτει το αίσθημα ασφάλειας της χώρας, τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι η άκριτη εξάρτηση από την πολεμική μηχανή του Ισραήλ ούτε ένας φαύλος κύκλος εξοπλιστικών προγραμμάτων. Το ζήτημα της Τουρκίας δεν αντιμετωπίζεται με μια Ελλάδα φοβική και εγκλωβισμένη σε ξένους πολεμικούς σχεδιασμούς. Αντιμετωπίζεται με μια Ελλάδα που αξιοποιεί τη θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, χτίζει ισχυρούς δεσμούς με το άλλο Ισραήλ και συνεργάζεται με όλες τις χώρες που έχουν κοινό συμφέρον να γίνει η Μεσόγειος θάλασσα ειρήνης, ασφάλειας και ισότιμης ανάπτυξης.
Σε όσους λένε «οι ισχυροί αποφασίζουν, έτσι είναι τα πράγματα», η απάντηση είναι καθαρή - οι ισχυροί μπορεί να αποφασίζουν πολλά, αλλά δεν αποφασίζουν τη συνείδησή μας. Ρεαλισμός δεν είναι η υποταγή. Ρεαλισμός είναι να γνωρίζεις τη δύναμη των ισχυρών, αλλά να μη βαφτίζεις την αδικία αναγκαιότητα και το έγκλημα γεωπολιτική σοβαρότητα.
Η Μεσόγειος δεν χρειάζεται νέες εγγυήτριες δυνάμεις, ξένες βάσεις, στρατόπεδα και πολεμικούς σχεδιασμούς που μετατρέπουν τις χώρες της σε ορμητήρια. Χρειάζεται ελεύθερους λαούς, δίκαιες λύσεις, σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και πολιτικές που δεν θα γεννούν πρόσφυγες και μετανάστες.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι καθαρό - με ποιους θέλουμε να χτίσουμε το μέλλον της Ελλάδας στη Μεσόγειο; Με κυβερνήσεις που επενδύουν στον πόλεμο ή με κοινωνίες που παλεύουν για ειρήνη; Με την πολεμική μηχανή ή με τις δημοκρατικές δυνάμεις;
Η απάντηση πρέπει να είναι καθαρή - η Ελλάδα με τη Μεσόγειο της ειρήνης. Με το άλλο Ισραήλ που συνυπάρχει με τους Άραβες και τους Παλαιστίνιους. Με την Παλαιστίνη της αξιοπρέπειας. Με το διεθνές δίκαιο. Με τους λαούς και όχι με τους πολέμους τους.
Γιατί πραγματική συμμαχία δεν είναι να σιωπάς μπροστά στα εγκλήματα. Πραγματική συμμαχία είναι να βοηθάς έναν λαό να σωθεί από την καταστροφή στην οποία τον οδηγεί η ηγεσία του.
