Η δημόσια διαβούλευση για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα μπορούσε να αποτελέσει μια ιστορική ευκαιρία για την αναγέννηση της δημοκρατίας στους Δήμους. Αντί όμως να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για τη λειτουργία των θεσμών, τη συμμετοχή των πολιτών και την ενίσχυση των συλλογικών οργάνων, επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στον τρόπο εκλογής του δημάρχου από την πρώτη Κυριακή. Το άρθρο 102 του Συντάγματος κατοχυρώνει την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως θεσμό δημοκρατικής αποκέντρωσης και λαϊκής συμμετοχής, ενώ ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Τοπικής Αυτονομίας αναδεικνύει ως θεμελιώδεις αρχές τη δημοκρατική εκπροσώπηση, τη λογοδοσία και την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές υποθέσεις. Οι αρχές αυτές δεν εξαντλούνται την ημέρα των εκλογών. Δοκιμάζονται καθημερινά μέσα από τη λειτουργία των Δημοτικών Συμβουλίων. Δυστυχώς, η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ο τρόπος εκλογής των δημάρχων. Είναι ο τρόπος άσκησης της εξουσίας μετά τις εκλογές.
Σε πολλούς Δήμους της χώρας, και κατά την άποψή μου, ιδιαίτερα στον Δήμο Καλαμάτας, τα Συμβούλια έχουν απολέσει σημαντικό μέρος του ουσιαστικού τους ρόλου. Οι εισηγήσεις συχνά εμφανίζονται πλήρως διαμορφωμένες, ο διάλογος περιορίζεται, οι αποφάσεις δημιουργούν την εντύπωση ότι έχουν ήδη ληφθεί και ο θεσμικός ρόλος της αντιπολίτευσης αποδυναμώνεται. Παρά τις δημόσιες διακηρύξεις της δημοτικής αρχής Καλαμάτας για διαφάνεια, λογοδοσία και συνεργασία, η καθημερινή λειτουργία του Δ.Σ. δημιουργεί την αίσθηση ότι ο ενεργός δημοτικός σύμβουλος δυσκολεύεται να ασκήσει τον ουσιαστικό του ρόλο. Δηλαδή να ελέγχει, να προτείνει, να συνδιαμορφώνει και να εκπροσωπεί τους πολίτες που τον εξέλεξαν. Αντίστοιχα, οι Δημοτικές Κοινότητες συχνά λειτουργούν περισσότερο ως παρατηρητές, παρά ως ουσιαστικοί πυρήνες αποκέντρωσης και συμμετοχής.
Στο πλαίσιο αυτό, προβληματισμό προκαλεί και η επιλογή της ουσιαστικής κατάργησης του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών. Ο δεύτερος γύρος δεν είναι μια περιττή διοικητική διαδικασία ούτε μια ταλαιπωρία που πρέπει να εξαλειφθεί. Είναι μια πρόσθετη ευκαιρία δημοκρατικής συμμετοχής. Επιτρέπει στους πολίτες να επαναξιολογήσουν τις επιλογές τους, να διαμορφωθούν ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις και να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της εκλεγμένης δημοτικής αρχής. Η λογική ότι όλα πρέπει να ολοκληρώνονται «εύκολα» και «από την πρώτη Κυριακή» αντιμετωπίζει τη συμμετοχή του πολίτη ως διοικητικό βάρος και όχι ως θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα. Η ευκολία δεν μπορεί να υπερέχει της δημοκρατίας. Ο νέος Κώδικας φαίνεται να αντιμετωπίζει τον δημότη κυρίως ως ψηφοφόρο της μίας ημέρας και όχι ως ενεργό συμμέτοχο της επόμενης δημοτικής περιόδου. Όμως η δημοκρατία δεν είναι μια διαδικασία που ολοκληρώνεται με την κατάθεση ενός ψηφοδελτίου. Είναι μια συνεχής σχέση συμμετοχής, ελέγχου, λογοδοσίας και συνδιαμόρφωσης των αποφάσεων. Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν θα έπρεπε να περιορίζεται στο εκλογικό σύστημα. Θα έπρεπε να ενισχύει τον θεσμικό ρόλο του Συμβουλίου, να κατοχυρώνει ουσιαστικά δικαιώματα ελέγχου της αντιπολίτευσης, να αναβαθμίζει τις Δημοτικές Κοινότητες, να θεσμοθετεί πραγματικές διαδικασίες διαβούλευσης και να ενδυναμώνει τη συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις που επηρεάζουν την καθημερινότητά τους. Η δημοκρατία δεν κουράζεται από τη συμμετοχή των πολιτών. Αποδυναμώνεται από την απουσία τους. Κάθε θεσμική αλλαγή που περιορίζει τις ευκαιρίες συμμετοχής, ακόμη και όταν παρουσιάζεται στο όνομα της αποτελεσματικότητας, οφείλει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν χρειάζεται λιγότερη δημοκρατία για να λειτουργήσει καλύτερα. Χρειάζεται περίσσεια δημοκρατίας για να υπηρετήσει πραγματικά τον πολίτη.
