Υπάρχουν Σύνοδοι Κορυφής που επιβεβαιώνουν ήδη ειλημμένες αποφάσεις. Υπάρχουν όμως και εκείνες οι σπάνιες ιστορικές στιγμές κατά τις οποίες δεν αναπροσαρμόζεται απλώς η στρατηγική μιας συμμαχίας, αλλά αρχίζει να διαμορφώνεται η αρχιτεκτονική ασφαλείας μιας νέας εποχής.
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, 7- 8 Ιουλίου, πραγματοποιείται σε μία τέτοια συγκυρία.
Δεν θα διεξαχθεί σε περίοδο σχετικής διεθνούς σταθερότητας, αλλά ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη ταυτόχρονες συγκρούσεις που εκτείνονται από τη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο και τον Περσικό Κόλπο. Ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας συνεχίζεται, η κρίση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν έχει μεταβάλει δραστικά τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, οι επιθέσεις των Χούθι της Υεμένης εξακολουθούν να επηρεάζουν την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, ενώ η αστάθεια στον Λίβανο, στη Συρία και στις ευρύτερες ενεργειακές διαδρομές συνθέτει ένα ενιαίο και εξαιρετικά σύνθετο στρατηγικό περιβάλλον.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι οι κρίσεις αυτές δεν μπορούν πλέον να αναλυθούν ως ανεξάρτητα γεγονότα. Αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις μιας κοινής γεωστρατηγικής πραγματικότητας. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο ευρωατλαντικός και ο μεσανατολικός χώρος συγκροτούν ένα ενιαίο στρατηγικό σύστημα, όπου η ασφάλεια της Βαλτικής επηρεάζει τη Μαύρη Θάλασσα, η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται με τον Περσικό Κόλπο και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια και οικονομία.
Η Σύνοδος της Άγκυρας καλείται να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί το ΝΑΤΟ να παραμείνει μια συμμαχία σχεδιασμένη για τις προκλήσεις του 20ού αιώνα ή οφείλει να μετασχηματιστεί σε οργανισμό που θα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα συμβατικούς πολέμους, υβριδικές απειλές, κυβερνοεπιθέσεις, μη επανδρωμένα συστήματα, διαστημικές υποδομές και την προστασία κρίσιμων ενεργειακών και ψηφιακών δικτύων;
Το δεύτερο μεγάλο διακύβευμα αφορά την Τουρκία. Η επιλογή της Άγκυρας ως τόπου διεξαγωγής της Συνόδου δεν έχει μόνο συμβολική αξία. Αντικατοπτρίζει τη γεωγραφική πραγματικότητα μιας χώρας που βρίσκεται στο σημείο όπου τέμνονται η Ευρώπη, η Μαύρη Θάλασσα, ο Καύκασος και η Μέση Ανατολή. Η παρουσία του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τράμπ και η συνάντησή του με τον Πρόεδρο Ερντογάν αποκτούν, συνεπώς, ιδιαίτερη σημασία.
Το πραγματικό ερώτημα δεν περιορίζεται στα εξοπλιστικά προγράμματα ή στα F-35. Είναι κατά πόσο η Ουάσιγκτον επιδιώκει να επανατοποθετήσει την Τουρκία στον πυρήνα της δυτικής στρατηγικής ή αν θα συνεχίσει να οικοδομεί ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασιών με αξιόπιστους περιφερειακούς εταίρους.
Εξίσου κρίσιμο είναι το ενεργειακό διακύβευμα. Οι θαλάσσιοι διάδρομοι της Ανατολικής Μεσογείου, της Ερυθράς Θάλασσας και του Περσικού Κόλπου δεν αποτελούν πλέον απλώς εμπορικές οδούς. Είναι αρτηρίες της παγκόσμιας οικονομίας, από τις οποίες εξαρτώνται η ενεργειακή ασφάλεια, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι ψηφιακές υποδομές. Η προστασία τους μετατρέπεται σε βασική αποστολή των σύγχρονων στρατηγικών σχεδιασμών.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τον εαυτό της ως περιφερειακό παρατηρητή.
Η γεωγραφική της θέση, οι στρατηγικές υποδομές της, οι σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αλλά και η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, της προσδίδουν ιδιαίτερο βάρος.
Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, το ελληνικό αρχιπέλαγος και οι ενεργειακές διασυνδέσεις της χώρας δεν αποτελούν απλώς εθνικά πλεονεκτήματα. Εντάσσονται πλέον στον ευρύτερο σχεδιασμό της δυτικής στρατηγικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Σύνοδος της Άγκυρας δεν θα κριθεί μόνο από τις αποφάσεις που θα ανακοινωθούν δημοσίως. Θα κριθεί κυρίως από τις στρατηγικές ισορροπίες που θα διαμορφωθούν στο παρασκήνιο και από το αν θα σηματοδοτήσει τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, όπου η ασφάλεια δεν θα ορίζεται αποκλειστικά από τα σύνορα των κρατών, αλλά από τον έλεγχο των θαλάσσιων διαδρόμων, των ενεργειακών δικτύων, των πληροφοριών, της τεχνητής νοημοσύνης και των κρίσιμων τεχνολογιών.
Ίσως, λοιπόν, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι τι θα αποφασίσει το ΝΑΤΟ στην Άγκυρα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν από την Άγκυρα θα αρχίσει να διαμορφώνεται η νέα στρατηγική τάξη του 21ου αιώνα.
Ενδεχομένως όμως, το μεγαλύτερο στρατηγικό παράδοξο της Συνόδου της Άγκυρας να είναι άλλο. Επί σειρά ετών η Ουάσιγκτον υποστήριζε ότι η συνύπαρξη των αμερικανικών F-35 με το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400 ήταν τεχνικά και επιχειρησιακά απαράδεκτη, καθώς θα μπορούσε να εκθέσει κρίσιμα χαρακτηριστικά του πλέον προηγμένου δυτικού μαχητικού αεροσκάφους. Εάν σήμερα η αμερικανική πολιτική, υπό τον ΤΡΑΜΠ, εμφανίζεται διατεθειμένη να επανεξετάσει αυτή τη θέση, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή εξοπλιστικό. Είναι βαθύτατα γεωπολιτικό.
Πιθανότατα, το ουσιαστικό ερώτημα της Συνόδου να μην είναι μόνο πώς αλλάζει το ΝΑΤΟ. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς αλλάζουν οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες ως παγκόσμια δύναμη. Γιατί από την απάντηση σε αυτό θα εξαρτηθεί όχι μόνο η μελλοντική φυσιογνωμία της Συμμαχίας, αλλά και η γεωπολιτική ισορροπία από τη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο, τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδο-Ειρηνικό.
Είναι αλήθεια ότι, από το 1991 έως σήμερα το ΝΑΤΟ αναζητούσε αποστολή. Από το 2026 και μετά αναζητεί νέο στρατηγικό ρόλο σε έναν κόσμο που δεν είναι πλέον μονοπολικός.
Επί τρεις δεκαετίες, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κυριάρχησε η αντίληψη ότι η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική επανάσταση είχαν περιορίσει τη σημασία της γεωγραφίας. Σήμερα, όμως, τα Στενά του Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα και ο ΣΟΥΕΖ, οι θαλάσσιοι διάδρομοι, οι ναυτικές βάσεις, οι ενεργειακές οδοί και οι κρίσιμες υποδομές επανέρχονται στο επίκεντρο του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό διακύβευμα της Συνόδου της Άγκυρας να μην είναι μόνο η νέα γεωπολιτική του ΝΑΤΟ από τη Βαλτική έως τον Περσικό Κόλπο. Ίσως να σηματοδοτεί την οριστική επιστροφή της Γεωγραφίας ως του καθοριστικού παράγοντα που θα διαμορφώσει τη νέα παγκόσμια στρατηγική τάξη του 21ου αιώνα.
Επιστρέφει η γεωπολιτική βαρύτητα της Γεωγραφίας, ως ο καθοριστικός παράγοντας ισχύος, ασφάλειας και διεθνούς επιρροής στον παρόντα αιώνα.
Εκεί, ακριβώς, θα κριθεί όχι μόνο το μέλλον του ΝΑΤΟ, αλλά και η θέση της Ελλάδας στη νέα παγκόσμια στρατηγική αρχιτεκτονική.
