Σάββατο, 15 Αυγούστου 2026 09:51

Η υπόθεση Πλουμπίδη

Γράφτηκε από τον

Η υπόθεση Πλουμπίδη

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Είναι σκληρό κι απάνθρωπο, να φεύγεις από τη ζωή με τα χέρια δεμένα. Μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, παρουσία μαρτύρων δημοσιογράφων και του ιερέα, που λίγο πριν, συζητούσες μαζί του τις τελευταίες τρεις ώρες της ζωής σου, αρνούμενος να εξομολογηθείς. Σύμφωνα με την περιγραφή της εφημερίδας «Απογευματινή» ο Νίκος Πλουμπίδης ήταν:

«…άψογα ενδεδυμένος. Εφόρει φρεσκοσιδερωμένο σκούρο "αμπιγέ'' κοστούμι, με άσπρο μαντιλάκι στο τσεπάκι. Ηκολούθησε αμίλητος τον αξιωματικόν της Χωροφυλακής που ήτο επί κεφαλής των ανδρών τούτων, αφού προηγουμένως εις διαταγήν του επρότεινε τας χείρας και του επέρασε ο εκπρόσωπος του νόμου τας χειροπέδας. Εν συνεχεία επροχώρησε προς την έξοδον της φυλακής του και επέβη του σιδηρόφρακτου αυτοκινήτου του τμήματος μεταγωγών».

Τα «ΝΕΑ» συνεχίζουν:

«… κάθισε ανάμεσα στους χωροφύλακες, ενώ στο ίδιο αυτοκίνητο επιβιβάστηκε ο ιερέας και ένας αξιωματικός της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών με πολιτική περιβολή. Κατά τη διαδρομή εφαίνετο σκεπτικός και ήτο αμίλητος. Εκάπνιζε συνεχώς. Εις δύο - τρεις ερωτήσεις που του απηυθύνθησαν από τους συνοδούς του... δεν απήντησεν... Εις μίαν στιγμήν μόνον ενεθυμήθη το γράμμα που είχε διά τη συζυγόν του. Παρεκάλεσε κάποιον χωροφύλακα να το βγάλη από την τσέπη του, διότι αυτός έφερε χειροπέδας και το παρέδωσε εις τον εν πολιτική περιβολή αστυνόμον της Γενικής Ασφαλείας που τον συνόδευε.

- Σε παρακαλώ, του είπε, φρόντισε αυτή η επιστολή να φτάση στη γυναίκα μου. Είναι η τελευταία παράκλησις που κάνω σε ζωντανό άνθρωπο».

Ο Νίκος Πλουμπίδης είχε γεννηθεί στα Λαγκάδια Γορτυνίας τον Δεκέμβριο του 1902. Μετά τη στρατιωτική θητεία του, έγινε δάσκαλος και το 1926 διορίστηκε στην Ελασσόνα όπου υπηρέτησε μέχρι το 1929. Στην Ελασσόνα ο Πλουμπίδης έγινε μέλος του ΚΚΕ. Το 1935 έγινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Από τον επόμενο χρόνο, με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά, πέρασε στην παρανομία.

Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής παρέμεινε στην Αθήνα και αγωνίστηκε κι αυτός για την οργάνωση της μαζικής και ένοπλης αντίστασης στους κατακτητές. Μετά τη έναρξη του εμφύλιου, το 1947 πέρασε και πάλι στην παρανομία. Αφού τελείωσε ο εμφύλιος, η εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ προσπάθησε να ανασυνταχτεί και να διεκδικήσει και πάλι την εξουσία στην Ελλάδα. Επικεφαλής του κομματικού μηχανισμού και φυσικός ηγέτης του κόμματος ήταν ο γραμματέας του Νίκος Ζαχαριάδης. Η επιδιωκόμενη ανασύνταξη των δυνάμεων της Αριστεράς για έναν «τρίτο γύρο» διεκδίκησης της εξουσίας στηριζόταν στο σύνθημα «με τα όπλα παρά πόδα». Με δίκτυα ασυρμάτων που είχαν στηθεί σε καίρια σημεία η κομματική ηγεσία κρατούσε επαφή», ώστε τα στελέχη και οι οπαδοί να λαμβάνουν οδηγίες αλλά ταυτόχρονα να μεταδίδουν χρήσιμες πληροφορίες για το κόμμα.

Από την ηγεσία του κόμματος, ο μόνος που έμεινε στην Αθήνα, φυσικά σε καθεστώς παρανομίας, ήταν ο χτυπημένος από τη φυματίωση Νίκος Πλουμπίδης. Προσπάθησε να συμβάλει στη νομιμοποίηση της Αριστεράς μέσω κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950, με τη δημιουργία της Δημοκρατικής Παράταξης και στη συνέχεια της ΕΔΑ.

Μετά τις εκλογές του 1950 ο Νίκος Ζαχαριάδης έστειλε τον Νίκο Μπελογιάννη να αντικαταστήσει τον Πλουμπίδη, ώστε αυτός να διαφύγει στο εξωτερικό. Ομως, στις 20 Νοεμβρίου 1950, ο Μπελογιάννης συνελήφθη. Ο Πλουμπίδης, ο «Μπάρμπας» του παράνομου κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ στην Ελλάδα, είχε χάσει την εμπιστοσύνη του γενικού γραμματέα Νίκου Ζαχαριάδη που τον θεωρούσε «προβοκάτορα» και «προδότη». Στις γραπτές οδηγίες του προς τα μέλη, με αφορμή τα πλήγματα που δεχόταν ο παράνομος μηχανισμός από την Ασφάλεια, ο Ζαχαριάδης τόνιζε:

«Στη σχέση με τον Μπάρμπα πρέπει να ‘μαστε προσεχτικοί»

Ουσιαστικά ο ηγέτης του κόμματος, είχε μετατραπεί στον κύριο διώκτη του Νίκου Πλουμπίδη. Η κορύφωση της απόρριψης του Πλουμπίδη από τον Ζαχαριάδη έγινε μετά τη σύλληψη και την καταδίκη του Νίκου Μπελογιάννη και των Νίκου Καλούμενου, Ηλία Αργυριάδη, Δημήτρη Μπάτση. Μετά την ανακάλυψη του δικτύου ασυρμάτων του ΚΚΕ στην Καλλιθέα και τη Γλυφάδα και τη θανατική καταδίκη των τεσσάρων, ο Πλουμπίδης σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τους σώσει, στις 15 Μαρτίου 1952, έστειλε μια επιστολή που περιλάμβανε και δακτυλικό του αποτύπωμα, που δημοσιεύτηκε στον Τύπο της εποχής, στην οποία εμφανίστηκε ο ίδιος ως καθοδηγητής του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ, δηλώνοντας έτοιμος να παραδοθεί εφόσον μετατρεπόταν η θανατική καταδίκη των τεσσάρων. Η επιστολή απορρίφθηκε όμως από τον Ζαχαριάδη, ως πλαστή και κατασκευασμένη από την Ασφάλεια και την κατηγορία ότι ο Πλουμπίδης ήταν πράκτοράς της. Έτσι, στις 30 Μαρτίου 1952, οι τέσσερις καταδικασμένοι οδηγήθηκαν από τις φυλακές της Καλλιθέας, στο εκτελεστικό απόσπασμα, στου Γουδή. Η Έλλη Παππά έμεινε στη φυλακή.

Μετά τις εκτελέσεις των τεσσάρων, συνελήφθη και ο Πλουμπίδης στις 25 Νοεμβρίου 1952. Δύο ημέρες αργότερα, η κομματική «Ελεύθερη Ελλάδα», μετέδιδε από το Βουκουρέστι, ότι ο Πλουμπίδης ήταν από δεκαετίες χαφιές της Ασφάλειας, πράκτορας του εχθρού που είχε παρεισφρήσει στις τάξεις του κόμματος. Από τις 25 Ιουλίου 1952 τον είχαν διαγράψει από μέλος του ΚΚΕ. Μετά από συνοπτικές διαδικασίες, ακολούθησε η εκτέλεσή του, στις 14 Αυγούστου του 1954, στο Δαφνί.

Η «υπόθεση Πλουμπίδη» είναι ένα «ανοιχτό τραύμα» στην Αριστερά γιατί σ’ αυτήν καταγράφηκαν, με τον πιο ακραίο τρόπο, οι αντιφάσεις που χαρακτήριζαν τις ανθρώπινες σχέσεις των κομματικών στελεχών, ιδιαίτερα κατά τα χρόνια του Εμφύλιου αλλά και μετά τη βαρειά ήττα του ΔΣΕ.

Η 9η Ολομέλεια του ΚΚΕ το 1958, μετά την απομάκρυνση του Zαχαριάδη, αποφάσισε την αποκατάσταση της μνήμης του Πλουμπίδη.

Ο Πέτρος Ανταίος, από τα ιδρυτικά της στελέχη της ΕΠΟΝ μιλώντας για τον Πλουμπίδη είπε:

«Ο Πλουμπίδης είναι κορυφαία περίπτωση, όχι απλώς κομμουνιστή, αλλά ανθρώπου που σέβεται τον εαυτό του, την αξιοπρέπειά του ώς το τέλος. Μας τίμησε όλους».