Κυριακή, 12 Ιουλίου 2026 19:56

Από τη Βαλτική έως τα Στενά του Ορμούζ: Η νέα εξοπλιστική κούρσα

Γράφτηκε από την

Από τη Βαλτική έως τα Στενά του Ορμούζ: Η νέα εξοπλιστική κούρσα

Του Χρήστου Καπούτση
Δημοσιογράφος – Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Άμυνας και Γεωστρατηγικής

Η νέα εξοπλιστική στρατηγική του ΝΑΤΟ εισέρχεται σε μια περίοδο πρωτοφανούς κλιμάκωσης. Οι αποφάσεις για δραστική αύξηση των αμυντικών δαπανών μεταφέρουν ένα βαρύ οικονομικό βάρος στους κρατικούς προϋπολογισμούς των ευρωπαϊκών χωρών και, τελικά, στους ίδιους τους Ευρωπαίους πολίτες, ενώ δημιουργούν σημαντικές προοπτικές κερδοφορίας για τις μεγάλες αμερικανικές και ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες. Το 60% των δαπανών για εξοπλισμούς από τους Ευρωπαίους, θα κατευθύνεται, με απαίτηση ΤΡΑΜΠ, στις αμερικανικές Πολεμικές Βιομηχανίες.

Απαιτείται, όμως, μια κρίσιμη διάκριση. Άλλο οι δαπάνες που αφορούν την εθνική άμυνα της Ελλάδας, την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής κυριαρχίας, δαπάνες τις οποίες ο ελληνικός λαός, διαχρονικά, έχει αποδεχθεί ακόμη και με σημαντικές οικονομικές θυσίες, και άλλο οι ολοένα αυξανόμενες συμμαχικές εξοπλιστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τον σχεδιασμό του ΝΑΤΟ.
Το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι εάν η συνεχής αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, σε μια περίοδο δημοσιονομικών πιέσεων και κοινωνικών ανισοτήτων, μεταφέρει δυσανάλογο βάρος στους Ευρωπαίους πολίτες, την ώρα που οι μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες καταγράφουν υψηλή κερδοφορία και ο χρηματοπιστωτικός τομέας επωφελείται από τη χρηματοδότηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Στο δημόσιο διάλογο διατυπώνεται ακόμη η κριτική ότι αρκετές πολιτικές ηγεσίες επενδύουν συστηματικά στη ρητορική του φόβου, προβάλλοντας διαρκώς την απειλή ως βασικό επιχείρημα για τη διεύρυνση των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές αυτής της στρατηγικής αντιτείνουν ότι η επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος ασφαλείας καθιστά αναγκαία την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος. Η ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια, την οικονομική βιωσιμότητα και την κοινωνική συνοχή αποτελεί, πλέον, ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά διακυβεύματα της Ευρώπης.

Και προς επίρρωση των ανωτέρω, το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας επιδεινώνεται με ανησυχητικό ρυθμό, με επιλογή των ηγεσιών και των ελιτ των Κοσμοκρατορισσών δυνάμεων , ΗΠΑ, ΡΩΣΙΑ, ΚΙΝΑ, ΙΣΡΑΗΛ . Από τις ακτές της Βαλτικής και τη Μαύρη Θάλασσα, έως τον Καύκασο, τα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ, διαμορφώνεται ένα ενιαίο γεωστρατηγικό τόξο έντασης, όπου συγκρούονται στρατιωτικά, ενεργειακά και γεωπολιτικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, που υπονομεύουν την ασφάλεια και την ευημερία των πολιτών.

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΟΥ ΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν αποτέλεσε απλώς μία ακόμη ετήσια συνάντηση των ηγετών της Συμμαχίας. Κατέγραψε τη μετάβαση του ΝΑΤΟ σε μια νέα στρατηγική εποχή: υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, διαρκή ανταγωνισμό με τη Ρωσία, αυξανόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή, αναβάθμιση του γεωπολιτικού ρόλου της Τουρκίας και ταυτόχρονα μιας πρωτοφανούς στρατιωτικής και βιομηχανικής κινητοποίησης.

Η πρώτη ημέρα της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα είχε έναν ξεκάθαρο πρωταγωνιστή: τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ταγίπ Ερντογάν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έστειλε πολλαπλά πολιτικά μηνύματα. Χαρακτήρισε τον Ερντογάν «μεγάλο φίλο», ανακοίνωσε την πρόθεσή του να άρει τις κυρώσεις CAATSA και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να εξεταστεί στο μέλλον η υπόθεση των F-35. Δεν έλαβε, όμως, καμία οριστική και δεσμευτική απόφαση, για την πώληση στη Τουρκία Μαχητικών αεροσκαφών F-35. Και δεν θα μπορούσε. Υπάρχουν οι θεσμικές αρμοδιότητες του Κογκρέσου, οι επιφυλάξεις του Πενταγώνου για τους ρωσικούς S-400 και οι ευρύτερες ισορροπίες ασφαλείας στην περιοχή. Και κυρίως το ΙΣΡΑΉΛ που εκφράζει ανοιχτά τη διαφωνία του για την στρατιωτική ενίσχυση της Τουρκίας.

Το πρώτο και βασικά συμπέρασμα της ΣΥΝΟΔΟΥ της ΑΓΚΥΡΑΣ, είναι ότι το ΝΑΤΟ μετατρέπεται πλέον σε έναν οργανισμό υψηλής επιχειρησιακής ετοιμότητας και στρατιωτικής δράσης.

Ο πυρήνας των αποφάσεων της Συνόδου ΤΟΥ ΝΑΤΟ είναι τριπλός.
Πρώτον, η υλοποίηση της δέσμευσης για αμυντικές δαπάνες που φθάνουν το 5% του ΑΕΠ. Δεν πρόκειται για έναν λογιστικό στόχο, αλλά για μια πολιτική επιλογή που μεταφράζεται σε νέες στρατιωτικές δυνατότητες, μεγαλύτερη επιχειρησιακή ετοιμότητα και μαζικές επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία.
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε τη δέσμευση της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ για αύξηση των αμυντικών δαπανών, αναφέρθηκε στο εξοπλιστικό πρόγραμμα των 25 δισ. ευρώ , ανεβάζοντας το διαθέσιμο ποσό στο 3,7% του ΑΕΠ, που όμως απέχει από τον στόχο του 5%.
Δεύτερον, το νέο στρατηγικό μοντέλο «ΝΑΤΟ 3.0». Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην πυρηνική αποτροπή, ενώ οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης στη συμβατική άμυνα και στην παραγωγή οπλικών συστημάτων. Πρόκειται για μια νέα κατανομή βαρών στο εσωτερικό της Συμμαχίας. Οι Ευρωπαίοι θα πληρώσουν όσα αναλογούν για την Ασφάλεια της Ευρώπης. Μεγαλύτερες και ακριβότερες παραγγελίες οπλικών συστημάτων με τη δέσμευση το 60% των ευρωπαϊκών κονδυλίων να κατευθύνεται στις Αμερικανικές Πολεμικές Βιομηχανίες. Με απλά λόγια, οι Ευρωπαίοι αποδέχθηκαν ότι η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα και η στρατιωτική προστασία έχουν πλέον συγκεκριμένο οικονομικό τίμημα. Είναι ως να υπέγραψαν ένα ακριβό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφαλείας με την Ουάσιγκτον.
Και τρίτον, η διατήρηση της στρατηγικής γραμμής έναντι της Ρωσίας. Στήριξη, στρατιωτική και οικονομική ενίσχυση της Ουκρανίας. Η Μόσχα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται η κύρια μακροπρόθεσμη απειλή, αλλά όχι και άμεση απειλή για το ΝΑΤΟ. Ο ΤΡΑΜΠ θα επιθυμούσε μια πιο σταθερή προσέγγιση με τον ΠΟΥΤΙΝ.

Για την Ελλάδα, όμως, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι τα F-35. Είναι μήπως αυτή η πολιτική επαναπροσέγγιση ΗΠΑ- Τουρκίας οδηγήσει σε θεσμική αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας μέσα στις δομές διοίκησης του ΝΑΤΟ.
Άλλο είναι να λειτουργεί το Ιντσιρλίκ (ΑΔΑΝΑ) ως σημαντική συμμαχική βάση και άλλο να ενισχυθούν νατοϊκές διοικήσεις στην Τουρκία με επιχειρησιακές αρμοδιότητες που επηρεάζουν το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Εκεί βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική κυβέρνηση και την στρατιωτική διπλωματία.
Από το 1974 μέχρι σήμερα, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις επιδίωξαν να αποτρέψουν εξελίξεις που θα μπορούσαν να ενισχύσουν θεσμικά την τουρκική επιρροή μέσα στη Συμμαχία. Αν αυτή η ισορροπία μεταβληθεί, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για μια ακόμη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Θα μιλάμε για μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, που η αναβάθμιση της Τουρκίας θα έχει άμεσες συνέπειες για την Ελλάδα, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο (Κύπρος).