Η κατοχή του 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αποτελεί μια άλυτη εκκρεμότητα της Ιστορίας. Είναι μία από τις σοβαρότερες γεωπολιτικές προκλήσεις της Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου. Πενήντα δύο χρόνια μετά το δίδυμο έγκλημα του προδοτικού πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής, το Κυπριακό εξακολουθεί να δοκιμάζει την αξιοπιστία του διεθνούς δικαίου, του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και η στρατηγική αναβάθμιση της Κύπρου αποδεικνύουν ότι η Ιστορία του 1974 δεν έχει κλείσει. Αντιθέτως, συνεχίζει να διαμορφώνει τις γεωπολιτικές ισορροπίες του σήμερα.
Η 15η Ιουλίου δεν είναι απλώς μία ακόμη επέτειος της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Είναι η ημέρα που άνοιξε τον δρόμο στη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή του Ελληνισμού μετά το 1922. Το πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών κατά του εκλεγμένου Προέδρου Μακαρίου δεν υπήρξε ένα ακόμη επεισόδιο πολιτικής εκτροπής. Υπήρξε η καταλυτική πράξη που αποδυνάμωσε την Κυπριακή Δημοκρατία και προσέφερε στην Τουρκία το πρόσχημα που αναζητούσε για να υλοποιήσει έναν διαχρονικό στρατηγικό σχεδιασμό: τη στρατιωτική εισβολή και τη γεωπολιτική διχοτόμηση της Κύπρου.
Η ιστορική αλήθεια δεν αποτελεί αντικείμενο ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Έχει τεκμηριωθεί από επίσημες έρευνες, μαρτυρίες, διεθνή έγγραφα και το ίδιο το αποτέλεσμα των γεγονότων.
Η τουρκική εισβολή που ακολούθησε ( 19-20 Ιουλίου και ολοκληρώθηκε τον Δεκαπενταύγουστο του 1974), δεν ήταν μια «ειρηνευτική επιχείρηση», όπως εξακολουθεί να ισχυρίζεται η Άγκυρα. Ήταν και παραμένει πράξη στρατιωτικής εισβολής και κατοχής, κατά παράβαση του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου. Πενήντα δύο χρόνια μετά, περίπου το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθεί να βρίσκεται υπό κατοχή, δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες δεν επέστρεψαν ποτέ στις εστίες τους, οι αγνοούμενοι εξακολουθούν να αποτελούν ανοικτή πληγή και η Λευκωσία παραμένει η μοναδική διαιρεμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης.
Το Κυπριακό, είναι ένα ανοιχτό διεθνές πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Είναι, ταυτόχρονα, ευρωπαϊκή υπόθεση. Από το 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί πλήρες κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι τουρκικά κατοχικά στρατεύματα εξακολουθούν να βρίσκονται σε έδαφος της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργώντας μια πρωτοφανή αντίφαση για την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.
Η σημερινή διεθνής συγκυρία καθιστά το Κυπριακό ακόμη πιο επίκαιρο. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η ενεργειακή σημασία της Ανατολικής Μεσογείου και η αναζήτηση νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας επαναφέρουν την Κύπρο στο επίκεντρο των γεωπολιτικών εξελίξεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιλαμβάνεται πλέον ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην ανοχή μιας μόνιμης στρατιωτικής κατοχής επί ευρωπαϊκού εδάφους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αναθέσει στον εκτελεστικό αντιπρόεδρό της, Ραφαέλε Φίτο, τον ρόλο του ειδικού εκπροσώπου για το Κυπριακό. Δεν πρόκειται για μια τυπική διοικητική επιλογή. Για πρώτη φορά ένας εν ενεργεία αντιπρόεδρος της Κομισιόν αναλαμβάνει θεσμικά την ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού, επιβεβαιώνοντας ότι οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν πλέον το ζήτημα όχι μόνο ως αντικείμενο των διακοινοτικών συνομιλιών υπό τον ΟΗΕ, αλλά και ως θέμα που αφορά την ίδια τη λειτουργία και τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ασφαλώς, κανένας διορισμός δεν αρκεί από μόνος του για να μεταβάλει τους συσχετισμούς. Η τουρκική, κυνικά αναθεωρητική, πολιτική εξακολουθεί να επιδιώκει τη διεθνή νομιμοποίηση της διχοτόμησης μέσω της λύσης των «δύο κρατών», επιλογή που απορρίπτεται από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να μετατρέψει τη θεσμική της παρουσία σε πραγματική πολιτική επιρροή.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η επέτειος δεν προσφέρεται μόνο για μνήμη και δικαίωση των θυμάτων. Επιβάλλει και μια στρατηγική υπενθύμιση: καμία κατοχή δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογική, κανένα τετελεσμένο δεν νομιμοποιείται με την πάροδο του χρόνου και καμία ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας δεν μπορεί να είναι πλήρης όσο ένα κράτος-μέλος της Ένωσης παραμένει υπό στρατιωτική κατοχή.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο αυτής της ιστορικής οφειλής αφορά τους Έλληνες αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες που, εκτελώντας διαταγές της ελληνικής Πολιτείας, πολέμησαν στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. Οι Έλληνες στρατιωτικοί που, με διαταγή της ελληνικής κυβέρνησης, στάλθηκαν να πολεμήσουν στην Κύπρο το 1974, αντιμετωπίστηκαν επί δεκαετίες σχεδόν ως «ξεχασμένοι» της Ιστορίας. Η Πολιτεία άργησε δραματικά να αναγνωρίσει τη θυσία τους, να τιμήσει τους πεσόντες και να σταθεί, όπως όφειλε, δίπλα στις οικογένειες των νεκρών και των αγνοουμένων. Η καθυστερημένη αποκατάσταση αυτής της αδικίας αποτελεί πράξη στοιχειώδους εθνικής αξιοπρέπειας, αλλά και διαρκή υπενθύμιση ότι ένα κράτος που δεν τιμά έγκαιρα όσους πολέμησαν κατ' εντολή του, αδικεί την ίδια του την ιστορία.
Η Κύπρος δεν είναι το χθες. Είναι το αύριο της Ανατολικής Μεσογείου.
Πενήντα δύο χρόνια μετά την εισβολή, η γεωγραφία εξακολουθεί να καθορίζει την Ιστορία. Η Κύπρος βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο ενός τόξου κρίσεων που εκτείνεται από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Διώρυγα του Σουέζ και από τη Συρία μέχρι τον Περσικό Κόλπο. Ο πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, η στρατιωτική εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι ενεργειακοί διάδρομοι και οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας αναδεικνύουν περισσότερο από ποτέ τη στρατηγική σημασία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κυρίως, η συνεχώς διευρυνόμενη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ στους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας, της ενέργειας και της αμυντικής βιομηχανίας διαμορφώνει μια νέα αρχιτεκτονική σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι τυχαίο ότι η Άγκυρα αντιμετωπίζει αυτή τη συνεργασία με ιδιαίτερη καχυποψία. Τούρκοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η διαμόρφωση αυτού του γεωπολιτικού άξονα θίγει ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας και ενισχύει το αίσθημα στρατηγικής περικύκλωσής της.
Ακριβώς γι' αυτό, το Κυπριακό δεν αποτελεί ένα «παγωμένο» πρόβλημα του 1974. Είναι μια από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές εκκρεμότητες του 21ου αιώνα. Η κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους από ξένο στρατό δεν αφορά μόνο την Κύπρο ή τον Ελληνισμό. Αφορά την ίδια την αξιοπιστία της διεθνούς έννομης τάξης, την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Η ιστορία του 1974 δεν έχει τελειώσει...
