Κυριακή, 09 Αυγούστου 2026 12:47

Οι Δεκαπενταύγουστοι που κουβαλάμε μέσα μας

Γράφτηκε από την

Οι Δεκαπενταύγουστοι που κουβαλάμε μέσα μας

 

Του Σωτήρη Μάλαμα

Υπάρχουν κάποιες ημέρες του χρόνου που δεν είναι απλώς αριθμοί στο ημερολόγιο. Κουβαλούν αναμνήσεις, γνώριμες φωνές και αγαπημένους ανθρώπους.

Μια τέτοια ημέρα είναι ο Δεκαπενταύγουστος, που ο λαός μας συνηθίζει να αποκαλεί Πάσχα του καλοκαιριού.

Ο δρόμος για τη Δήμιοβα

Για μένα αυτή η γιορτή είναι δεμένη με το χωριό μου, το Ελαιοχώρι, εκεί στις πλαγιές του Ταϋγέτου, και με τη Μονή της Δήμιοβας που στέκει ψηλά και μοιάζει να το σκεπάζει.

Τέτοιες ημέρες έμοιαζε να ανηφορίζει ολόκληρη η Καλαμάτα για να προσκυνήσει την Παναγία στη Μονή της Δήμιοβας. Άλλοι με τα πόδια, άλλοι με τα μηχανάκια και άλλοι με τα αυτοκίνητα. Περνούσαν από το χωριό μας, σταματούσαν για λίγο να πάρουν μια ανάσα και συνέχιζαν για το μοναστήρι.

Γύριζαν και οι Αθηναίοι, όπως λέγαμε τότε όλους όσοι είχαν φύγει από τον τόπο μας και ζούσαν στην Αθήνα ή σε άλλες πόλεις. Τον Δεκαπενταύγουστο επέστρεφαν στους γονείς, στους συγγενείς, στις παλιές παρέες και στις αυλές όπου είχαν μεγαλώσει.

Το χωριό γέμιζε φωνές και ζωή. Άνθρωποι που είχαν να ιδωθούν από τον προηγούμενο Δεκαπενταύγουστο αγκαλιάζονταν ξανά και η διαδρομή μέχρι τη Μονή της Δήμιοβας γινόταν μια μεγάλη γιορτή.

Ο σεισμός που μας σκόρπισε

Για εμάς όλα άλλαξαν με τον καταστροφικό σεισμό του 1986. Το Ελαιοχώρι καταστράφηκε και οι κάτοικοί του αναγκάστηκαν να πάρουν διαφορετικούς δρόμους.

Μαζί με τα σπίτια γκρεμίστηκε και ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Χάθηκαν τα καθημερινά ανταμώματα, τα παιχνίδια των παιδιών και η ζωντάνια του χωριού. Τα σπίτια μπορούν να ξαναχτιστούν. Όταν όμως οι άνθρωποι σκορπίσουν, δύσκολα ξανασμίγουν όπως πριν.

Το δικό μας χωριό το χτύπησε ο σεισμός. Πολλά άλλα χωριά της Ελλάδας δεν χρειάστηκαν σεισμό για να ερημώσουν. Τα άδειασαν η έλλειψη εργασίας και γιατρού, τα κλειστά σχολεία, οι κακοί δρόμοι και η απουσία συγκοινωνίας. Τα άδειασε η έλλειψη μιας σοβαρής πολιτικής που θα έδινε στα νέα παιδιά έναν λόγο να παραμείνουν στον τόπο τους.

Ο σεισμός είναι φαινόμενο της φύσης. Η εγκατάλειψη των χωριών μας, όμως, είναι αποτέλεσμα ανθρώπινων και πολιτικών επιλογών.

Όταν τα χωριά ξαναπαίρνουν ζωή

Κάθε Δεκαπενταύγουστο τα χωριά μας ξαναγεμίζουν κόσμο. Ανοίγουν σπίτια που έμειναν κλειστά για μήνες, καθαρίζονται οι αυλές και οι μεγαλύτεροι περιμένουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

Όταν αρχίζουν τα πανηγύρια, η μουσική και ο χορός γίνονται η αφορμή για το μεγάλο αντάμωμα. Ο παππούς σέρνει πρώτος τον χορό, τα παιδιά τον ακολουθούν και τα εγγόνια προσπαθούν να μάθουν τα βήματα. Τρεις γενιές πιασμένες στον ίδιο κύκλο, σαν μια αλυσίδα που ενώνει το χθες με το αύριο.

Ο Δεκαπενταύγουστος είναι ημέρα πίστης, αλλά και οικογένειας. Άλλος ανηφορίζει με τα πόδια για να προσκυνήσει, άλλος εκπληρώνει ένα τάμα και άλλος ανάβει σιωπηλά ένα κερί, ενώ στο χωριό το πατρικό σπίτι ανοίγει, οι γονείς περιμένουν και το τραπέζι μεγαλώνει για να τους χωρέσει όλους.

Σήμερα που κρατάμε διαρκώς ένα κινητό στο χέρι, αλλά μιλάμε όλο και λιγότερο μεταξύ μας, αυτή η ημέρα μάς θυμίζει ότι καμία οθόνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια ζεστή αγκαλιά.

Τα χωριά μας θέλουν ζωή, όχι λόγια 

Δεν αρκεί να θυμόμαστε τα χωριά μας μόνο μία ημέρα τον χρόνο. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να έχουν ζωή ολόκληρο τον χρόνο.

Τα χωριά μας δεν ζητούν ελεημοσύνη. Ζητούν σωστούς δρόμους, γιατρούς, δουλειές και πραγματικές ευκαιρίες για τη νέα γενιά.

Γιατί το χωριό δεν είναι μόνο σπίτια και πέτρες. Είναι οι ρίζες μας. Και οι ρίζες μπορεί να μη φαίνονται, αλλά αυτές κρατούν το δέντρο όρθιο.

Ας ανάψουμε αυτές τις ημέρες ένα κερί και ας ευχηθούμε υγεία, αγάπη και ειρήνη για ολόκληρο τον κόσμο.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι που επιστρέφουν, σπίτια που ανοίγουν και καμπάνες που χτυπούν, τα χωριά μας δεν έχουν χαθεί. Και όσο επιστρέφουμε σε αυτά, δεν χάνουμε ούτε εμείς τον δρόμο μας.

Χρόνια πολλά, με υγεία και πίστη. Και η Παναγία μας, με την ευλογία της, να μας αξιώνει να κρατάμε ζωντανά αυτά τα ανταμώματα.