Ας το πούμε ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές και χωρίς τα προσχήματα της δήθεν ουδετερότητας που λατρεύουν τα δελτία των 8. Αυτό που συνέβη στο Action24 δεν είναι ένα ακόμα «γλωσσικό ολίσθημα». Είναι η πολιτική φυσιογνωμία αυτού του καθεστώτος σε prime time.
Υπουργός Υγείας -όχι κανένα τυχαίο τρολ του διαδικτύου- κοιτάζει στα μάτια δημοσιογράφο και τον ρωτάει αν «ήπιε κανέναν μπάφο πριν την εκπομπή». Και μετά, με εκείνο το μειδίαμα του καφενόβιου σοφού που νομίζει ότι μόλις είπε την ατάκα της χρονιάς, πετάει το «πλάκα έκανα» (κατά το γνωστό ανέκδοτο:“λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα”).
Όπως έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ, «η ειρωνεία είναι η ευγένεια της απελπισίας». Εδώ έχουμε την απελπισία ενός συστήματος που έχει βαφτίσει την χυδαιότητα ευθύτητα και την αλητεία πολιτική πυγμή.
Υπάρχει, αλήθεια, άλλη ευρωπαϊκή χώρα όπου υπουργός θα τολμούσε να πει κάτι τέτοιο on camera και να παραμείνει υπουργός το επόμενο πρωί; Ούτε ο Τραμπ.Ο Τραμπ θα έλεγε fake news, θα έλεγε stupid question, θα έβριζε, αλλά αυτό το φτηνό, αγοραίο, αστυνομικού τμήματος του ‘80 «έχεις μαστουρώσει ρε;» ούτε εκείνος δεν το σκέφτηκε.
Χρειάζεται ειδική ελληνική πατέντα.Χρειάζεται «Αδωνισμό».
Και εδώ ερχόμαστε στην ουσία. Ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν είναι παρέκλιση. Είναι το προϊόν. Είναι ο άνθρωπος-πειραματόζωο της επικοινωνιακής στρατηγικής του Μαξίμου: Μόλυνε την δημόσια σφαίρα τόσο πολύ, ώστε στο τέλος να φανεί καθαρό ακόμα και το βοθρόνερο.
Όταν έχεις διαλύσει το ΚΕΘΕΑ, όταν έχεις βάλει το «18 Άνω» στο μίξερ του επιτελικού κράτους, όταν για χιλιάδες οικογένειες η λέξη «μπάφος» δεν είναι ανέκδοτο αλλά η αρχή μιας διαδρομής που συχνά τελειώνει με μια κηδεία, τότε το να κάνεις χαβαλέ με τον «μπάφο» δεν είναι απλώς χυδαίο. Είναι φασισμός. Είναι σαν να κάνει πλάκα ο εμπρηστής με τον αναπτήρα.
Ο Γεωργιάδης, όμως, δεν είναι μόνος. Όπως κάθε δάσκαλος που σέβεται τον εαυτό του, έχει και μαθητές. Αριστούχους μάλιστα. Ο τελευταίος, ο Χάρης Θεοχάρης, με την ατάκα «έχουμε κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη», απέδειξε (ο χυδαίος κρατικοδίαιτος και φασίζων ηλίθιος) ότι το σχολείο πάει εξαιρετικά.
Αν ο Άδωνις είναι ο καθηγητής της χυδαιότητας, ο Θεοχάρης είναι ο επιμελής φοιτητής: Μίλα για τους φτωχούς σαν να είναι είδος προς εξαφάνιση, σαν να είναι στατιστικό λάθος, σαν να είναι ενοχλητικό έντομο στο παρμπρίζ της ανάπτυξης.
Είναι η ίδια σχολή. Η σχολή που βλέπει την κοινωνία ως κοινό και όχι ως πολίτες. Που μετράει την πολιτική σε τηλεθέαση και όχι σε ευθύνη. Ο δάσκαλος ουρλιάζει για νανογιλέκα, για κβαντικές ιατρικές και ο επιμελής μαθητής του ειρωνεύεται τον «κακομοίρη».
Κοινή συνισταμένη: η καπνιστή ρέγγα(Ο μύθος λέει ότι οι καπνιστές ρέγγες έχουν πολύ έντονη μυρωδιά και τις έσερναν στο έδαφος για να μπερδεύουν τα κυνηγόσκυλα και να χάνουν τα ίχνη). Πετάς μια χυδαιότητα για να μην απαντήσεις ποτέ στην ερώτηση.
Γιατί, τι ρώτησε ο Ελευθερόγλου; Αν μπορεί να γίνει κυβέρνηση με άλλον πρωθυπουργό. Και η απάντηση ήταν η γνωστή μέθοδος Γεωργιάδη: Όταν δεν έχεις επιχειρήματα, δολοφόνησε τον αγγελιοφόρο.Βγάλε τον τρελό, μαστουρωμένο, ψεκασμένο. Είναι ο ορισμός του bullshit, όπως θα έλεγε ο φιλόσοφος Χάρι Φράνκφουρτ: Δεν λες ψέματα, απλώς δεν σε νοιάζει καθόλου τι είναι αλήθεια.
Και εδώ γεννάται το πιο επικίνδυνο ερώτημα, αυτό που βρωμάει περισσότερο από τον ίδιο τον μπάφο. Ποιοι είναι οι συνεργοί;
Γιατί για να μπορεί ένας υπουργός να συμπεριφέρεται σαν νταής σε σχολική αυλή, πρέπει να ξέρει ότι την επόμενη μέρα δεν θα τον ξεσκίσει η ΕΣΗΕΑ, δεν θα τον αποδομήσει η LIFO, δεν θα τον κάνει φύλλο και φτερό το Protagon. Πρέπει να ξέρει ότι υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα ενημέρωσης που έχει αποφασίσει ότι η τοξικότητα είναι «ζωντάνια» και η χυδαιότητα είναι «αυθορμητισμός», αρκεί να προέρχεται από τα δεξιά.
Φανταστείτε να το έλεγε αυτό υπουργός της ΕΛΑΣ ή του ΣΥΡΙΖΑ σε δημοσιογράφο του ΣΚΑΪ. Θα είχε πέσει το σύμπαν. Θα μιλούσαν για «σταλινικές μεθόδους», για «πόλωση», για «εκφασισμό του δημόσιου λόγου». Τώρα; Σιωπή. Μια ένοχη, βολική σιωπή. Όταν η χυδαιότητα γίνεται κανονικότητα, η σιωπή γίνεται συνενοχή.
Ο Αδωνισμός είναι μοντέλο διακυβέρνησης. Είναι το καθεστώς που σου λέει: θα σε βρίζω και θα το λες πλάκα. Θα σε υποτιμώ και θα το λες επικοινωνία. Θα διαλύω ό,τι αγγίζω και θα το ονομάζω μεταρρύθμιση.
Και όσο πλησιάζουμε στις εκλογές, αυτή η συνταγή θα εντατικοποιηθεί. Γιατί όταν δεν έχεις να πεις τίποτα για την ακρίβεια, για τα νοσοκομεία που καταρρέουν, για τα Τέμπη που ακόμα ζητούν οξυγόνο, τι σου μένει; Ο μπάφος. Ο κακομοίρης.
Η καπνιστή ρέγγα.
Μόνο που, όπως έλεγε και ο σύντροφος Χαλβατζής κάποια στιγμή ο κόσμος θα βαρεθεί να του γ...μάνε την κουβέντα. Και τότε, καμία πλάκα δεν θα τον σώζει, γιατί η κοινωνία θα τους φωνάξει αυτό που τους αξίζει εδώ και χρόνια:
Ούστ, κανάγιες, χυδαίοι, φασίστες. Ούστ ρεεεε.
Στο κάτω κάτω της γραφής
“Αν ένας γάιδαρος σου γκαρίζει, δεν έχει νόημα να του γκαρίζεις κι εσύ”.
Τζωρτζ Χέρμπερτ, Ουαλός ποιητής
